Ολύτσικας (Τόμαρος), σε τρεις πράξεις

α.To ψηλότερο βουνό της Ελλάδας ο … Ολύτσικας

Είχαμε αφήσει τη δημοσιά και ακολουθούσαμε τον χωμάτινο δρόμο.  Βρισκόμασταν ανάμεσα στα όρη Σουλίου —  Θεσπρωτικά όρη, ανάμεσα στους νομούς Πρεβέζης και Ιωαννίνων και πηγαίναμε βόρεια να συναντήσουμε τον επόμενο ορεινό όγκο, τον Τόμαρο(1) , που είναι ολόκληρος στο νομό Ιωαννίνων.  Καθώς είχαμε από ώρα χάσει την αίσθηση του χρόνου, βαλθήκαμε να μετράμε τα χωριά που περνούσαμε: Δεσποτικό, Άνω Ράχη, Βρυσούλα, Ρεματιά, Κάτω Ρεματιά, Σκιαδάς, Αλώνι, μέχρι που φτάσαμε στο χωριό Πολυστάφυλλο Πρεβέζης, πριν περάσουμε τα γεωγραφικά όρια του νομού και μπούμε σ αυτόν των Ιωαννίνων.  Πηγαίναμε αντίθετα με την πορεία των  νερών του Αχέροντα ποταμού και κάποια στιγμή που αποκάναμε είπαμε να σταματήσουμε για μια ανάσα.

Ολύτσικας 1.jpg
Ο Τόμαρος (Ολύτσικας),ύψ.1974 μ. απ τα ΝΑ.
 

Η εκκλησία στην είσοδο του χωριού μας έκανε να κόψουμε ταχύτητα και να ανασάνουμε.  Την ανάσα διαδέχτηκε ο θαυμασμός για την εκκλησιά, που ήταν αφιερωμένη στην Παναγιά.  Σωστό στολίδι, σε καθήλωνε με την ομορφιά και την λιτότητά της.  Διασχίσαμε το χωριό και σ’ ένα άνοιγμα του χώρου το μάτι σταμάτησε σε μια πινακίδα, «μαγαζί».  Σταματήσαμε μπροστά του και ανοίξαμε την πόρτα.  Τόσες ώρες στον πηγαιμό ανάμεσα στα βουνά κουράζεσαι.  Αποζητάς μια ανάσα, μια κουβέντα.

Μπήκαμε μέσα.  Ήταν από εκείνα τα μαγαζιά που υπήρχαν και κρατούσαν από παλιά.  Είχε από τηλέφωνο μέχρι όλων των ειδών τα καρφιά για οικοδομή.  Χαιρετήσαμε και πήραμε αμέσως απόκριση.  Θα μας προλάβαινε η κουβέντα του μαγαζάτορα, αλλά ίσως το ότι ήμασταν ξένοι τον έκανε να κοντοσταθεί.

-Από πού είστε;

-Απ’  την Αθήνα.

-Ορέ μπράβο, μακριά, και πώς βγήκατε εδώ πάνω;

-Μας αρέσουν τα βουνά και ανεβαίνουμε …

-Ωραία, τι θα σας κεράσουμε;!!

-Δυο πορτοκαλάδες για το καλό..

Η θεια, – γυναίκα του μαγαζάτορα, λιγομίλητη και γλυκιά, – όσες φορές είχε προλάβει να σιγομιλήσει ανάμεσα στις κουβέντες του μπάρμπα και τις δικές μας – μας σερβίρισε σε δίσκο τα αναψυκτικά.  Ανταλλάξαμε ευχές ζεστές, σαν να είχαμε πάει επίσκεψη σε σπίτι γνωστού μας στην ονομαστική του γιορτή.  Δεν είχαμε παρά λίγα λεπτά κοντά στους ανθρώπους και αισθανόμασταν ότι γνωριζόμασταν από χρόνια.  Συνεχίσαμε την κουβέντα  για τον τόπο, τα χωριά, τα βουνά.

-Και πού θα πάτε τώρα; ρώτησε ο μπάρμπας

-Κατά τον Τόμαρο, τον Ολύτσικα λέμε..

Η θεια παραδίπλα σταυροκοπήθηκε και αφού συνήλθε είπε με φωνή δυνατή:

-Ο Ουλίτσικας είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας!!

Ο μπάρμπας σαν τ’ άκουσε βιάστηκε να διορθώσει:

-Ε… όχι και το ψηλότερο της Ελλάδας, εδώ στην περιοχή μας είναι… Είναι ψηλό και άγριο.

Η θεια σαν άκουσε αυτά συμμαζεύτηκε και συμπλήρωσε.

-Ε, καλά παιδάκ’ μ, δεν ξέρω εγώ απ’ αυτά, κατά πως τα λένε, πάντως είναι πολύ ψηλό, το ψηλότερο..

-Ναι, το ψηλότερο στην λάκα μας.  Κατά τα βόρεια, έκανε ο μπάρμπας και συνέχισε.  Κάτι χιόνια, κάτι καιροί με αγέρες που κολλάνε εκεί πάνω, χαλασμός σ’ αυτό το βουνό.. Πάντως πρώτα ασπρίζουν πιο δεξιά τα Τζουμέρκα και μετά ο Ολύτσικας..

Ήταν τόσο φυσικά όλα αυτά που γινόντουσαν μέσα στο μικρό μαγαζάκι, τόσο απλά, που μπορούσαμε να ακούμε, για ώρες, τέτοια και άλλα πολλά.  Χαιρόμασταν την κάθε στιγμή, την κάθε κουβέντα που έβγαινε απ’ το στόμα των ανθρώπων.

Το «λάθος» της θειας  εδώ λειτουργούσε όπως το έλεγε και συμφωνούσες.  Δεχόσουν αυτό που πίστευε, γιατί ήταν αυτό πού πήγαινες να μετρηθείς και εσύ.  Στα ορεινά, σε κλειστές κοινωνίες, που οι άνθρωποι κινούνται με άλλα μέσα και η πιο μακρινή τους διαδρομή μπορεί να είναι αυτή που οδηγεί βόρεια στα Γιάννενα, ο Ολύτσικας είναι το ψηλότερο εμπόδιο που στέκεται καταμεσής πανύψηλος.  Τι καιρούς θα είδαν τα μάτια τους, τι δυσκολίες θα χόρτασαν!  Άλλα χρόνια, στη στράτα φορτωμένοι, και τι δεν θα είχαν να θυμούνται!

Ολύτσικας 2
Η ψηλή κορφογραμμή του Ολύτσικα

Από παιδί, από τότε που πρωτοείδαν το φως, τους κοιτάζει.  Άκουγαν  τόσες και τόσες ιστορίες, ζούσαν στιγμές δύσκολες καθώς οι χωρικοί τον χειμώνα προσπαθούσαν να σπάσουν τον αποκλεισμό που τους επέβαλε το βουνό με το χιόνι, για να φτάσουν στο κέντρο ή να γυρίσουν στο σπίτι τους.  Οι αποστάσεις μετριόντουσαν στην μικροκλίμακα του περιορισμένου χώρου, εκεί που οι άνθρωποι ζούσαν και προσπαθούσαν να στεριώσουν.  Το βουνό, μέτρο σύγκρισης για τους ανθρώπους και τις δυνατότητές τους, ήταν και είναι το ψηλότερο για τον καθένα, όσο θα συγκρίνεται στο μέγεθος  άνθρωπος – φύση και αυτό το ονοματίζει ο καθένας μας..

Ολύτσικας 3.jpg
Απ τις κορφές του Ολύτσικα κοιτάζοντας βόρεια

β. Ο μπάρμπα Χρυσόστομος Κολιγιάννης

Είχαμε ανέβει στην κορφή του βουνού Ολύτσικα και νωχελικά κατηφορίζαμε στο σαθρό απογυμνωμένο τοπίο.  Ένα κοπάδι από καλιακούδια έπεσε στην αντίληψή μας και σταματήσαμε για λίγο να το παρατηρήσουμε, καθώς έκανε απίστευτα παιγνίδια και τεχνάσματα, χρησιμοποιώντας τον αέρα των ψηλωμάτων.

Είχαμε αφήσει πίσω μας τα ‘χτένια’ της κορυφογραμμής και πιάσαμε την ρεματιά.  Κάποια στιγμή που χάσαμε τον ορίζοντα, προσέξαμε τα σύννεφα, που είχαν μαζευτεί στον ουρανό, εκεί που οι αχτίδες του ήλιου είχαν βρει πέρασμα ανάμεσα στα πυκνά σύννεφα και έριχναν ένα ιδιαίτερο φως στην πλαγιά που κατεβαίναμε..  Πιο κάτω, κάτι σταγόνες ψευτοέπεσαν.  Βάλαμε σημάδι το σημείο που υπήρχε το νερό της πηγής με την ποτίστρα, και φτάσαμε εκεί.  Ευκαιρία να ξεδιψάσουμε και να πάρουμε ανάσα.  Η συννεφιά είχε πυκνώσει, ο ουρανός είχε γίνει μολυβένιος και το αεράκι μύριζε βροχή.

Ολύτσικας 4.jpg
Ποιμενική εγκατάσταση στο οροπέδιο «Κάμπος», υψ. 1.250 μ. νότια της ψηλής κορφής

Πάνω στην ώρα φάνηκε απ’ την πλαγιά  ανθρώπινη φιγούρα να έρχεται προς το μέρος μας.  Φτάνοντας στο νερό χαιρετηθήκαμε.  Ήταν ο τσοπάνος απ’ τον «Κάμπο» που ανέβαινε ψηλά να κατεβάσει τα γίδια.

-Από πού είστε;

-Απ’ την Αθήνα..

-Και βγήκατε πάνω στα βουνά μας;  Πώς και έτσι;

-Ε.. περπατάμε σε κάνα βουνό άμα βρούμε καιρό..

-Και τι δουλειά κάνετε;

-Υπάλληλοι..

-Μπάρμπα θα κάνει βροχή; τον ρωτάω, καθώς  σταγόνες έπεσαν στο κεφάλι μου.

-Θα φέρει κατά πως δείχνει… Άντε φεύγω και εγώ για πάνω, να μαζέψω το κοπάδι και τα ξαναλέμε κάτω στο κονάκι.

Ολύτσικας 5.jpg
Ποιμενική στάνη και πίσω ο όγκος του Ολύτσικα

Εμείς κατηφορίσαμε γρήγορα για τα χαμηλά που δεν θέλαμε και πολύ για να φτάσουμε στον Κάμπο – οροπέδιο σε υψόμετρο 1.250 μέτρων, στα νότια του βουνού, που έχουν τα κονάκια τους οι τσοπάνηδες.  Τα σύννεφα έφεραν σταγόνες χοντρές και το μπουμπουνητό, που μούγκριζε με διάρκεια, μας έκανε να γυρίσουμε το κεφάλι μας και να μετρήσουμε τις αστραπές.

Καθώς κοντεύαμε να φτάσουμε στον Κάμπο είδαμε για τελευταία φορά τον μπάρμπα να περνά την ‘σάρα’ της κορφής και να χάνεται στα ‘χτένια’ της.  Μόλις φτάσαμε στο κονάκι η θεια είχε βγει κιόλας παραέξω και όλο ανησυχία μας ρώτησε:

-Είδατε τον γέρο; ρώτησε όλο ανησυχία.

-Ναι, σμίξαμε στο νερό. Αυτός μετά ανέβηκε κατά την κορφή για να ξεκολλήσει το κοπάδι.

Κάναμε κατά το κονάκι όταν πια οι σταγόνες έγιναν ποτάμι, έχοντας ξεπεράσει τα φυσιολογικά μεγέθη, τη στιγμή που ο ουρανός είχε ανοίξει και οι αστραπές έπεφταν με τέτοιο ρυθμό, που δεν προλάβαινες να τις παρακολουθήσεις.  Μουγκαμάρα.  Δεν τολμούσαμε να ανοίξουμε το στόμα.  Λουφάξαμε στο χαμηλό άνοιγμα του κονακιού και κοιτάζαμε κατά τις κορφές.  Δεν μας χωρούσε το μέσα, καθώς υπήρχε άνθρωπος έξω, πάνω σ’ αυτές.

Τα μάτια όλων μας ήταν στραμμένα προς τις κορφές, εκεί που έπρεπε να βρίσκεται ο μπάρμπα Χρυσόστομος – όπως ακούσαμε το όνομα απ’ την θεια – να το λέει και να το ξαναλέει στις προσευχές της.  Όλο ανησυχία έβγαινε στην βροχή, μούσκεμα είχε γίνει, σταυροκοπιόταν και σιγομουρμούριζε το όνομά του στις δεήσεις της.

Η ένταση της μπόρας ήταν τρομακτική.  Το νερό που έπεφτε δεν ήταν το πρόβλημα, όσο οι κεραυνοί που έπεφταν με δύναμη ολόγυρα.

Τί να γίνεται τώρα ο μπάρμπας; Τί να κάνει; Πώς να βοηθήσεις;  Δεν μπορείς..

-Δουλειά κι αυτή με τα ζωντανά..

-Πληρώνεται αυτό με τίποτα, άκουσα μια στιγμή την θεια να μονολογάει, φαρμακωμένη.  Τί τα ήθελε αυτά;  Αχ παιδάκ μ, τί γίνεται τώρα, τί θα κάνω;

Προσπαθήσαμε να πούμε δυο λόγια αλλά δεν βρίσκαμε.

Ο ουρανός είχε ανοίξει και μια τεράστια δεξαμενή νερού χιλιάδων τόνων έπεφτε με δύναμη, λες και μήνες τώρα κάποιο χέρι το συγκρατούσε.  Οι αστραπές χαμήλωσαν  και δεν καταλαβαίναμε εάν αυτά γινόντουσαν στον ουρανό ή στο βουνό από πάνω μας.

Κράτησε ώρα, ίσως και να μας φάνηκε ατέλειωτη αυτή η απογευματινή μπόρα, καθώς ήμασταν καθηλωμένοι στο κονάκι.  Εμείς προστατευμένοι στο κονάκι του και ο τσοπάνος να βολοδέρνει στις κορφές.  Νάναι τουλάχιστον ζωντανός;  Τί να γίνεται;

Η βροχή έκοψε λίγο, οι σταγόνες έγιναν αργοκίνητες και εμείς  πεταχτήκαμε γρήγορα έξω.  Κοιτάζαμε στα χτένια και στις σάρες να δούμε κάτι, να ανακαλύψουμε κάτι που να κουνιέται.

Ολύτσικας 6.jpg
Στην τοποθεσία «Κάμπος» με αυγουστιάτικη βροχή

Η θεια είχε φαρμακωθεί.  Τέτοια ανησυχία πού να την χωρέσει και ας είχαν δει τόσα και τόσα τα μάτια της.  Να τριγυρίζει και να μουρμουρίζει κάθε τόσο, μια να παρακαλεί τον Θεό και την Παναγιά και την άλλη να αναθεματίζει τα ζωντανά.  «Θα μας φάνε αυτά..»

Κάποια στιγμή ψηλά στις κορφές, στη σάρα, φάνηκε μια γραμμή που σάλευε.  Ήταν τα γίδια που κατηφόριζαν.  Ανθρώπινη παρουσία πουθενά.  Ακολουθήσαμε με τη ματιά την πορεία των ζωντανών και η αγωνία μας κορυφώθηκε, καθώς το σούρουπο έκανε τα πράγματα δυσκολότερα.

Ολύτσικας 7.jpg
Ἡ αγαπημένη της..
 

Πέρασε κάμποση ώρα χωρίς να ξέρουμε τι κάνουμε, όπου στο τέλος αποφασίσαμε να πάρουμε τον δρόμο για το νερό.  Ξαφνικά, μέσα στο δειλινό φανερώθηκε η φιγούρα του μπάρμπα Χρυσόστομου!!  «Δόξα τον Θεό», τι άλλο να πεις.. ο άνθρωπος ήταν ζωντανός.  Σε τι χάλια ήταν δεν λέγεται.

Άμα δεν έχεις ζήσει από κοντά την ζωή του τσοπάνη δεν καταλαβαίνεις πολλά.  Έχει ζόρια τούτη η δουλειά και ας φαίνεται ραχάτι.  Πληρώνεται αυτό; Πόσοι βοσκοί διαβάζουμε σκοτώνονται κάθε χρόνο από αστροπελέκια; Σε κάθε βουνό έχουν να μας πουν και μια ιστορία.  Τούτη την φορά ο μπάρμπα Χρυσόστομος ήταν τυχερός.  Άνοιγε ο τόπος γύρω του.. σειόταν η γη.. είδε τον χάρο με τα μάτια του.. δεν ήταν  τούτη τη φορά η σειρά του.

Ολύτσικας 8α.jpg
Παλιό, πέτρινο μαντρί για άρμεγμα του κοπαδιού

Αυτοί οι ξωμάχοι των ψηλών κορφών, αυτοί  που δίνουν ζωή σε ραχούλες και κορφοβούνια, αντάμα με τα ζωντανά τους, «οι καλοί ποιμένες» σαν καλοί πατέρες θα τρέξουν πρώτοι στο καθήκον.  Ούτε παιδιά τους να ήταν!  Θα αψηφήσουν τους κινδύνους και θα τρέξουν εκεί, που πόδι ανθρώπου δεν κολλά, με κρύο, με χιόνι, όπου και όποτε τον καλεί η ανάγκη.  Με κάθε καιρό, με κίνδυνο της ίδιας της ζωής τους..

Αργά, μετά το άρμεγμα και το πότισμα των ζωντανών, όταν βρέθηκε λίγη ώρα για ανάσα, εκεί γύρω στη φωτιά, που είχε κολλήσει στη γωνιά του κονακιού για να στεγνώσουν τα ρούχα, ήπιαμε ένα τσίπουρο, είπαμε κάμποσα, όπως τα ορεινά ορίζουν και δεν λησμονήσαμε –με την προτροπή του μπάρμπα Χρυσόστομου–  να ευχαριστήσουμε τον Θεό.

«Αυτός τα ορίζει όλα», συμπλήρωσε, και τα μάτια του φώτισαν μέσα στο κονάκι.

Ολύτσικας 8.jpg
Πέτρινο μαντρί στην τοποθεσία «Κάμπος»

γ. Η γυναίκα του μπάρμπα Γιώργη με τα 7 παιδιά..

Καλοκαίρι και το νερό στο βουνό δεν είναι τόσο εύκολο.  Γυροφέρναμε στα ψηλά του Ολύτσικα και όταν αποφασίσαμε να χαμηλώσουμε το πρόβλημα που παρουσιαζόταν τώρα ήταν το νερό.  Αυτό θα καθόριζε αν θα κατασκηνώναμε στο βουνό ή θα έπρεπε να χαμηλώσουμε περισσότερο.  Ο τόπος έδειχνε ότι πρέπει να υπήρχε νερό μιας και η παρουσία κονακιών, αν και έρημα, το μαρτυρούσαν.  Δεν αργήσαμε να το βρούμε και ήταν εκεί που σμίξαμε με την οικογένεια του Σπύρου Γιώργου.

Χαιρετηθήκαμε εγκάρδια και μετά απ’ τα πρώτα λόγια και την έκπληξή τους με την παρουσία μας στα μέρη τους, μας προσκάλεσαν στο κονάκι τους.  Σκύψαμε και γεμίσαμε τα παγούρια μας και η φωνή του μπάρμπα Γιώργη συνέχισε:

-Πρόχειρα πράγματα, κάτι θα βρούμε, να πιούμε κανένα τσίπουρο, να πούμε κανένα νέο ..εδώ πάνω θέλουμε κουβέντα, αυτό μας λείπει..

Ολύτσικας 9.jpg
..μας αποχαιρετούν με την ευχή να ματασμίξουμε

Το κονάκι ήταν λίγο πιο κάτω από την πηγή, από πέτρα καμωμένο, λιτό, που μέσα τα είχε όλα.  Μπήκαμε μέσα και ας είχε φως ακόμη έξω.  Μέσα βρεθήκαμε σ’ έναν άλλο κόσμο.

Κάνα δυο καθίσαμε στα κρεβάτια, κάποιοι βολεύτηκαν σε ξύλινα σκαμνάκια, χαμηλά και οι υπόλοιποι καταγής.  Η γυναίκα έφερε μια βόλτα τα ποτηράκια με το τσίπουρο που ήταν για τις ευχές και βγήκαν και οι ελιές από τον τενεκέ, για να σταθούν στο αυτοσχέδιο δισκάκι.  Για τραπέζι βάλαμε την ανάποδη μεριά του τενεκέ.

Καθώς καθόμουν δίπλα στον μπάρμπα Γιώργη, έριξα μια ματιά πάνω του, φέρνοντας στον νου μου άλλα χρόνια, χρόνια μακρινά… Τότε, αιώνες πίσω, τότε που πάσχιζε ο άνθρωπος  να διατηρήσει το φως άσβηστο, τις παραδόσεις, τις ρίζες του.  Πάνω στα βουνά οι ξωμάχοι κράτησαν την σπίθα αναμμένη..  Αυτή έβλεπα δίπλα μου, μέσα στο μισοσκότεινο κονάκι, ψηλά στον Ολύτσικα.

Τα μάτια αυτά καθώς σπίθιζαν, πιστοποιούσαν αυτή τη δίψα για τη ζωή, τη δίψα να μάθει τα νεότερα και τα σύγχρονα της μακρινής πολιτείας που φέρναμε εμείς.   Με δίψα ν’ ακούσει τα ξενόφερτα και με σύνεση, πολύ σοφά να ξεστομίσει τις δικές του κουβέντες.

Εδώ πάνω υπάρχει χρόνος για να ζυγιάσει το κάθε τι, τίποτα δεν ξεφεύγει.  Θα ακούσει τα νέα της πολιτείας και όταν αυτά δεν έχουν τίποτα νέο να προσθέσουν, θα μας μιλήσει για τα δικά τους.  Το χωριό τους, τα πρόβατα, το χειμαδιό, τη ζωή στα βουνά.

Η γυναίκα του θα συμμαζέψει και θα μιλήσει εκεί που θα ζητηθεί.  Επτά παιδιά μεγάλωσε και όλα τα πάντρεψε.  Τούτο μαζί τους είναι το μικρότερο, το στερνοπούλι. Έδειχνε άξια γυναίκα κατά πως κουμαντάριζε το κονάκι, κατά πως φανέρωνε το κάθε τι στη στιγμή.

Δεν μίλησε η ίδια, όταν ακούσαμε ότι είχε επτά παιδιά.  Απλά θαυμάσαμε και κουνήσαμε το κεφάλι. «Μπράβο, να τα χαίρεστε, υγεία νάχουν, να τα δείτε όλα όπως θα θέλατε..»

Το τσίπουρο (δευτέρωσε) ζευγάρωσε, έγινε και τρίτος γύρος καθώς το δειλινό άρχισε να πέφτει.  Οι δουλειές είχαν μείνει πίσω, τα γίδια είχαν κατέβει στο νερό και περίμεναν.  Η θεια τράβηξε έξω, φτιάχνοντας το τσεμπέρι με κείνον τον ιδιαίτερο τρόπο, που αυτή ξέρει να το στεριώνει  στο κεφάλι.

«Καιρός να φεύγουμε και εμείς»», είπαμε, καθώς έπρεπε να αφήσουμε το κονάκι και τους ανθρώπους του.  Για μας ήταν μια ευχάριστη ζεστή ανάπαυλα στο τέλος της ημέρας, μετά από το ανέβασμα του βουνού.  Για ύπνο φροντίσαμε να κατασκηνώσουμε κοντά στα κονάκια, αφού είχαμε εξασφαλίσει το αναγκαίο νερό.  Οι ανθρώποι μετά τις ασχολίες τους με το κοπάδι θα κατέβαιναν στο χωριό, μιας και ο μπάρμπα Γιώργης ήταν και πρόεδρος του χωριού.  Άξιος άνθρωπος, για όλους και για όλα έτρεχε. Σ’ όλα μέσα.. Ευχαριστήσαμε τους ανθρώπους, σφίγγοντας δυνατά τα χέρια και είπαμε «καληνύχτα».

..Την άλλη μέρα το πρωί, καθώς κατηφορίζαμε από το βουνό, σμίξαμε με την θεια Παρασκευή, που βοηθούσε στο κονάκι του μπάρμπα Χρυσόστομου.  Κατέβαινε στο γειτονικό χωριό να κάνει προμήθειες και θα ξαναγύριζε αργότερα.

Είπαμε για τον τόπο, είπαμε για τις δυσκολίες,  τόφερε η κουβέντα και για τους γειτόνους της νύχτας στην άλλη πλευρά του Κάμπου.  Όταν αναφερθήκαμε στον μπάρμπα Γιώργη και την οικογένειά του, το πρόσωπο της θειας φωτίστηκε:

-Άξια οικογένεια, έχουν να το λένε για την αξιοσύνη της στα χωριά μας.  Αυτή  τη γυναίκα δεν την φτάνει κανείς.  Επτά παιδιά έχει και τα πάντρεψε όλα.  Κάθε Πάσχα και μια κόρη!..

Στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, όριο και σύνορο των χωριών:  Βαργιάδες και Αχλαδιές, στα νότια του Ολύτσικα,  χωρίσαμε.  Χαιρετηθήκαμε και ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλο καλό δρόμο.  Καθώς την κοίταζα, διέκρινα πάνω της τη γυναίκα των ορεινών.  Τη γυναίκα που παλεύει με τις αντιξοότητες του φυσικού χώρου.  Τη γυναίκα που ανησυχεί και πασχίζει.  Τη σύντροφο στη χαρά και στη λύπη.  Το βλέπεις στα μάτια τους που λένε περισσότερα απ’ ότι το στόμα.  Μπορεί το στόμα να στέκει κλειστό αλλά η ψυχή τους ξέρει να μιλάει.

Δεν είναι μόνο η άξια γυναίκα του μπάρμπα Γιώργη, είναι η κάθε θεια Παρασκευή, που φορτωμένη το ντορβά και το καλάθι ανεβοκατεβαίνει στα ψηλώματα.  Η ζωή τους είναι σκληρή αλλά σφίγγοντας τα δόντια κάνουν την πέτρα να μαλακώσει, να βγάζει από μέσα της ελπίδα, παιδιά, γεννάνε  την ίδια τη ζωή.  Σ’ όλη τη διαδρομή τους οι βουνίσιοι, από γενιά σε γενιά, αποζητούν τα ψηλώματα, κάνοντας τη δυσκολία καθημερινότητα. Έχοντας ταυτιστεί μ’ αυτήν, μπορούν και δίνουν περιεχόμενο και υπόσταση στη ζωή τους.  Μέσα από τις δυσκολίες,  μαθαίνουν να παίρνουν απ’ τη ζωή  αυτά που με τόση σοφία και πείρα αιώνων κουβαλούν μαζί τους οι άνθρωποι των βουνών, αυτά που η ίδια η φύση τους δίδαξε.

Ολύτσικας 10.jpg
Το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης στα βόρεια του Ολύτσικα

..Ξαναβρεθήκαμε στα νότια του Ολύτσικα και σταθήκαμε για μια ανάσα, ανασύσταση και σκέψεις ήρθαν και έκατσαν στο κεφάλι μου…

Απ τα νότια του ορεινού όγκου του Τόμαρου (Ολύτσικα), ξεχύνονται τα δυο ποτάμια, ο Αχέροντας και ο Λούρος.  Οι ροές αυτών των ποταμών κινούνται αρχικά με νότια κατεύθυνση για να γυρίσουν στην συνέχεια στα δυτικά και να εκβάλουν ο μεν πρώτος στο Ιόνιο Πέλαγος  (Αμμουδιά) και ο δεύτερος στη λιμνοθάλασσα Ροδιάς του Αμβρακικού κόλπου, νομού Πρεβέζης.  Τα δυο αυτά ποτάμια αποτελούν και τις κύριες αρτηρίες, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, απ τα πεδινά του κάμπου (Παράλια νομού Πρεβέζης) προς τις οροσειρές της κεντρικής και βορειοδυτικής Ηπείρου τα ορεινά  της Ηπείρου (Θεσπρωτικά όρη, ύψ. 1.274 μ. Σουλίου 1.615 μ., Ξηροβουνίου 1.614 μ. Τόμαρος ή Ολύτσικας 1.974 μ.)

Οι δρόμοι που κάναν τα καραβάνια των Σαρακατσαναίων άνοιξη και φθινόπωρο και που συχνά διαρκούσαν είκοσι και εικοσιπέντε μέρες, ήταν οι ίδιοι συνήθως.  Γεμάτες κόσμο ήταν αυτές τις εποχές οι στράτες.  Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό, πάντα ίδιο, σήμερα δεν υπάρχει..  Γύρω στα 1800, που τα συνάντησε ο Άγγλος περιηγητής H. Holland, ο οποίος στο βιβλίο του(2) περιγράφει ανάκατα τις ομάδες των σκηνιτών που συνάντησε,  μα ανάμεσα σ αυτές οι περισσότερες ήταν οπωσδήποτε Σαρακατσάνικες, καθώς καθαρά προέκυπτε απ τις λεπτομέρειες της περιγραφής του. (Χατζημιχάλη Αγγ.1957:υπ. 4 σελ. μζ΄)

Απ τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους, Σαρακατσαναίοι, κατεγράφησαν  από την Αγγ. Χατζημιχάλη(3), στην περιοχή που αναφέρω, τσελιγκάδες,  που μετακινιόντουσαν εποχιακά ανάμεσα στις χειμερινές και καλοκαιρινές κατασκηνώσεις τους, οι: Νάσιος Μάρκος με 22 οικογένειες και 3.500 γιδοπρόβατα από Λίπα Σουλιού στους Μπαουσιούς Δωδώνης και Καραγιάννης Χριστόδουλος με 13 οικ. και 2.000 από Μπεφερά Ζώριστας στα Ζώριστα (Πεντόλακκος) Ολύτσικα

«…οι ιστορικοί και οι γεωγράφοι, θα μπορούσαν να βρουν ένα σπουδαίο στήριγμα για τη γνώμη τους αυτή ότι γίνεται σήμερα: οι Σαρακατσαναίοι ίσως από αμνημονεύτων χρόνων τον ίδιο δρόμο κάνουν, δύο φορές τον χρόνο τουλάχιστον, με όλα τα πράγματά τους, μ όλο το βιος τους (τα πρόβατα, ζώα, φορτιάρικα, σέϊα, τα υλικά της τέντας, και τα μικρά παιδιά πάνω στα μουλάρια), ανεβαίνοντας την Άνοιξη στα ψηλώματα και κατεβαίνοντας το Φθινόπωρο στα χειμαδιά.  Μπορούμε μάλιστα να φανταστούμε ότι και η μετοικεσία των λαών έτσι περίπου θα γινότανε τα προϊστορικά χρόνια και δεν ξέρω τι άλλο περισσότερο θα κουβαλούσαν οι Θεσσαλοί φεύγοντας για την Ήπειρο, για τη Θεσσαλία.  Και δεν πιστεύει κανείς ότι έχει αλλάξει η ζωή πάνω στα βουνά και στα χρόνια μας ακόμα.  Πριν να φτιαχτούν οι δρόμοι για τα αυτοκίνητα.

Η απόφαση μάλιστα του Άγγλου καθηγητή Πανεπιστημίου Ν. Hammond  να μελετήσει ο ίδιος τα περάσματα των Σαρακατσαναίων και να τα περπατήσει με τα πόδια(4) δίνει στις παρατηρήσεις του ακλόνητη απόδειξη της αλήθειας κι ένα αναμφισβήτητο κύρος.

Οι δρόμοι που πρώτοι πάτησαν οι τσομπάνηδες για να περάσουν τα βουνά και να παν από τόπο σε τόπο, γίνονται πάντα λεωφόροι του πολιτισμού και οι δημιουργοί των σχέσεων ενός λαού με τον γείτονα.  Γιατί η ανάγκη τους έσπρωξε σ αυτά τα μονοπάτια και την κατεύθυνση πάλι των μονοπατιών αυτών την καθόρισε η φύση, δηλαδή οι φυσικοί και γεωγραφικοί όροι του τόπου.  Οι ανάγκες της ζωής των ανθρώπων προσαρμόστηκαν εδώ στις γεωγραφικές συνθήκες.  Οι πρώτοι τσομπάνηδες πήγαν ψάχνοντας πολύ καιρό και με περισσό κόπο τα πρώτα αχνάρια του δρόμου, που τους έφεραν σε καινούργια λιβάδια και σε καινούργιους πόρους ζωής.  Και άμα πέρασαν μια φορά, θα περάσουν και του χρόνου και τα αλλουνού και τα τσελιγκάτα, θα παν και θάρχονται το ίδιο μονοπάτι, τον ίδιο δρόμο από γενιά σε γενιά κι από αιώνα σε αιώνα, όσο ο πολιτισμός μένει στο ίδιο στάδιο, όσο δηλαδή η τεχνική δεν τελειοποιεί τα μέσα για να υποτάξει τη φύση και ν αλλάξει έτσι τον τρόπο της ζωής και του πορισμού των αγαθών.  Κι η πατριαρχική ζωή των Σαρακατσαναίων με τις πρωτόγονες κοινωνικές μορφές, εξακολουθούσε ως τα χθες στη Πίνδο, ώστε να είναι βέβαιο το συμπέρασμα ότι το ίδιο και στα παλιά τα χρόνια τα ίδια μέσα επικοινωνίας φέρνανε σε επαφή τους ανθρώπους».(5)

Τάκης Ντάσιος

(1) Ο ορεινός όγκος Τόμαρος ή Ολύτσικας, ύψ. 1.974 μ. βρίσκεται στο νομό Ιωαννίνων, στα νότιο-δυτικά σχεδόν της ομώνυμης πόλης, με μήκους περίπου 12 χιλ..  Στα βόρεια του όγκου, όπως πέφτουν οι βραχώδεις και απότομες πλαγιές, εκεί που μαλακώνει ο τόπος βρίσκεται η Δωδώνη με το περίφημο ομώνυμο μαντείο της αρχαιότητας.  Εκτός της ομώνυμης ψηλότερης κορφής, ξεχωρίζουν πάνω του οι κορφές: Λάχανο 1.843 μ, Μπέλλου 1.819 μ., Σέλωμα 1.800 μ., Πεντόλακος 1.197 μ.,.  Απ τον Τόμαρο πηγάζουν οι ποταμοί Αχέροντας και Λούρος.  Αναβάσεις γίνονται από τα γύρω χωριά: Βεργιάδες, Λίππα, Μελιγγοί, Πλατάνια, Δωδώνη, Δραμεσιούς, Μπαουσιοί, Παλιοχώρι.

(2) Holland H.1815: Travels in the Ionian isles, Albania, Thessaly, Macedonia, during the years 1812 and 1813, σ.92, London

(3) Χατζημιχάλη Αγγελική1957:Σαρακατσάνοι, κεφ. παράρτημα, στατιστικοί πίνακες, πληθυσμός, εξάπλωση και μετακινήσεις των Σαρακατσάνων, σ.51

(4) τον αποδέχτηκα άξαφνα μια μέρα στη Δωδώνη, όπου ήρθε από τα Γιάννενα, δεκαοχτώ χιλιόμετρα δρόμο με τα πόδια και τον είδα να γυρίζει την ίδια μέρα πίσω πάλι με τα πόδια.

(5)  Ευαγγελίδη Δημητρίου1962:Οι αρχαίοι κάτοικοι της Ηπείρου και άλλα μελετήματα, σ.40-41, εκδ. Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα

Advertisements

2 thoughts on “Ολύτσικας (Τόμαρος), σε τρεις πράξεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s