FRED BOISSONNAS

Η  πρώτη ανάβαση στον Όλυμπο, 1913

  «Τέσσερις η ώρα, έγερση ετοιμασία, ένα ποτήρι τσάι από το thermos και δρόμο.  Από πλαγιές απότομες, χορταριασμένες, όπου γαντζώνονται τα αναμαλλιασμένα πεύκα κι από χαράδρες φτάνουμε στην τελευταία πρασινάδα, στις σάρες της ράχης απ όπου ανεβαίνουμε σε μια ψηλότερη κι από ράχη σε ράχη, φτάνουμε στη βάση των μεγάλων βράχων, που είναι μουσκεμένοι από την ομίχλη.

Φώτο 1α.JPG
«Όλυμπος, το βουνό των Θεών» στο άρθρο «the unredeemed Greeks» σ.23, από το βιβλίο Greece by Rene Puaux,  εκδ. Greek Government exhibition, Grand Central Palace, New York City

Μια θαυμάσια θέα πριν να προχωρήσουμε προς αυτούς, η ανατολή του ήλιου κρυμμένη από μακριές λουρίδες σύννεφα…  Ξαναφεύγουμε εύθυμα και φτάνουμε στα πρώτα αντερείσματα της μεγάλης ανώτερης κορφογραμμής.  Δενόμαστε ο Baud-Bauvy κι εγώ με το σκοινί του μουλαριού κι ακολουθούμε τον Κάκκαλο, που σκαρφαλώνει σαν αγριόγατος στις αποτομιές αυτές των γλιστερών βράχων, που είναι σκεπασμένες με ύπουλες σάρες έτοιμες να κυλήσουν στο βάθος του χωνιού.  Μια θαυμάσια κορυφή, στενή κορυφογραμμή φτιαγμένη από μεγάλους κομματιασμένους όγκους στη σειρά.  Ολόγυρά μας τρομακτικά βάραθρα χάνονται στην ομίχλη, που μας τυλίγει πυκνά.  Κρίμα να μην μπορούμε ν απολαύσουμε την ασύγκριτη θέα.  Αλλ επιτέλους φτάσαμε.  Νάμαστε!  Πάνω στην απάτητη κορφή του Ολύμπου.  Φτάσαμε, οι πρώτοι άνθρωποι αφότου φύγανε οι θεοί…  Όμως τι!  Τι είναι!  Ω έκπληξη!  Τι είναι αυτή η αποτρόπαια και φοβερή οπτασία!  Η ίδια μαζί φωνή κατάπληξης μας ξεφεύγει.  Ένα φύσημα του ανέμου σχίζει το αδιάφανο πέπλο, κάνει μια τρύπα κι εκεί μπροστά μας, ένας τεράστιος μαύρος όγκος, ένας κάθετος τοίχος παρουσιάζεται ψηλότερα από μας!…  Δεν είπαμε ούτε μια άσκοπη λέξη.  Δεν τα βάλαμε ο ένας με τον άλλον…  Μα στην καρδιά κάθε θνητού βρίσκεται ένα κομματάκι από τη φωτιά του Προμηθέα.

Φώτο 1η.JPG
Το εξώφυλλο του Μηνιαίου Δελτίου Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, ΤΟ ΒΟΥΝΟ, 1934, Ιανουάριος, αριθμός 1

-«Ε, Χρήστο δεν μας πήγες στην κορφή»!  Ο Χρήστος κατάπληκτος δεν απαντά τίποτα.  -«Κορφή απάνω»!  -«Απάνω»; απαντά ο Χρήστος  -«Μάλιστα».

Χωρίς άλλο λόγο στρίβει αριστερά, κατεβαίνει μια χαράδρα απ όπου φανερώνεται μια σειρά πυργίσκων, γυρνούμε τη βάση της Ταρπηίας, φτάνοντας αρκετά εύκολα τη χαράδρα της μεγάλης Κορυφής.  Με την ίδια μαζί ώθηση ριχνόμαστε στην έφοδο, η μεγάλη αυτή χαράδρα με τους λείους πασπαλισμένους με άμμο βράχους, έχασε τη φοβέρα της, κρατούμε τη νίκη!   Εδώ προσεκτικά, εκεί απερίσκεπτα, περάστηκαν οι κακοτοπιές, είμαστε κοντά στο σκοπό μας, να η κορυφή του μεγάλου πύργου.  Επιτέλους πατούμε την τρομερή κορφή την απαραβίαστη.  Ήταν 2 Αυγούστου του 1913»  Fred Boissonnas ¹

Το «βάπτισμα» του Ε.Ο.Σ. στη κορφή του Πάνθεου (Ολύμπου)

«Τη Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 1927, το απόγευμα μιας θαυμάσιας ημέρας, καμιά είκοσι-πενταριά τουρίστες, που απ αυτούς οι δέκα ήτανε κορίτσια, πραγματοποιούσαν την πρώτη ομαδική ανάβαση στη πιο ψηλή κορυφή του Ολύμπου.²

Στη κορυφή, η ελληνική ομάδα συνεννοήθηκε και παρακάλεσε τον αρχηγό της ομάδας, να καθιερώσει πάνω στην πιο ψηλή κορφή της Ελλάδας, τον Ελληνικό ορειβατικό σύνδεσμο, που μόλις είχε ιδρυθεί στην Αθήνα, πριν από λίγες μέρες.

Πρόθυμα προσφέρθηκα σ αυτή τη τελετή και το έκαμα στο όνομα των ορειβατικών συλλόγων των διαφόρων κρατών που αντιπροσωπευόντουσαν στη συντροφιά μας, το Club Alpine Francais από τον κ. Dr. Etienne May, ιατρό των νοσοκομείων του Παρισιού και τον κ. Ηρ. Ιωαννίδη, διευθυντή της ακτοπλοΐας της Ελλάδας στο Παρίσι, το Club Alpine Suisse από τον κ. Daniel Baud – Bovy και μένα του τμήματος Γενεύης.  Παρακάλεσα τον Άγγλο φίλο μας κ. W.J. Ellison μέλος επίσης του τμήματος Γενεύης ν αντιπροσωπεύσει για τον Alpine Club τον εξοχότατο στρατηγό G.C. Bruce – τον μεγάλο παλαιστή του Έβερεστ, που αντίθετες περιστάσεις μας τον είχαν στερήσει και που πιο καλά από μένα θα ήταν ενδεδειγμένος να προεδρεύσει σ αυτό το «βάπτισμα».  Ο πλοίαρχος του Πολ. Ναυτ. Κ. Δεμέστιχας, που είχε αποκαλυφθεί άφοβος αλπινιστής φτάνοντας πρώτος στη κορυφή, ανέμισε πολύ ψηλά τα ελληνικά χρώματα.

Φώτο 2η.JPG
«Οι ψηλές κορυφές του Ολύμπου» φώτο Fred Boissonnas, που συνοδεύει το άρθρο του.  Παρατήρηση: στο αριστερό κάτω άκρο της εικόνας αναγράφεται το όνομα K. KOLMAN  Ίσως η φωτογραφία να ανήκει στη συλλογή του Κ. ΚΟLMAN, δημοσιογράφου – πολιτικού αναλυτή.

Μαζεμένοι γύρω στο υψόμετρο, κουνώντας ο καθένας μας τη σημαία της πατρίδας μας, φωνάξαμε ένα ρωμαλέο και τριπλό «ζήτω» προς τιμή καθενός έθνους.  Δύο μεγάλοι αετοί σχεδίαζαν ανοικτές καμπύλες στον ουρανό του Διός και ο ήλιος που κατέβαινε προς τον ατέλειωτο κυματισμό των βουνίσιων αλυσίδων της Ηπείρου και της Αλβανίας, κάρφωνε κιόλας ένα ματωμένο βλέμμα και παραξενευότανε που έβλεπε για πρώτη φορά έπειτα απ το λυκόφως των Θεών, τόσα νιάτα και τόση χαρά πάνω στη κορφή του Πάνθεου.

Φώτο 4η.JPG
Φώτος που συνοδεύουν το άρθρο με τίτλο «η πρώτη ανάβαση» του Fred Boissonnas στο βιβλίο της Ματσούκα Πηνελόπης2013: Όλυμπος, 100 χρόνια, σ.26-28, σειρά: όπως πετάει ο γλάρος, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Το βράδυ μας μάζεψε γύρω στις φωτιές της κατασκήνωσης.  Η ξάστερη νύχτα τύλιξε το απέραντο αμφιθέατρο, που ανοίγεται προς τη θάλασσα σαν ένα γιγάντιο «V»  και βρίσκεται πάνω απ τη γιγάντια σχισμή της αβύσσου, το Βυθό.  Έπειτα η πανσέληνος φάνηκε στην κορυφογραμμή του Λιβαδάκι, το ασημένιο της φως πλημμύριζε την κατασκήνωση κι ερχότανε σ αντίθεση με το κόκκινο της φωτιάς.  Πάνω από ένα κύπελλο σαμπάνιας ανταλλάχτηκαν προπόσεις: ο γεωλόγος κ. Γεωργαλάς τραγούδησε το κλέφτικο τραγούδι του Ολύμπου, οι εύζωνοι χόρεψαν, νύχτα αξέχαστη…  Τέλος όλα τυλίχτηκαν στην απόλυτη σιωπή.  Οι δώδεκα μικρές σκηνές στριμωγμένες στο στενό οροπέδιο των Καλυβιών, προστάτευαν τον ύπνο των θνητών, που είχανε ζήσει ώρες άξιες των θεών.  Και μόνο μέσα σ αυτή τη φοβερή μοναξιά μπροστά σ αυτή την απεραντοσύνη ο σκοπός περίμενε την αυγή που χρωμάτιζε κιόλας, πέρα απ τον ασημένιο καθρέπτη της θάλασσας, τη κορυφή του Άθωνα.

Φώτο 3η.JPG
«Πάνθεον», 1914 από το βιβλίο του 2001 Fred Boissonnas, εικόνες της Ελλάδας, σ.131, εκδ. Ριζάρειον Ίδρυμα.  Γι αυτή τη φωτογραφία του έγραψε: «Πάνθεον, αυτή πρέπει να είναι από εδώ και στο εξής η ονομασία της υψηλότερης κορυφής του Ολύμπου.  Αυτήν την επιθυμία εξέφρασαν τα μέλη του Ελληνικού Ορειβατικού Ομίλου, ο Daniel Baud-Bovy κι εγώ συμφωνήσανε..»  στο βιβλίο Fred Boissonnas1930:O τουρισμός στην Ελλάδα, Γενεύη

Θέλησα να θυμηθώ αυτή τη καθιέρωση του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, γιατί είναι το σημείο που εμφανίστηκε ο αλπινισμός στην Ελλάδα.  Ως αυτή την ημέρα την απόλαυση του βουνού την καταλάβαιναν και τη δοκίμαζαν στην Ελλάδα, λίγες μόνο προσωπικότητες, μυημένες από διαμονές τους στην Ελβετία.  Ο Οδοιπορικός Σύνδεσμος, δηλαδή σύλλογος των οδοιπόρων, δεν είχε ιδρυθεί με σκοπό τις αναβάσεις, αλλά για να εξερευνήσει τη χώρα με πεζοπορικές διαδρομές.  Η Ε.Λ.Π.Α. απ την άλλη μεριά είχε ιδρυθεί από αυτοκινητιστές.  Όσο για τον Ορειβατικό Σύνδεσμο δεν υπήρχε ακόμη.  Οι πληθυσμοί του εσωτερικού ήταν εντελώς ανίκανοι να καταλάβουν το παράξενο πάθος των ξένων αλπινιστών και γι αυτό οι ορειβάτες δοκίμαζαν μεγάλες δυσκολίες στα ταξίδια τους.  Ο διαπρεπής, πρώην πρόεδρος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρίας Sir Douglas W. Freshfield,  μου έγραψε για το σχέδιο της ανάβασης του Ολύμπου.  «Όσο για την ανάπτυξη της ορειβασίας στην Ελλάδα, τίποτα δεν έχει γίνει ακόμα.  Αναγκάστηκα κάποτε να οδηγήσω τον οδηγό μου στον Ταΰγετο.  Έτρεμε υπερβολικά για να μπορεί να περπατάει στο χιόνι κι αναγκάστηκα να του ανοίγω βήματα».  Στα 1913, ο κυνηγός αγριοκάτσικων Κάκκαλος είχε συγκατατεθεί να μας οδηγήσει στο δαίδαλο των δειράδων του Ολύμπου, δεν ήθελε όμως με τίποτα να κουβαλήσει ούτε ένα contact  και όσο για τους ανθρώπους, που μας κουβαλούσαν τα πράγματα, μας αρνήθηκαν ζωηρότατα να μας ακολουθήσουν στις απότομες πλαγιές.  Στα 1919, στη δεύτερή μας ανάβαση, δεν είχαμε ούτε τον Κάκκαλο κι αναγκαστήκαμε ο Baud – Bovy και ο γιος του Ερρίκος, ν ανέβουμε την κορυφογραμμή και τη μεγάλη κορφή χωρίς φορείς.  Είχαν αρνηθεί να μας ακολουθήσουν πέρα απ την ομαλή ράχη του Σκολιού, όπου ανεβαίνουν και μουλάρια.  Τρέμοντας από αγωνία μείνανε γονατιστοί παρακαλώντας την Παναγιά όσο μας βλέπαν να σκαρφαλώνουμε πάνω σ αυτές τις ιλιγγιώδεις αβύσσους και το βράδυ στην επιστροφή μας η χαρά τους, που μας ξαναείδαν να επιστρέφουμε γεροί και σωσμένοι από την πρωτάκουστη αυτή περιπέτεια ήταν τόση, που μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν.  Κι όμως αυτοί οι τραχείς βουνίσιοι ήτανε δυνατοί και πολύ λίγο προδιατεθειμένοι για αισθηματικές διαχύσεις, ένας απ αυτούς ήταν μέλος της συμμορίας, που στα 1911 είχε σκοτώσει τους Τούρκους χωροφύλακες του μηχανικού Richter σε ενέδρα στο Κοκκινοπλό.

Φώτο 6η.JPG
«Κοκκινόπουλο, Ελασσόνα, 1903», από το βιβλίο 2001 Fred Boissonnas εικόνες της Ελλάδας, σ.141, εκδ. Ριζάρειον Ίδρυμα

Αυτή ήταν ως αυτά τα τελευταία χρόνια η νοοτροπία του ελληνικού λαού σχετικά με τον αλπινισμό.  Δηλαδή η νοοτροπία των Ελβετών και των κατοίκων της Σαβοΐας στα τέλη του 18ου αιώνα.

Εκείνος που θα πρότεινε την εποχή εκείνη να σκαρφαλώσουν για γούστο σε ψηλές κορφές και να περιδιαβαίνουν πάνω από αβύσσους, θα χαρακτηριζότανε για επικίνδυνος τρελός.  Κανενός δε θα περνούσε απ το κεφάλι να κάνει περιπάτους σ αυτούς τους έρημους, φριχτούς και απάνθρωπους παγετώνες, κανείς δεν καταλάβαινε την τρομερή ομορφιά.  Χρειάστηκε η θαρραλέα πρωτοβουλία ενός Saussure σπρωγμένου απ το επιστημονικό πνεύμα για να γίνει το βουνό της μόδας κι ακόμα μισός αιώνας κύλησε ως την ίδρυση του αγγλικού  Alpine Club και του πρώτου τμήματος του Club Alpine Suisse στη Γενεύη.

Φώτο 5η.JPG
«Όλυμπος, καταυλισμός κτηνοτρόφων, 1914» από το βιβλίο 2001, Fred Boissonnas εικόνες της Ελλάδας, σ.141, εκδ. Ριζάρειον Ίδρυμα

Στην Ελλάδα τα πράγματα θα πάνε πιο γρήγορα!   Αν η μεγάλη μάζα του πληθυσμού αγνοεί το φιλαθλητικό πάθος του αλπινισμού, όμως μια μεγάλη μεταμόρφωση ετοιμάζεται στα βαθιά στρώματα και τούτο απ τις νέες γενιές.  Χάρη στην επιτυχημένη πρωτοβουλία του κ. Κωνσταντίνου Μελά ο προσκοπισμός, που μπήκε στην Ελλάδα αναπτύχθηκε αμέσως και κεραυνοβόλα.  Υπάρχουν φαίνεται πρόσκοποι σε όλες τις κωμοπόλεις και χωριά, ακόμη και στη Κρήτη.  Να η μαγιά, που σε μερικά χρόνια θα μεταβάλει τη γενική νοοτροπία.  Ο πρόσκοπος είναι απ αυτό τον ορισμό του ένας εξερευνητής των μυστηρίων του δάσους και του βουνού.  Πολύ γρήγορα θα νιώσει το πάθος για την κατασκήνωση και τη περιπετειώδη ζωή της υπαίθρου.  Ποιος καλλίτερα απ αυτόν θα ήτανε προορισμένος να χρησιμεύσει για πρωτοπόρος του αλπινισμού;   Λοιπόν ο αλπινισμός, αν και ικανοποιείται με λίγο ή με τίποτα στο ζήτημα της τροφής και της στέγης, προκαλεί βελτίωση με τον ερχομό του.  Η ανάγκη δημιουργεί τ΄ όργανο.  Σε μερικά χρόνια οι πρόσκοποι, ορειβάτες πια θα ορίζουν τις αλλαγές και τις ευκολίες που ζητούν και οι πιο απαιτητικοί τουρίστες.

Το μονοπάτι θα μορφωθεί και θα γίνει δρόμος, το άθλιο χάνι θα μεταβληθεί σε ανοιχτόκαρδο πανδοχείο και έπειτα σε ξενοδοχείο.  Ο ντόπιος θα καταλάβει τα ωφελήματα του καλού φαγητού και της καλής στέγης.  Ο πρώην Έλλην πρόσκοπος θα είναι σε όλα έτοιμος να οδηγήσει τον ξένο.  Δε θα βρίσκουμε πια καλούς ανθρώπους να μας ρωτάνε, όπως εκείνος ο έμπορος της Θεσσαλονίκης.  «Μα τι διάολο πάτε να κάμετε μ όλη αυτή τη συμμορία πάνω στον Όλυμπο, τι θέλετε να εκμεταλλευτείτε»; «τίποτα, ανεβαίνουμε για ευχαρίστηση» απομακρύνεται δύσπιστος κλείνοντας το μάτι.

Κι όμως στο Λιτόχωρο το πέρασμά μας ξύπνησε τα μυαλά.  Αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για εκμετάλλευση όχι ψηλά, αλλά χαμηλά, συζητούν στην αγορά, ψιθυρίζουν την παραμυθένια τύχη ενός Chamonix.  Ο κυνηγός μας των αγριοκάτσικων, έχει γίνει ο μέγας ανήρ της κωμόπολης, πιο έπειτα θα έχει το άγαλμά του όπως ο Balmat.  Στα 1913, μας έλεγε: «ν ανέβω στον Μύτικα; Όχι, όχι, ο άνθρωπος δεν μπορεί μόνο ο αετός».  Σήμερα μας επιδεικνύει το επισκεπτήριό του.  Χρίστος Κάκκαλος, οδηγός Ολύμπου κι αυτή η λεπτομέρεια τα λέει όλα.

Ξαναδιαβάζοντας τις πάρα πάνω γραμμές, που γράφτηκαν τον Φεβρουάριο του 1928, είμαι γεμάτος ενθουσιασμό για τη γρήγορη ανάπτυξη του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, που είχαμε γιορτάσει το «βάπτισμά» του στην πιο ψιλή κορυφή της Ελλάδας.  Σε πέντε χρόνια, κοντά είκοσι τμήματα, ένας σεβαστός αριθμός μελών που αυξάνει αδιάκοπα, έξι καταφύγια στα κυριότερα βουνά, είναι ένα φαινόμενο που ξεπερνάει πολύ όλες τις προβλέψεις.  «Στην Ελλάδα τα πράγματα πια πάνε πιο γρήγορα» έλεγα τότε και σκεφτόμουνα το μισό αιώνα που χρειάστηκε για να ωριμάσει αργά η ιδέα του Alpine Club και του τμήματος Γενεύης του C.A.S. μετά την αποκάλυψη των βουνών από τον Horace Benedict de Saussure και τους σύγχρονούς του, τους πρωτεργάτες του αλπινισμού.  Να βέβαια μια λαμπρή απόδειξη της ακατανίκητης δύναμης των ωραίων ιδεών και μια ενθάρρυνση για να προτείνονται αδιάκοπα αυτές που είναι σωστές και ευγενικές.

Γι αυτό δε θα τελειώσω αυτό το άρθρο, χωρίς να μιλήσω ακόμη μια φορά για χάρη του Εθνικού Πάρκου της Ελλάδας.  Στο βιβλιαράκι που αναφέρθηκα πιο πάνω «ο Τουρισμός στην Ελλάδα» περιέγραψα τις παραμυθένιες ομορφιές όλης της περιοχής του Ολύμπου και επέμεινα στην άμεση ανάγκη μιας προληπτικής νομοθεσίας που θα έσωζε τη περιοχή αυτή από τις καταστροφές που την απειλούσαν.  Η κοιλάδα των Τεμπών σώθηκε, έλεγα, χάρη στη θαυμαστή, στοργική φροντίδα του κ. George Beraud, του μηχανικού εκείνου, που παρά τις μεγάλες δυσκολίες πέρασε τη γραμμή Πειραιά – Θεσσαλονίκη απ την αριστερή όχθη για να προφυλάξει τις φυσικές καλλονές της δεξιάς.  Αλλοίμονο!  Μου έμελε να διαπιστώσω ότι ο θαυμάσιος διάκοσμος των Τεμπών έχει αρχίσει μ όλα ταύτα να εξαφανίζεται.  Μάταια θα γυρεύατε την εικόνα που δημοσιεύεται στην αντικρινή σελίδα, που είχα ονομάσει «το λουτρό του φαύνου».  Με μεγάλο κόπο ξαναβρήκα στα 1929, απ αυτό το θαύμα της φύσης το δένδρο ξεραμένο μέσα σε μια πετρώδη, χέρση περιοχή.  Λοιπόν αυτή η φωτογραφία, γνωστή σ όλο τον κόσμο είναι από εκείνες που το περισσότερο εκπλήττουν το ξένο.  Πόσες φορές δεν άκουσα να λένε: «Πως; έχει η Ελλάδα τέτοιους παράδεισους πρασινάδας και νερών; εγώ νόμιζα πως δε βλέπει κανείς παρά πέτρες»!   Να τώρα οι συνέπειες.  Ο ταξιδιώτης που αποβιβάζεται στα Τέμπη, μάταια γυρεύει να βρει το λουτρό του φαύνου και φεύγοντας από τη θλιβερή στέπα, τινάζει τη σκόνη των παπουτσιών του συμπεραίνοντας: Ο Boissonnas είναι ένας σαχλός χωρατατζής!  Αφήνοντας κατά μέρος τα αστεία, τι περιμένετε ώ φίλοι Έλληνες για να προφυλάξετε την πατρική σας κληρονομιά!»

Frederic (Fred) Boissonnas, 1858 – 1946, ένας  διεθνής φωτογράφος της Γενεύης, ο «Έλληνας» φωτογράφος της εποχής του

Γεννιέται στη Γενεύη το 1858. Ο πατέρας του λόγω κρίσης στην ωρολογοποιία, ανοίγει φωτογραφείο στη Γενεύη.  Ο Fred διστάζοντας να επιλέξει μεταξύ του πιάνου και της αρχιτεκτονικής, αποφασίζει να ασχοληθεί με τη φωτογραφία..  Γύρο στα τριάντα, ο πατέρας του τον τοποθέτησε επικεφαλής στο στούντιο του Coulouvreniere.  Το ίδιο έτος, το 1887, έγινε μέλος του Φωτογραφικού Συλλόγου της Γενεύης.  Ο επαγγελματικός ανταγωνισμός ήταν σκληρός, αλλά ο  Fred  με τη ζωντάνια, την περιέργεια, την αγάπη του για την πεζοπορία και η επιτυχημένη επιλογή του Charles Gollhard ως βοηθού του στο στούντιο, μπόρεσε να υλοποιήσει σχέδια που τον έκαναν να διαφέρει από τους άλλους φωτογράφους της πόλης.  Για παράδειγμα, είχε την έμπνευση να χρησιμοποιήσει την ορθοχρωματική πλάκα του αδελφού του κι έναν τηλεφακό για να πάρει την φημισμένη φωτογραφία της Γενεύης, με φόντο το Mont Blanc.  Σ αυτό βοήθησε το ταλέντο του αδελφού του Edmond-Victor ως χημικού που στην εικόνα αυτή του επέτρεψε, για πρώτη φορά στην ιστορία της φωτογραφίας, να ξεχωρίσει το μπλε από το άσπρο στο φάσμα του φωτός.  Πριν από αυτό, προκειμένου να ξεχωρίσει η κορυφογραμμή, έπρεπε να ρετουσαριστούν με το χέρι οι χιονισμένες κορυφές.  Κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στην Παγκόσμια έκθεση του 1900, του δόθηκε η ευκαιρία να επεκτείνει τις δραστηριότητές του και εκτός της Ελβετίας.  Η φωτογραφία αυτή έλαβε πολλαπλές διακρίσεις και τράβηξε τη προσοχή του Λόρδου Nappier, ενός Σκωτσέζου ευγενούς, ο οποίος προσέφερε μία επιταγή εκατό λιρών για να ταξιδέψει ο Boissonnas στον Παρνασσό και να φωτογραφίσει το βουνό.

Φώτο 7η.JPG
Από το βιβλίο του Puaux Rene1919: Grece, σ. 12, with reproduction  of photographs by Frederic Boissonnas as shown at the Greek Government exhibition Paris, 1919 – New York Baltimore and Philadelphia, 1920 an a cataloque of the collection.  Σχόλιο: Οικ. Ζεμενό Κορινθίας, υψ. 560 μ. άνωθεν Ξυλοκάστρου.  Απ το Ζεμενό ο Fred Boissonnas φωτογραφίζει με κατεύθυνση βόρεια, πάνω απ τον Κορινθιακό κόλπο, τις χιονισμένες κορφές του Παρνασσού

 

«..σχεδόν δύο μήνες πήρε η προσπάθεια του Fred να τραβήξει ένα πλάνο του Παρνασσού, που να τον ικανοποιεί.  Τελικά ο Fred κι ο Daniel εγκαταστάθηκαν στο Ζεμενό Κορινθίας, απ όπου μπορούσαν να έχουν πανοραμική άποψη του Παρνασσού.  Νοίκιασαν μουλάρια για να μεταφέρον τον βαρύ εξοπλισμό τους (200 κιλά)! Και άρχισαν δουλειά.  Οι σύζυγοί τους, που κατέφθασαν σε λίγες μέρες, τους βρήκαν σε πολύ καλή διάθεση, πλήρως ενταγμένους στην κοινότητα.  Στο χωριό που δεν είχε ξαναφανεί φωτογράφος, διοργανώθηκε γιορτή.  Ο παπάς τους παραχώρησε το δωμάτιό του, αλλά ο ίδιος αρκέστηκε στο στάβλο που έβαζε το γαϊδαρό του».³

Φώτο 9η.JPG
«Βοσκοί στην κορυφή του Παρνασσού, 1903» από το βιβλίο Fred Boissonnas εικόνες της Ελλάδας, σ. 133, εκδ. Ριζάρειον Ίδρυμα

«Ο Fred Boissonnas πέρα από το καταγραφικό ενδιαφέρον του για όλα όσα εξαφανίζονται, μας δίνει μία εικόνα της Ελλάδας, που επεκτείνεται πέρα από την εθνογραφική μαρτυρία.  Η μεγάλη πίστη και ο θαυμασμός του για τη χώρα αυτή μεταδίδονται μέσα από το έργο του, με μία τρυφερότητα και μία αγάπη, που η δύναμή τους ακόμα και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, δίνει ψυχή σ αυτά τα κομμάτια χαρτιού, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει απλές φωτογραφίες»  (Gad Borel, καθηγητής στο Κολλέγιο της Γενεύης, στο άρθρο «Fred Boissonnas αναζητώντας τις ρίζες», στο BOISSONNAS, εικόνες της Ελλάδας, σ. 19, εκδ. Ριζάρειον Ίδρυμα

Στα σαράντα πέντε του, αναγνωρισμένος ως ένας από τους μεγαλύτερους Ελβετούς φωτογράφους, ανακάλυψε την Ελλάδα μαζί με τον φίλο του Daniel Baud – Bovy, πρύτανη της σχολής καλών τεχνών της Γενεύης, χάρη στις παραινέσεις του λόρδου Nappier.  Από την πρώτη αυτή αποστολή, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ομηριστής Victor Berard ενήργησε ως πολύτιμος οδηγός, ο Fred γύρισε με μερικές χιλιάδες φωτογραφίες.

Η περιπέτεια αυτή ακόμη στην αρχή της και μετά το δεύτερο ταξίδι το 1907, εκδόθηκε το βιβλίο με το μυθικό τίτλο La Grece par monts et par vaux, με κείμενο του Baud – Bovy.  Η πολυτελής αυτή έκδοση, 1910, βραβεύτηκε από την Γαλλική Ακαδημία κι εξαντλήθηκε αμέσως.  Με τις συνθήκες ευνοϊκές, ο Boissonnas επέστρεψε στην Ελλάδα το 1911, 1912 και 1913.

Ο Fred Boissonnas μαζί με τον συμπατριώτη μας Χρήστο Κάκκαλο και τον Daniel Baud – Bovy, υπήρξαν οι πρώτοι που το 1913 σκαρφάλωσαν την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, που μέχρι τότε, από μία περίεργη προκατάληψη, παρέμεινε απρόσιτη.

Χωρίς υπερβολή, ο Boissonnas είχε γίνει ο βασικός «Έλληνας» φωτογράφος της εποχής και ότι είχε αφομοιώσει σε μεγάλο βαθμό τα ήθη και τα έθιμα της χώρας αυτής.  Η έναρξη του 1ου Π.Π. δεν μείωσε καθόλου το ενδιαφέρον του για την Ελλάδα.  Οργάνωσε συνέδρια για να κάνει τον Όλυμπο πιο γνωστό και το 1918 πραγματοποίησε με τον Daniel Baud-Bovy μια ομαδική τουριστική περιήγηση στην Ελλάδα.  Το 1919 εξέδωσε το δεύτερο πολυτελή τόμο με τίτλο Des Cyclades en Crete au gre du vent.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος στήριξε την καλλιτεχνική δραστηριότητα του Fred Boissonnas στην Ελλάδα και χρησιμοποίησε στην μεγάλη έκθεση του Παρισιού το 1919, υλικό από επιλεγμένες φωτογραφίες του ως βασικό μέσο πολιτιστικής προβολής της χώρας μας.  Η δύναμη της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Fred Boissonnas ήταν αδιαμφισβήτητη.

Υπήρξε φωτογράφος – καλλιτέχνης και απέδωσε με μοναδικό τρόπο την πολύμορφη γοητεία του ελληνικού τοπίου.  Με την τεχνική και αισθητική θεώρηση, έδωσε όλα τα αριστουργήματα από τις περιοχές της Ελλάδας, τις οποίες φωτογράφισε με τις μηχανές με γυάλινες πλάκες, που ζύγιζαν εκατοντάδες κιλά και τις μετακινούσε συνήθως με μουλάρια και άλλα πρωτόγονα μέσα.

Ο εκδοτικός οίκος του Boissonnas ο οποίος ειδικευόταν σε βιβλία τέχνης, δημιουργήθηκε το 1910 και το 1920 είχε να παρουσιάσει περίπου δέκα βιβλία για την Ελλάδα.  Ποτέ πριν η Γενεύη δεν είχε εντρυφήσει τόσο βαθιά στην ελληνική κουλτούρα»4.

Τάκης Ντάσιος

1. «Η πρώτη ανάβαση», άρθρο του Fred Boissonnas, αναδημοσιευμένο στο βιβλίο Ματσούκα Πηνελόπη2013: Όλυμπος, 100 χρόνια, σ,26-27, σειρά: όπως πετάει ο γλάρος, εκδόσεις ΑΝΑΒΑΣΗ

2.  Άρθρο του Frederick Boissonnas, γραμμένο στη Γενεύη, Νοέμβριος 1933 και δημοσιευμένο στο μηνιαίο δελτίο του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, τεύχος 1, Ιανουάριος 1934,

3. Fred Boissonnas2004: Θεσπρωτία, σ. 10, έκδ. Τ.Ε.Δ.& Κ.Ν. Θεσπρωτίας, Hγουμενίτσα

4. (Armand Brulhart, καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Λωζάννης, στο άρθρο «Fred Boissonnas, ένας διεθνής φωτογράφος της Γενεύης» στο BOISSONNAS εικόνες της Ελλάδας, σ.23-24, εκδ. Ριζάρειον ίδρυμα.

Advertisements

2 thoughts on “FRED BOISSONNAS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s