«Υψηλή σύσκεψη» γύρω απ’ τη φωτιά

Ένα «ορειβατικό» φαγητό είναι καμωμένο συνήθως από μίγμα παλαιών συνταγών, ιστοριών, απόψεων, αντιλήψεων, προτιμήσεων των  μεγαλύτερων, απόηχοι σοφών και βάλε. Ακόμη αν θες, απ’ αυτά που έβλεπαν οι ορειβάτες καθώς ερχόντουσαν σε επαφή με γέροντες, σε ορεινά χωριά και άλλα, που ήταν βγαλμένα από λόγια ειδικών.  Ο «ειδικός το είπε»!.

Έτσι από παλιά είχαν καθιερωθεί μερικά πρωταρχικά φαγώσιμα για τον σάκο του ορειβάτη, που για να είσαι μεγάλος ορειβάτης θα έπρεπε να τα ακολουθείς.  Μερικά απ’ αυτά ήταν:  Ελιές και κρεμμύδι σκέτο (όπως ακούγεται), το ψωμί (καρβέλι ημερών, κατά προτίμηση ζυμωτό), το οποίο έπρεπε να το ρίχνεις σε νερό τρεχούμενο για να μαλακώσει.  Αυγουλάκι σφικτό που συνοδευόταν πάντα με το ανάλογο αλατοπίπερο, φυλαγμένο σε ειδικό κουτάκι.  Υλικά για μαγείρεμα, όπως ρύζι, μακαρόνια ή πατάτες για τη θράκα, αργά στη βραδινή φωτιά, και πάντα λεμόνι για τη δίψα.  Βέβαια δεν έλεγε κανείς όχι και σε κάποια χειροποίητη πίττα, φτιαγμένη από μάνα ή θειά, όταν κάποιος εμφάνιζε πότε-πότε.

Αν όμως υπήρχαν κάποια δεδομένα που δεν έπρεπε να λείπουν απ’ την πλάτη του ορειβάτη, υπήρχαν και πολλά άλλα που ήταν απαγορευμένα, τέτοια που αν τα κουβαλούσες, τα αναζητούσες ή ακόμα και τα μνημόνευες, έδειχναν ότι δεν ήσουν σπουδαίος ορειβάτης.  Τέτοια ήταν: κονσέρβες (αποδεκτές μόνον ως λύση ανάγκης), γλυκά ταψιού, σοκολάτες και μπισκότα (αντί φαγητού), αναψυκτικά, μπύρες κ.α.  Αυτά τα τελευταία ήταν πάντα  η πιο ευχάριστη λύση στο τέλος μιας εξόρμησης και γι’ αυτό κάπου όλοι έκαναν τα στραβά μάτια.  Για τα αναψυκτικά,  που ήταν απαγορευμένα (ποιος θα τα κουβαλούσε άλλωστε), δεν θυμάμαι εάν έτυχε καμιά εξόρμηση που να μην σχολιάζεται, για ώρες, εκείνο το «να είχαμε κάτι  δροσερό»!  Τον δε χειμώνα αντί να πιπιλάμε τα δάκτυλά μας χωμένοι σ’  αντίσκηνα, μακαρίζαμε νάχαμε κανένα τσίπουρο ή κονιάκ.

Γενικά υπήρχε μια φιλοσοφία για το στομάχι του «πραγματικού» ορειβάτη.  Ο άνθρωπος που βγαίνει στο βουνό,  πρέπει να γεύεται, να αναπνέει και να ζει, όσο το δυνατόν πιο «σωστά».  Με τον τρόπο αυτό, αισθάνεται να γίνεται μέρος του τόπου και να μεταμορφώνεται σε άνθρωπο ιδανικό.

1
Απ τη κορφή Σκολιό, αγναντεύοντας τις ψηλές κορφές του Ολύμπου

Η ορειβασία είναι τρόπος ζωής και ο ορειβατικός σάκος αντικατοπτρίζει την εικόνα του ορειβάτη,  που όταν ξέρει τι ζητά στο βουνό, το φαγητό γίνεται απλώς ένα μέρος του τελικού στόχου.  Το φαγητό, όπως και το κάθε τι, αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία, καθώς στηρίζεται κανείς σ’ αυτό για να μπορέσει να οδηγηθεί παραπέρα.

Μαθημένοι στης πόλης τα δεδομένα, έχουμε ξεχάσει το ζυμωτό ψωμί, τις ελιές και το τυρί το αλλιώτικο.  Τα κρεμμύδια ίσως τα είχαμε μάθει μικροί, και το μαγείρεμα είναι πρόβλημα, αφού πάψαμε να παίζουμε με αυτό.   Όσο για τις πατάτες στη θράκα έμειναν όνειρο, μιας και οι φωτιές είναι πια επικίνδυνο πράγμα και στα βουνά..

Πόσο οι συνθήκες έχουν αλλάξει, πόσο έχουμε μπερδευτεί, πόσο αντίθετα βαδίζουμε με τους φυσικούς νόμους!  Είναι και αυτό μια απάντηση που την παίρνουμε  όταν δυσκολευόμαστε να ανεβούμε στο βουνό, όταν αγκομαχάμε σε μια αναρρίχηση και ακούμε όλο και συχνότερα για τις προσαρμογές υψομέτρου, κλίματος, στομαχιού και τρόπου σκέψης.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει τελικά.  Είναι ο τρόπος ζωής μας και το φαγητό αποτελεί μέρος της.

Ο ορειβάτης θα έπρεπε να είναι κάτι σαν τον γέροντα στο ορεινό χωριό, τον νομάδα τσοπάνο των ψηλωμάτων, τον Ινδιάνο ανιχνευτή, τον Ντέϊβιντ Κρόκετ, τον Εσκιμώο της Αλάσκας τον Σέρπα των Ιμαλαϊων….

IMG5589
Τοποθεσία Μαύρα Στεφάνια ή Καγκέλια στη νότια κορυφογραμμή του Χελμού

Έχει μαζί του μια σακούλα με λίγο λαρδί – μην ρωτάς που βρίσκεται και που θα το βρεις ούτε εγώ έχω δει τέτοιο πράγμα, όμως ακούγεται ωραίο – λίγα βοτάνια και άλλα αρωματικά για ρόφημα, ένα τσίγκινο κουτάκι που κλείνει μέσα του νιφάδες καλαμποκιού.  Αυτές θα τις ψήσει στη φωτιά, στη φωτιά που θ’ ανάψει ανάλογα με τη θέση, τον αέρα, τις ανάγκες της στιγμής.  Γι’ αυτόν το φαγητό είναι τελετή.  Είναι η στιγμή της ανάσας, η στιγμή της ανταμοιβής, του απολογισμού.  Έτσι είναι τόσο όσο χρειάζεται, χωρίς υπερβολές και πάντα προσαρμοσμένο στις συνθήκες του χώρου.

Στο δρόμο της περιπλάνησης έχει μαζί του τα απαραίτητα,  υπάρχει όμως πάντα χώρος στο σάκο του για τις απρόσμενες προσφορές των ντόπιων.  Φρούτα, ξηροί καρποί, γάλα, τυρί κ.α. είναι πάντα καλοδεχούμενα.

Ο ορειβάτης είναι  ο μοναχικός εξερευνητής, ο αναζητητής της φύσης, του ίσκιου, της σάρας, του παγωμένου αέρα, ενός βρεγμένου δάσους, του ήχου των κλαδιών, του αποτυπώματος στο χώμα, του περάσματος ενός «όρθιου» όγκου με την χάραξη ενός δρόμου καινούργιου, που μπορεί να αιτιολογήσει το γιατί και πώς.  Ποτέ άσκοπα, ποτέ σπάταλα!

Είναι ο ερευνητής της άπειρης νομοτέλειας, των αισθήσεων, που μέσα από μονοπάτια αμέτρητων κύκλων μαθαίνει τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς αντικατοπτρίζονται γύρω του όλα αυτά που μέσα του κουβαλά.

Η μαγεία της αισθητικής του χώρου με τη δική του συμμετοχή, σε μόνιμη γιορτή!  Επιτέλους ολοκληρωτικά απούσα η τυποποιημένη εμπορικότητα της λογικής.  Ανηφορίζει σε διάσελα, διασχίζει λιβάδια χλοερά, εξοικειωμένος με τα ζώα γύρω του.  Μπορεί να χαίρεται τη μυρωδιά του βρεγμένου ξύλου, της αναμμένης φωτιάς και να αποκρυπτογραφεί απ’ τους ήχους γύρω του τα μηνύματα.

Το τσάι είναι έτοιμο ή  και το  ζεστό στην θράκα ρακί.  Έτοιμο να γλιστρήσει μέσα στην κούπα, λιτή, όπως εκείνες οι πρωτόγονες φόρμες των πρώτων ανθρώπων της εποχής του πηλού και του χαλκού.

IMG5579
Λουφαγμένοι στο «γιατάκι», περιμένοντας να φανερωθούν οι ψηλές κορφές του Ολύμπου

Γύρω τα παλιά αντικείμενα, τα πολυμεταχειρισμένα, τα σκονισμένα, τα χτυπημένα σκεύη, που έχουν γίνει απαραίτητα, και αντέχουν στα χρόνια και τη χρήση.  Το παγούρι, ο σουγιάς, ο φακός…  Το παλιό βασανισμένο σακίδιο που έχει γίνει ένα με τον ταξιδευτή.  Οι αρβύλες, που στο πόδι στέκονται «γάντι» και συνεχίζουν να πατούν σταθερά.  Εκείνες οι κάλτσες που στεγνώνουν στη φωτιά, και κοντά εκείνες οι μυρωδιές των πραγμάτων της γύρω φύσης ανάκατες με τις μυρωδιές απ’ το ανθρώπινο σώμα, όπως το έχει ποτίσει η κούραση και η σκόνη του δρόμου.

Όσο πιο μακρύ δρόμο έχει να διανύσει κανείς, τόσο πιο ευωδιαστά γίνονται όλα….  Μέσα σ’ αυτά βρίσκει κανείς  την ιδιαίτερη σφραγίδα του ανθρώπου που προσπαθεί με τον τρόπο του να αγγίξει τους νόμους της φύσης διακριτικά, αθόρυβα, υπάκουα.  Τον άνθρωπο που σέβεται το κάθε τι γύρω του και μετατρέπει  κάθε άψυχο αντικείμενο σε ζωντανό εργαλείο….

Εκεί, στον κύκλο της φωτιάς, με τον γέροντα βοσκό που άφησε τα πρόβατα στο μαντρί στο γέρμα της ημέρας για να σιμώσει, τον σκονισμένο ινδιάνο  του Γκράν Κάνυον με το ηλιοκαμένο πρόσωπο, τον Ντέϊβιντ Κρόκετ των δασών και των χορταριασμένων περασμάτων των βουβαλιών, τον μοναχικό εσκιμώο που κουβαλάει την πιρόγα του αργά την άνοιξη καθώς λιώνουν τα χιόνια, τον λιγομίλητο αλλά πάντα χαμογελαστό σέρπα των υψιπέδων απ’ τα μακρινά Ιμαλάϊα  και τη γραφική φιγούρα του γέροντα του ορεινού χωριού, που γι’ αυτή τη συνάντηση ξαναθυμήθηκε τα νιάτα του.

Η φωτιά είναι το σημάδι και το κάλεσμα.  Εκεί σμίξαμε και ο καθένας άνοιξε το σακούλι του. Σακουλάκια με χάντρες, κουτάκια με αρωματικά φυτά, πατάτες απ’ τα υψίπεδα, λαρδί απ’ το κυνήγι του Κρόκετ, τυρί απ’ τον τσοπάνο, το κομπολόι του γέροντα και εγώ τη σκόνη της πόλης.  Όμως αυτά δεν είναι εκείνα που μας έσμιξαν εδώ.  Οι καλεσμένοι της φωτιάς, έχοντας φέρει ο καθένας αυτό που ήταν ο ίδιος, είχαμε πετύχει κιόλας αυτό που αποζητούσα.

IMG5580
Τοποθεσία Τράπεζα στην Οίτη, , υψ. 1.850 μ.

Μιλήσαμε με λίγες κουβέντες, σε μια γλώσσα κοινή που όλοι καταλαβαίναμε.  Για τ’ αστέρια στο ουράνιο στερέωμα, για την κατεύθυνση του ανέμου απ’ την φωτιά, για τους ήχους του δάσους, για χαμένα ξωτικά, για τα σημάδια  των ζώων, για δράκους και νεράιδες, το ξυπόλητο περπάτημα στα χιόνια, για το κυνήγι στους πάγους, ακόμη και για την ξεχωριστή ζωή των νομάδων.  Τέλος, για την μοναχική πορεία του αναζητητή.

Τα λόγια από ώρα έχουν χάσει τη θέση τους και τα μάτια έχουν πάρει τον πρώτο λόγο.  Όση ώρα τα λέμε, έχουμε ξεχάσει το φαί.  Ακόμη και το τσάι στη φωτιά πασχίζει, μ’ όλα τα αρωματικά του, να μας προσελκύσει.  Μάταιος κόπος…

Ευωδιά από γεύμα αισθήσεων βγαλμένη από ανθρώπους με άποψη.  Παρούσα η σοφία της πείρας  σηματοδοτεί τον τρόπο ζωής.  Τα λόγια έχουν χάσει από ώρα τη δύναμή τους και τα μάτια έχουν βρει τον δικό τους τρόπο και δρόμο.  Τα πράγματα έχουν μπει τώρα μόλις στη σωστή κατεύθυνση.

Ο δρόμος για τον πραγματικό ορειβάτη τώρα αρχίζει…

Τάκης Ντάσιος

Advertisements

One thought on “«Υψηλή σύσκεψη» γύρω απ’ τη φωτιά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s