Η μεγάλη διάσχιση…..

Φορτώθηκα το σακίδιο και περπάτησα προς την κεντρική πόρτα.  Ο σταθμός των τραίνων, ίδιος, αγέραστος τόσα χρόνια.  Εικόνες και συναισθήματα από τα παιδικά χρόνια που πηγαινοερχόμασταν στο χωριό – Αγόριανη Παρνασσού – αλλά και αργότερα για τις ορειβατικές μας εξορμήσεις¹.

Ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός, ο τόπος απ’ όπου ξεκινούν και τερματίζουν όλα τα τραίνα.

Τα φώτα διακριτικά, θα έλεγα, χλωμά και σκόρπια, κρατούν κι αυτά την ατμόσφαιρα παλαιάς εποχής, που θέλει τους σταθμούς των τραίνων μελαγχολικά σημεία αναφοράς.  Το ρολόι  ψηλά στο κέντρο του κτιρίου δείχνει την ώρα και όπως είναι κάποιων χρόνων, αμέσως προϊδεάζει τον ταξιδιώτη για ταξίδι στο παρελθόν.  Φιγούρες ανθρώπινες, σκόρπιες, πάντα η φυσιογνωμία του φαντάρου και του επαρχιώτη, αυτού, που παρ’ όλο που τα χρόνια πέρασαν, έδεσε την κίνησή του και την επαφή του με την πρωτεύουσα, με αυτή του τραίνου.

IMG5880.jpg
στο Σ.Σ. Ζαχλωρούς, Βουραϊκός ποταμός

Η μικρή ή μεγάλη ουρά στα εκδοτήρια εισιτηρίων, ο υπάλληλος πίσω από τον τζαμωτό πάγκο, το ίδιο το εισιτήριο που έχει «βαρύτητα», όσα χρόνια και να περάσουν, δεν ξέφτισε όπως άλλων μέσων, η μηχανή που τα θεωρεί…  Η αίθουσα αναμονής πνιγμένη στο τσιγάρο, δίπλα σου  κάποιος να κοιμάται γιατί αργεί το δικό του τραίνο ή γιατί ξέχασε τι περιμένει.  Όλα ποτισμένα με μία ατμόσφαιρα γνωστή.

Χάνεσαι μέσα σε φώτα θαμπά, την αντάρα από τον καπνό του τσιγάρου που δένει αρμονικά με αυτόν των τραίνων, στον καθορισμένο τρόπο που πρέπει να κινείται ο επιβάτης, τα εμπορεύματα και τις σκευοφόρες με τις αποσκευές.  Όλα μοιάζουν σαν να είμαστε στην δεκαετία του ’50 (κι ας ήμαστε κιόλας στις αρχές της δεκαετίας του ΄80) κι ας έχουμε απομακρυνθεί κάμποσο..  Στον σταθμό δεν μοιάζει τίποτα να αλλάζει.  Όλα συμφωνούν να κρατήσουν το ύφος των δεκαετιών που πέρασαν.  Έγιναν μικρές αλλαγές, αλλά αυτές δεν είναι ικανές να αλλάξουν ή και να σταματήσουν το ψάξιμο για το ποιο τραίνο πάει πού.  Τα μεγάφωνα προσπαθούν να βοηθήσουν αλλά μάταια.  Όλοι σπρώχνονται στις πόρτες των τραίνων μόλις αυτές ανοίξουν, κι ας ξέρουν πως εάν δεν μπουν όλοι μέσα, αυτό δεν φεύγει.

Ο σταθμάρχης, με την παραδοσιακή στολή, το κόκκινο καπέλο και το «σινιάλο» στο χέρι θα είναι εκεί σαν γείρεις από το παράθυρο και κοιτάξεις έξω.  Ψάχνεις για θέση και ενώ έχεις τη δική σου, κάθεσαι οπουδήποτε αλλού και βολεύεσαι.  Τακτοποιείς τα πράγματά σου σε χώρο τεσσάρων ατόμων και τότε θυμάσαι πως κάτι λείπει.  Τα τσιγάρα θα τελειώσουν, οι καραμέλες, τα μαντηλάκια.  Θέλεις να ξαναβγείς, αλλά στο διάδρομο γίνονται μάχες για μια θέση.  Εγκαταλείπεις κάθε προσπάθεια, όταν το σφύριγμα επιτέλους του σταθμάρχη δείχνει το πράσινο χρώμα.

Μ.Δ. 3
στο Σ.Σ. Σφενδάλης Αττικής

Το ταξίδι με το τραίνο δεν το διαλέγεις για την ταχύτητα.  Αυτό το ξέρεις.  Ρομαντικός, χωρίς να το συνειδητοποιείς, έχεις δεθεί με αυτό.  Το διαλέγεις από κάθε άλλο μέσο, γιατί θέλεις να συμμαζέψεις τις σκέψεις σου, καθώς μαζί με το τραίνο θα τρέχεις… στο παρελθόν.

Είναι το καλύτερο μέσο να διασχίσεις την χώρα όταν δεν βιάζεσαι, γιατί κάθε φορά σού ξετρυπώνει θύμισες με περιεχόμενο.

Χώνεσαι στο κάθισμα και ανταμείβεσαι από το τεράστιο άνοιγμα του παραθύρου.  Αυτό το παράθυρο, μέσα από το οποίο ένας ολόκληρος μαγικός κόσμος παρελαύνει…

Έξω έχει ξημερώσει για τα καλά.  Ο σταθμός της Αθήνας έχει μείνει πίσω, όπως και ο καπνός της μηχανής που μένει στο λεκανοπέδιο της μεγαλούπολης.  Η μία εικόνα διαδέχεται την άλλη.  Το μάτι σαρώνει τον ορίζοντα.

Τα σπαρτά και οι καλλιέργειες εναλλάσσονται και από το ύψος του τραίνου φαντάζουν αλλιώτικες.  Μικρά κτίσματα, πέτρινα, γέφυρες και τούνελ προσθέτουν τη δική τους γοητεία δίπλα στις γραμμές.  Ακόμη πιο πέρα, οι λόφοι και τα χωριά.  Σε κάθε χωριό και σταθμός, σε κάθε σταθμό και στάση.  Θα πάρει λίγους ταξιδιώτες, θα κατεβάσει λιγότερους.  Με το πέρασμα της ώρας, οι στάσεις θα γίνουν συνήθεια και θα πάψεις να τις μετράς.

Κουράζεσαι στο κάθισμα και βγαίνεις στο διάδρομο του τραίνου, αλλάζοντας παράθυρο και πλευρά θέας.  Ο θόρυβος του τραίνου άλλοτε σε κουράζει, μα τις περισσότερες φορές τον συνηθίζεις γρήγορα.

Οι ώρες περνούν, το φως κρατά και το ταξίδι συνεχίζεται.

Μ.Δ. 4.jpg
στο Σ.Σ. Λιλαίας Παρνασσίδος, νομός Φωκίδας

Το ταξίδι με το τραίνο μοιάζει να κερδίζει έδαφος, μένοντας πίσω.  Όλα τα άλλα μεταφορικά μέσα στον τόπο μας αφήνιασαν και τούτη η βαριά σιδερένια μηχανή με τα λίγα ή πολλά βαγόνια κερδίζει τον κόσμο χωρίς να κάνει τίποτα.  Απλά δεν άλλαξε τίποτα, δεν φόρεσε τη διαστημική στολή, αυτό έκανε.

Οι αυτοκινητόδρομοι φαντάζουν «ξεροί» και «άνοστοι», ενώ η διαδρομή με το τραίνο, βαθειά ριζωμένη μέσα μας, ξαναζωντανεύει με νοσταλγία.  Εικόνες όπως αυτές της καθυστέρησης στον κόμβο, για να μπορέσει να περάσει το αντίθετο τραίνο, πρόσωπα κουρασμένα ή γελαστά στα αντικριστά παράθυρα, εργάτες που οδηγούν στις γραμμές «την τριζίνα», που μοιάζουν να παίζουν.  Οι ομοιόμορφες πινακίδες που αναγγέλλουν το όνομα του χωριού, οι ίδιοι πέτρινοι σταθμοί, οι περιστεριώνες, το ρολόι γαλλικού οίκου, ο κισσός, το παραδοσιακό σουβλάκι της Λειβαδιάς και ο χαλβάς Φαρσάλων.

Το τραίνο συνεχίζει το ταξίδι του και σε σένα δίνει τον χρόνο να σκεφθείς και να προβληματισθείς για τόσα και τόσα.  Ένας ολόκληρος κόσμος που ζωντανεύει κάτω από την δική σου ματιά, ενώ ξέρεις ότι μόλις λίγα μέτρα από τις γραμμές του τραίνου που αγκομαχά να βγάλει την ανηφόρα, οι σύγχρονοι αυτοκινητόδρομοι προσφέρονται για ταχύτητες χωρίς ανάσα.

Βλέπεις, τα σύγχρονα μέσα, οι εποχές μας…

Έφερα στον νου μου τους παλαιούς ορειβάτες της δεκαετίας του ’40-’50.  Πρωτοπόροι σκαπανείς, άνοιγαν νέους ορίζοντες και με τον τρόπο της ζωής τους σκιαγραφούσαν νέα πρότυπα.  Ένας τρόπος ζωής, που σήμερα δεν προβληματίζει και προσπερνιέται, κρατώντας σε απομόνωση τους παλαιότερους απ τους σύγχρονους.  Έτσι οι παλαιοί, βυθισμένοι στις αναμνήσεις τους και στον πλούτο των βουνών που γνώρισαν, αφήνουν τους νεότερους να συνωστίζονται στα γειτονικά βράχια της πόλης, διαμορφώνοντας νέα κριτήρια για το βουνό και την ζωή.

Κερδίσαμε;

Τότε, φορτωμένοι όλο τον βιός πάνω τους, για μια χειμερινή εκδρομή σε κάποιο βουνό της Ρούμελης, της Θεσσαλίας ή της Πίνδου ήταν Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ και όχι μόνον.

Μέσα πρωτόγονα, με το τραίνο να αποτελεί το καλύτερο και μοναδικό πολλές φορές μεταφορικό μέσο.  Για να πάνε στον Όλυμπο, πήγαιναν στην Λάρισα σε μιά μέρα ταξίδι, μετά αυτοκίνητο για Κατερίνη και από εκεί επιστροφή στο Λιτόχωρο.  Το περπάτημα άρχιζε από τον κεντρικό δρόμο και ήταν μιά καλή δοκιμασία για τα πόδια μέχρι το χωριό.  Μετρήστε μέρες.  Δεν ήθελες μία βδομάδα τουλάχιστον;

Περπατούσαν, έκαναν σκι και σκαρφάλωναν με κανάβινα σχοινιά.  Οι παλαιοί απέκτησαν άλλη αντίληψη και διάσταση για το βουνό και αυτό το βλέπεις στις συζητήσεις τους με τους νεότερους.  Τι έμειναν από όλα αυτά;

Ο ένστολος ελεγκτής περνά και σού φωνάζει να ετοιμάζεσαι.  Η στάση θα είναι μικρή, γιατί το χωριό δεν έχει αντίκρισμα.  Σηκώνεσαι, κατεβάζεις το σακκίδιο απ’ την σκευοφόρο και βγαίνεις στο ενδιάμεσο.  Κοιτάζεις λίγο έξω και στριμώχνεσαι με τους λιγοστούς ανθρώπους, που θα κατέβουν και αυτοί.  Το τραίνο κόβει ταχύτητα.  Το σφύριγμα αναγγέλλει την άφιξη και η πόρτα ανοίγει.  Πετάς το σακκίδιο στο κενό και από πίσω εσύ.  Κόσμος δίπλα σου φωνάζει, χαιρετά και ψάχνει για κάτι.

Ο μικρός σταθμός του τραίνου στο δρόμο για το χωριό και το βουνό ακόμη μακριά.  Πέτρινο κτίσμα με τα κόκκινα κεραμίδια του, φτιαγμένο στις αρχές του αιώνα μας.  Η πινακίδα του σταθμού με τα δρομολόγια και το ρολόι.  Δεν έχει σημασία η ακρίβεια της ώρας.  Κανείς δεν νοιάζεται τι ώρα έφτασε, αλλά ότι έφτασε.  Το ρολόι είναι για να το κοιτάς.

Μ.Δ. 8.jpg
Το χ. Λιλαία (Κάτω Αγόριανη) Παρνασσίδος

Εδώ πρέπει να κινηθείς γρήγορα, αν δεν θέλεις να μείνεις στον σταθμό.  Γύρω σου όλοι γνωστοί μεταξύ τους, χωριανοί ή κοντοχωριανοί.  Ο μόνος ξένος εσύ, αν και αυτό δεν είναι πρόβλημα.  Είναι εύκολος ο τρόπος επαφής μαζί τους από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάσσεις, αφού έχει προηγηθεί η δική σου συμμετοχή και βοήθεια στο κατέβασμα από το τραίνο τόσων αγαθών και εμπορευμάτων, που έκαναν στης μεγαλούπολης το παζάρι.

Το λεωφορείο ‘Μπιρμπίλω’ περιμένει στην γωνία.  Ένα τεράστιο αμερικάνικο αυτοκίνητο δεκαετίας του ’40 και ας κοντεύουμε να αλλάξουμε αιώνα.  Είναι η ανταπόκριση με τα χωριά του βουνού.  Χωράει, και τι δεν χωράει.  Μέχρι και πτυσσόμενα σκαμνάκια.  Τι μαγικό πράγμα!  Είναι να απορεί κανείς πώς βολεύει τόσο κόσμο μέσα με τα φορτία τους.

Μ.Δ. 5
Το λεωφορείο της γραμμής Καρπενήσι – Άγραφα, στις όχθες του Αγραφιώτη ποταμού

Αυτά τα αυτοκίνητα στην ορεινή Ελλάδα είναι μέρος του τόπου και ότι πιο σπουδαίο υπάρχει.  Είναι η επαφή των κατοίκων των χωριών με τον σταθμό, με τον έξω κόσμο.  Μέσα από δρόμους δύσκολους, με κάθε καιρό, βροχή και χιόνι, αυτό είναι στην ώρα του στο ραντεβού, για να πάρει τους λιγοστούς ανθρώπους.  Είναι ήρωες αυτοί οι άνθρωποι, και μαζί τους αυτά τα αμάξια.

Επιβατικά λεωφορεία που εκτελούν τα δρομολόγια στα ορεινά χωριά, στις άγονες απομονωμένες γραμμές.  Είναι παλιά από  χρόνια, χοντροκομμένα, με διπλά διαφορικά, σχάρα πίσω και μέσα τους μηχανές δυνατές, η «μπιρμπίλω» ή όπως αλλιώς τις αποκαλούν περιπαιχτικά οι ντόπιοι.  Οι άνθρωποι με τα χρόνια έχουν δεθεί μαζί τους, τα αγάπησαν και τούς έδωσαν  δικά τους ονόματα.  Η φήμη τους έχει περάσει τα στενά όρια της περιοχής.  Ταξίδια με τέτοια μέσα στα ορεινά του τόπου μας είναι από τις εμπειρίες που μένουν αλησμόνητες.

Μ.Δ. 7
Το λεωφορείο της γραμμής Ναύπακτος – Άνω Χώρα Ναυπακτίας

Στοιβαγμένος μέσα, με ανθρώπους και εμπορεύματα, μαζί και τα ζωντανά, διαθέτεις ώρα για να φτάσεις στον προορισμό σου, αφού είναι το μόνο μέσο που θα σε οδηγήσει εκεί.  Ατελείωτες στάσεις να κατεβάσει και να πάρει κόσμο, μιά οικογένεια μοναχική στην άκρη του δρόμου περιμένει, όπως και πιο κάτω ο γέροντας που γυρίζει από το χωράφι αλλά και ο ταχυδρόμος…

Αυτά τα μεταφορικά μέσα χάνονται σήμερα –αν δεν έχουν χαθεί– και δρόμοι, αυτοκίνητα, ανέσεις κάνουν τα πράγματα να φαίνονται παιχνιδάκι, μέχρι να πέσει όμως το πρώτο χιόνι.

Στριμωγμένος αγκαλιά με το τεράστιο δέμα, τις σακούλες και τα εργαλεία των χωριανών, ακούς όλα τα νέα του χωριού, και τα καλά και τα άσχημα, ανακατεμένα με τα χωρατά τους, όπως αυτοί ξέρουν να μολογάνε.  Κόσμος απλός, ζεστός, πού ξέρει να αγωνίζεται, κάνοντας τις δυσκολίες της ζωής ωφέλιμο φορτίο.  Η ζωή τους είναι σκληρή.

Στο ορεινό χωριό η ζωή δεν χαρίζεται.  Λιγοστοί οι κάτοικοι, που τον χειμώνα γίνονται ακόμη λιγότεροι, μαθαίνουν να ζουν με τον τόπο.  Απλές χαρές της ζωής, όπως η ζεστή κουβέντα, το ενδιαφέρον τους για τον τόπο τους, ένας καλός λόγος, και η δική σου προσπάθεια, άφτιαχτη προσέγγιση στην επικοινωνία, είναι τα μόνα που χρειάζεσαι.  Προσπαθείς να καταλάβεις τους ανθρώπους, και τότε, ανακαλύπτεις την αγάπη, μέσα και δυνατότητες που χάσαμε στο απρόσωπο της μεγαλούπολης, καθώς μας στοιβάξανε όλους εκεί.

Φτάνεις στο χωριό και όλα ακολουθούν το δρόμο τους.  Ο στρατοκόπος θα βρει την ζεστασιά στο μαγαζάκι της πλατείας.  Ένα ζεστό ρόφημα ή αν προτιμάς ένα ζεστό τσίπουρο, μιά ζεστή ακόμη περισσότερο κουβέντα και γύρω από την ξυλόσομπα οι πληροφορίες.  Εσύ να ρωτάς για τα μονοπάτια, για το βουνό, για τα περάσματα, και αυτοί για τα νέα της Αθήνας, τους νεωτερισμούς και τόσα άλλα.  Πιο πίσω οι γεροντότεροι αμίλητοι να κουνούν το κεφάλι τους.

Μ.Δ. 9.jpg
Ανηφορίζοντας στο διάσελο της Καλιακούδας, νομός Ευρυτανίας

Λίγες στιγμές, σε τόπους γεμάτους ανθρωπιά και φυσική ζωή, αποτινάζουν μακριά τη σκόνη της τσιμεντούπολης.  Ανθρώπινες φωνές, χαχανητά, σκουξιές ζωντανών, σφυρίγματα και εικόνες βιβλικές, από αιώνες εκεί, να επαναλαμβάνονται έξω από χρόνο.

Θα βρεθεί σπίτι να ξαποστάσεις, να γευτείς χωριάτικο φαγητό, να καθίσεις στο τραπέζι με το φως του λυχναριού.  Θες να κινήσεις αξημέρωτα και το δηλώνεις.

Νύχτα ακόμη σε ξυπνούν και είναι όρθιοι, εκεί στου τζακιού την ζεστασιά –έκαιγε όλη νύχτα– και ο καφές έτοιμος δίπλα να αχνίζει.  Κοντά στο σακκίδιο το ζυμωτό ψωμί και λίγα καρύδια που άφησε η θειά.  Κουνάς το κεφάλι.  Τι να πεις;  Πώς να το μετρήσεις;  Πώς να το ανταποδώσεις;

Χαιρετάς τους ανθρώπους που ξεκινούν και αυτοί για τις δουλειές τους αξημέρωτα, να απορείς με τόσο κόσμο στα στενά.  Κουδούνια ζωντανών, κλεφτοφάναρα στα χέρια, μουλάρια φορτωμένα με ξύλα, και εγώ ανάμεσά τους, φορτωμένος το σακκίδιο στην πλάτη, να οδηγώ τα βήματά μου στην περιπέτεια, στην προσωπική μου αναζήτηση.

Το πρώτο φως έρχεται και γι’ αυτό έχω λίγο χρόνο στη διάθεσή μου να συγκεντρωθώ.  Νοιώθω πολύ δυνατά, αφού τα πόδια μου πατούν γερά.  Στο στομάχι έχει καθίσει καλά το πρωινό και στο κεφάλι γυροφέρνουν τα μεγάλα σχέδια.  Τρίβω τα χέρια μου και σκέφτομαι…

Μ.Δ. 10.jpg
Απ το διάσελο στη κορφή της Καλιακούδας, ύψ. 2.101 μ.

Για μέρες θα περιπλανηθώ στις χιονισμένες κορφές, θα σκαρφαλώσω στα παγωμένα λούκια, θα βαδίσω, θα βαδίσω και θα ακούσω τον ήχο των κραμπόν, θα μιλήσω με την παγωμένη μου ανάσα, και θα συναγωνισθώ τους κτύπους της μεγάλης καρδιάς.  Για μέρες θα γυροφέρνω από κορυφογραμμή σε χαμηλώματα, από ξωκλήσι σε στάνη και όταν τα κάνω όλα, μετά από μέρες, θα ροβολήσω στο γειτονικό χωριό.  Θα έχω χαθεί προηγουμένως, θα έχω δυσκολευθεί για πρώτη φορά τόσο πολύ, αλλά στο τέλος, σώος και ευτυχής, θα τα έχω καταφέρει.  Βλέπω κιόλας την ώρα που θα μπαίνω στο πρώτο χωριό, τα σπίτια,  καθώς πια κατηφορίζω.

…Το φως της ημέρας έγινε περισσότερο και γύρω μου φάνηκε η συννεφιά που είχε καθίσει για τα καλά.  Πουλιά δεν ακούγονταν με τον ερχομό του πρωινού, ούτε άγγελοι ανεβοκατέβαιναν από ψηλά.

Τα πρώτα χιόνια ήταν μαλακά καθώς τα πόδια μου βούλιαζαν όλο και περισσότερο.  Διώχνοντας τις ονειροπολήσεις, έφερα στο νου μου τα λόγια

του γέρο-Μήτρου που μου είχε πει από βραδύς: «Ο καιρός χαλάει, έρχεται καινούργιο χιόνι.  Δεν θα το βρεις το μονοπάτι..»

Η μεγάλη διάσχιση μόλις άρχιζε…

Τάκης Ντάσιος

¹Βλέπε Ματσούκα Πηνελόπη – Αδαμακόπουλου Τριαντάφυλλου2009:Ορειβασία στην ορεινή Φωκίδα Γκιώνα, Βαρδούσια, Παρνασσός,πράσινος οδηγός, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ 

Advertisements

4 thoughts on “Η μεγάλη διάσχιση…..

  1. Δύσκολα μπορώ να θυμηθώ κείμενο που να μ’ έχει αγγίξει τόσο…

    «Κόσμος απλός, ζεστός, πού ξέρει να αγωνίζεται, κάνοντας τις δυσκολίες της ζωής ωφέλιμο φορτίο. Η ζωή τους είναι σκληρή.
    Στο ορεινό χωριό η ζωή δεν χαρίζεται. Λιγοστοί οι κάτοικοι, που τον χειμώνα γίνονται ακόμη λιγότεροι, μαθαίνουν να ζουν με τον τόπο. Απλές χαρές της ζωής, όπως η ζεστή κουβέντα, το ενδιαφέρον τους για τον τόπο τους, ένας καλός λόγος, και η δική σου προσπάθεια, άφτιαχτη προσέγγιση στην επικοινωνία, είναι τα μόνα που χρειάζεσαι. Προσπαθείς να καταλάβεις τους ανθρώπους, και τότε, ανακαλύπτεις την αγάπη, μέσα και δυνατότητες που χάσαμε στο απρόσωπο της μεγαλούπολης, καθώς μας στοιβάξανε όλους εκεί».
    Ευχαριστώ καρδιάς!

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Καποια συναισθηματα δεν λεγονται με λογια..μας γεμιζουν μονο…και μας μεταφερουν ….καπου αλλου…..νομιζα πως ειμουν λιγο πριν την κορφη της καλιακουδας….οχι.. δεν ειμουν εκει….ειμουν κατι απο εκει….κοματι της…. κι αληθεια σου λεω……εκει ..θαθελα να μεινω….καθεφορα που κατεβαινω μελαγχωλω…..

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s