Πρώτη αναρρίχηση σε τρεις πράξεις

α. Το όνειρο

Βράχια εντυπωσιακά, σχήματα παράξενα, μνημεία ξέχωρα, λες και κάποιος ήθελε να φτιάξει κάτι και το κατάφερε. Τούτα τα βράχια, πέρα απ τη δική τους παρουσία, φιλοξενούν πάνω τους και κάτι ξεχωριστό.  Τα μοναστήρια των Μετεώρων. (1)   Ανθρώπινες αετοφωλιές, που μοιάζουν προέκταση και στολίδι  τούτων των βράχων.  Φύση και άνθρωπος έχουν μεγαλουργήσει εδώ!

ΠΑσΤΠ 1.jpg
Στο δρόμο για τα Μετέωρα..

Μετά τα πρώτα σύννεφα, ο ήλιος κρύφτηκε διακριτικά και η ψιλή βροχή κάνει την εμφάνισή της.  Είμαστε κάτω απ  τα ιερά βράχια.  «Ίσως να είναι ασέβεια, να έχω τόση ώρα το κεφάλι μου στραμμένο πάνω τους», σκέφτομαι.  «Ίσως να φταίνε τα λελέκια, που γυροφέρνουν ψηλότερα με ορθάνοιχτα τα φτερά τους, ίσως οι ασπροπάρηδες (Neophron percnopterus), που πετούν ψηλότερα», μέχρι που ήρθε… η κανονική βροχή.

ΠΑσΤΠ 3α
στα βράχια της Ντούμπιανης

Κινιόμαστε γρήγορα προς το καφενείο του χωριού και καθόμαστε στην είσοδό του, κάτω από το υπόστεγο, ίσα – ίσα να μην μας βρέχει το κεφάλι, αδιαφορώντας για το υπόλοιπο σώμα.  Η αυλή του καφενείου αδειάζει απ ανθρώπους για να γεμίσει το εσωτερικό του.  Μέσα δεν πέφτει καρφίτσα από τον κόσμο, γι’ αυτό βγάζουν έξω στην βροχή τις καρέκλες, που πιάνουν ζωτικό χώρο. Έξω από το μαγαζί, κάτω από το στέγαστρο, κάποιοι γέροντες, απορροφημένοι στα δικά τους, συνέχιζουν να χαρτοπαίζουν. Η μόνη παραχώρηση που κάνουν είναι να παραμερίσουν λιγάκι για να βολευτούμε και μείς και μετά ξαναστρώνονται στην κολτσίνα.

Η βροχή πέφτει άτονα, το τσίγκινο στέγαστρο κρατάει καλά το τραγούδι της, το νερό στραγγίζει στα πόδια μας και τα μάτια μου συνεχίζουν να «κρέμονται» πάνω στα βράχια.

Κλείνω και ανοίγω τα μάτια για άλλη μια φορά και αισθάνομαι να αγγίζω τον βράχο.  Τα άπειρα μόρια του, οι αμέτρητοι κόκκοι του, φαίνονται άπιαστοι στα αδέξια χέρια μου.  Τα πόδια αφύσικα και αυτά, δεν βρίσκουν  πού να στηριχτούν.  Γρήγορα γλιστρώ κάτω, αδυνατώντας να κάνω μια δρασκελιά.  Κοιτάζω τις νεροσυρμές, που τα νερά είχαν σμιλέψει γλύφοντας με επιμονή αιώνων τον βράχο και με αποθαρρύνουν. Οι σχισμάδες άφαντες, καθώς τα βράχια γέρνουν προς τα έξω.  Για ώρα βρίσκομαι εκεί προσπαθώντας να κάνω το πρώτο βήμα αλλά αδυνατώ.  Θεατής του ονείρου, θιασώτης ενός έργου, που θέλω να παίξω και δεν τολμώ.  Ο βράχος προκλητικά όρθιος από πάνω μου και η βροχή, η μόνη ζεστή παρουσία.

ΠΑσΤΠ 2
Ποιμενική εγκατάσταση στα ριζά των βράχων

Αποδεσμεύω για μια στιγμή την ματιά μου από τα βράχια.  Στριφογυρίζω στη θέση μου για να βολευτώ καλύτερα και συνειδητοποιώ ότι συνεχίζω να βρίσκομαι από ώρα στο… καφενείο.

Τα γερόντια μιλούν δυνατά, γελούν σαν θυμούνται παλιές ιστορίες, περιγράφοντας εικόνες άλλων εποχών.   Ρίχνω τη ματιά μου ξανά κατά τα βράχια, μόνο που τούτη την φορά ψάχνω να βρω κάτι διαφορετικό, ώσπου… στη μουντάδα του καιρού, με φόντο τον ουρανό, φιγούρες αναρριχητών «γράφουν».  Δουλεύουν σταθερά και μεθοδικά με αργές κινήσεις, ανεβαίνοντας ο ένας μετά τον άλλο τα κατακόρυφα βράχια.  «Διαβασμένοι», μουρμουρίζω, καθώς παρατηρώ τις κινήσεις τους, που είναι άψογες και δεν αφήνω ούτε στιγμή τη ματιά μου από πάνω τους.  Οι αναρριχητές διαγράφουν όλο το μήκος του βράχου και κρύβονται στο πατάρι. Προσπαθώ νοητά να διατηρήσω επαφή μαζί τους, «τους βλέπω» να διασχίζουν το ζωνάρι, μετά το πατάρι και να βγαίνουν στην πίσω πλευρά του βράχου.  Σε ένα αργό ανοιγοκλείσιμο των ματιών, νιώθω για άλλη μια φορά το γέμισμα της ψυχής.  Ζω πραγματικά μέσα από τις κινήσεις των αναρριχητών, που .. μετά γυρνώ στα επίγεια!

ΠΑσΤΠ 3.jpg
Παλιά ξύλινη σκάλα..

Προσγειώνομαι κάπως απότομα και αλλιώτικα όταν ακούω δίπλα μου, τον γιο μου, που με καλεί, ώρα τώρα να παίξω, λέγοντας πώς είναι η σειρά μου και ότι δεν τον προσέχω!

Σαν να μην έφταναν αυτά ένας γέροντας απ το διπλανό τραπέζι συμπληρώνει: «Δίκιο έχει το παιδί»!

Η βροχή βαρέθηκε να πέφτει και σταμάτησε.  Άφησε κάποιες σκόρπιες σταγόνες να πέφτουν εδώ και εκεί, αν και οι περισσότερες είναι τώρα αυτές, που στάζουν απ τα φύλλα των γύρω δένδρων.  Ο πελαργός απ το ρολόι της εκκλησίας ακούγεται να κροταλίζει και ψηλά στα βράχια πυκνώνουν οι φτερωτοί φίλοι.

Η ώρα κυλάει μέσα σε παράξενη ησυχία.  Όλα γίνονται μέσα στο απόλυτο κενό ή εγώ έχω κλειστεί μέσα σ’ αυτό, αφήνοντας απ έξω κάθε τι που δεν με ενδιαφέρει.  Κουρνιασμένος, στην πρόσοψη του καφενείου, με το σώμα ασήκωτο, σωστό βαρίδι από κούραση – τί είχα κάνει άραγε; – και τα μάτια να συμμετέχουν  μονάχα.  Η ψυχή αποκαμωμένη μέσα σ’ αυτό το σώμα δεν μπορεί να φτεροκοπήσει ψηλά στους βράχους, που τόσο θέλει!

ΠΑσΤΠ 4.JPG
«αναρρίχηση στα Μετέωρα σ ένα από ζεστότερα σημεία στη ψυχή της Ελλάδας» Φωτογραφία Κώστα Τσίπηρα2003:Ορεινή Ελλάδα, σ.121

Η σχοινοσυντροφιά των αναρριχητών περνάει από την σκηνή, οι πελαργοί ξαναβγαίνουν στον ουρανό, και τα υπολείμματα της βροχής δεν εμποδίζουν  πια κανέναν.  Εγώ, ο «νεότερος» απ’ τους θαμώνες του καφενείου, στέκομαι ανίκανος να πετάξω.  Ακόμη και αυτά τα χωρατά των γερόντων δίπλα μου με προσπερνούν και βρίσκουν ταίριασμα στο παιχνίδι του γιου μου.

Μόνος, ανίκανος να σκαρφαλώσω,  να γεμίσω την δική μου σκηνή, κλείνω τα μάτια μου και αποτυπώνω μέσα μου το ανάγλυφο των βράχων…

ΠΑσΤΠ 4α.JPG
Ο Άγιος Γιώργης ο Μαντηλάς

β. Πορεία προς τον βράχο

Ο βράχος ακίνητος, ασάλευτος.  Άλλοτε μια σου ματιά είναι αρκετή να σε κρατήσει πάνω του για ώρες και άλλοτε τον προσπερνάς αδιάφορα..  Αυτός δεν θα κουνηθεί απ’ την θέση του, θα είναι εκεί και την επόμενη φορά, που θα περάσεις.  Εσύ θα αλλάξεις θέση και γωνία προσέγγισης την επόμενη…

Απρόσωπος, άκαμπτος, απλησίαστος, εμπόδιο, όριο χωρισμού ή σημείο κυριαρχίας, επιβλητικός, καθηλώνει, απλά μπαίνει ή δεν μπαίνει στην ζωή σου.  Τον κοιτάζεις από μακριά, φευγαλέα ή προσεκτικά και η εικόνα του δεν είναι άλλη απ’ αυτή που προϋπήρχε μέσα σου.  Είναι αυτή που θέλει το νερό να κυλά στο ρυάκι, τον ήλιο να ζεσταίνει, τη βροχή να πέφτει στη γη και τον βράχο να είναι απλά, ο βράχος.

Μια λέξη μικρή που σημαίνει κάτι και σχεδόν πάντα έχει κάποιο όνομα, αυτό που οι άνθρωποι του έχουν δώσει.  Βράχοι φορτωμένοι με τη δική τους ιστορία, με τη δική τους ιστορική  «διαδρομή». (2)

Το κοίλωμα στον βράχο,  ρολόι για τους κατοίκους του διπλανού χωριού, τους βοηθά να υπολογίζουν την ώρα απ’ το φως του ήλιου που πέφτει πάνω του. Άλλος βράχος πιο κει, στην είσοδο του χωριού, ξεκομμένος, ήταν παλαιότερα το καραούλι, αγνάντι και πολεμίστρα.   Πιο κάτω, τα γκρέμια θεόρατα, κόβουν την ανάσα.  Φέρνουν στη θύμησή μου τις ιστορίες του γέρο Μήτρου που πριν χρόνια βοσκός πάσχιζε να ξεκολλήσει ένα μανάρι που είχε σκαλώσει στα γκρέμια.  Όλο το χωριό πάλεψε τότε για να φτάσει εκεί ψηλά και να το σώσουν.

Σαστίζεις με όλα αυτά σαν τα σκέφτεσαι..

«Μα όλα αυτά είναι ο βράχος»; μονολογείς..  «Όχι μόνον αυτά», μοιάζει να απαντά ο ίδιος ο βράχος, «αλλά και άλλα πολλά»..

ΠΑσΤΠ 5.jpg
στο αναρριχητικό πεδίο Κορακοβουνίου Υμηττού, ύψ. 363 μ. δήμου Παπάγου -Χολαργού

«Πες», «πες».. «Μπορώ και παρουσιάζομαι κάθε εποχή, κάθε στιγμή και με διαφορετικό πρόσωπο, χωρίς μεγάλη δυσκολία.  Είναι βλέπεις το σώμα μου έτσι φτιαγμένο, που με βοηθάει.  Την άνοιξη το σώμα μου χορταριάζει στα πιο απίθανα σημεία, βάφομαι με απίστευτης ομορφιάς αγριολούλουδα.  Το καλοκαίρι παίζω με τις αποχρώσεις του γκρι και του καφετί κάτω απ τον καυτερό ήλιο που μάταια προσπαθεί να με λυγίσει!  Το φθινόπωρο αργοανασαίνω και ονειρεύομαι τις νέες μου φορεσιές.  Ανυπομονώ – δεν σου κρύβω – το μεγαλείο του χειμώνα, και τότε να δεις ομορφιές.  Με χιόνι μαλακό, λίγο ή πολύ, παίρνω κάθε στιγμή και άλλη όψη.  Σου θυμίζω τα χιονισμένα «λούκια» των Σκόρδων στα Βαρδούσια, τις απόμακρες ορθοπλαγιές της Γκαμήλας, τη Νεραϊδόρραχη του Χελμού, τα Ζωνάρια του θεϊκού Ολύμπου και τόσα άλλα..  «Μα πώς τα ξέρεις εσύ»;

«Στην Πλάκα της Γκιώνας, θυμάσαι τότε που λίγωσες, στον Όλυμπο είχες φοβηθεί, στη Πυραμίδα των Βαρδουσίων «κώλωσες» και στην Αστράκα τόβαλλες στα πόδια!  Τα ξέρω όλα, γιατί είμαι παντού και πάντα κοντά σου.

Ο Όλυμπος με το Πάνθεον των Θεών, η Γκαμήλα με την εντυπωσιακή ορθοπλαγιά της, οι Σούφλες των Βαρδουσίων που δεν μπαίνουν ποτέ στη σειρά, είναι μόνον λίγες μαρτυρίες της άλλης ξέχωρης ομορφιάς, που χρωματίζουν τον τόπο μας.

«Δεν συμφωνείς; Ήξερα πού να μιλήσω, και πότε να το κάνω. Σε έφερα με όλα αυτά στα πόδια μου, τόσο κοντά για να ακούσεις, να μην μπορείς να ξεγλυστρίσεις κι αυτή τη φορά.

ΠΑσΤΠ 5α
στο αναρριχητικό πεδίο Κορακοβουνίου Υμηττού

γ. Στο βράχο..

«Θεέ μου έχω σφηνώσει πάλι, τί κάνω τώρα»;

Τα πόδια μου τρέμουν και έχω αρχίσει να κουράζομαι.  Κολλημένος πάνω στον βράχο αναζητώ το επόμενο πιάσιμο και αυτό δεν …έρχεται.  Το χέρι άτσαλα ψάχνει την τραχιά επιφάνεια του βράχου.  Επιτέλους κάτι βρίσκει.  Ανακούφιση.  Είναι τόσο δα μικρό και όμως αρκετό για να σηκώσει το τράβηγμα ολόκληρου του σώματός μου.  Σηκώνομαι, τα χέρια ισορροπούν και τα πόδια σπρώχνουν στο επόμενο πάτημα.

Λουφάζω στο κοίλωμα του βράχου και ακουμπάω το πρόσωπό μου στη ζεστή επιφάνειά του.  Γύρω μου φυσά δυνατά, εγώ όμως αισθάνομαι ζεστά, φιλικά, οικεία.  Ο ήλιος χτυπάει πάνω μου και η ανάσα μου ημερεύει.  Αφήνω τη ματιά μου να διαγράψει τα επόμενα κάθετα μέτρα που έχω να καλύψω, ψάχνοντας να βρω τα πιασίματα.  Δεν βιάζομαι, δεν θέλω να κουνηθώ απ τη θέση μου αλλά δεν μπορώ να μείνω κι εδώ.

Διακρίνω τη μικρή τραβέρσα αριστερά μου και την ακολουθώ, για να βγω στην «καμινάδα».  Η αριστερή κίνηση με βολεύει.  Χαμογελάω,  καθώς σκέφτομαι πως μου έρχεται βολικά.  Κάνω τις κινήσεις όπως τις έχω υπολογίσει και βρίσκομαι στη βάση της καμινάδας.  Έχω πάρει φόρα, το σώμα μου ολόκληρο έχει γίνει ένα πράγμα και θαυμάζω πώς σώμα, ψυχή και πνεύμα συντονίζονται και συλλειτουργούν τόσο αρμονικά. «Γιατί;» ρωτήθηκα «εδώ, δεν είμαι μόνο ένα σώμα, που παλεύει..»   (3)

Ψάχνω για πιασίματα χαϊδεύοντας τον βράχο.  Ο αγέρας συνομιλεί μαζί του και εγώ κολλάω το αυτί μου πάνω του να ακούσω λόγια!  Οι μικρές σχισμάδες που δοκιμάζω, ψηλαφώντας με τα μάτια κλειστά, με κάνουν να σιγομουρμουρίζω «σε ευχαριστώ» και έτσι η προσωπική επικοινωνία συνεχίζεται ανάμεσα σε μένα και  το βράχο.

Μπορεί να μη βλέπω το επόμενο πιάσιμο αλλά αυτό υπάρχει.  Εγώ είμαι αυτός, που σε κάθε μου κίνηση χρειάζεται να πιστοποιώ την παρουσία μου.  Αυτό είναι εκεί από πάντα, είναι δίπλα μου, είναι μέσα μου.

ΠΑσΤΠ 6.jpg
διαδρομή «των λουλουδιών», V ή V+ βαθμού, πρωτοανοίχτηκε από τους S. Koening και C. Daumer στα 1984, στα βράχια της Βαράσοβας 

Φτάνω σε «αρνητικό» κομμάτι της διαδρομής στην ορθοπλαγιά, που μου προσφέρει τέτοιο πιάσιμο, που χαίρομαι την προσπάθεια που κάνω για να το ξεπεράσω.  Τα χέρια σφίγγουν και το σώμα τα δίνει όλα, πριν εξαντληθεί από την υπερπροσπάθεια.  Σβέλτα, το μυαλό δίνει τις εντολές να σηκωθεί το πόδι και να καβαλικέψει.  Θα γαντζώσει με σιγουριά, σαν άλλο χέρι και θα φέρει το βάρος του σώματος απ την πάνω μεριά της βραχώδους έξαρσης.  Ανακούφιση!  Τί ήταν και αυτό!  Δεν θέλεις να το πιστέψεις, αλλά πρέπει!.

Χαϊδεύεις το βράχο όπως ο καλός ιππέας το άλογό του καθώς περνάει μαζί του ένα δύσκολο άλμα.  Τότε είναι η στιγμή που ο άψυχος βράχος ζει, καθώς εσύ σφιχταγκαλιάζεσαι μαζί του και αυτός μοιάζει να κατανοεί αυτήν την επαφή.  Δεν παλεύεις μαζί του, υπερνικάς τον ίδιο σου τον εαυτό, γι αυτό και ο βράχος προσφέρεται, συμμετέχει  στην επαφή και βοηθά.

Έχεις πια οδηγηθεί σε τέτοιο σημείο ψηλά, που ο μακρινός ψυχρός και ασάλευτος βράχος είναι ένα ζωτικό μέρος της ίδιας της δημιουργίας, ένα μνημείο άλλης τάξεως, που ξεχωρίζει πια.  Μοιάζει με το αγριολούλουδο, το πουλί, το ζώο του δάσους, την ίδια την ανθρώπινη μορφή στη φυσική της έκφραση, έχει αποκτήσει όνομα,  ύψος, υπόσταση.

ΠΑσΤΠ 7.jpg
Ομάδα σκαρφαλωτών στο αναρριχητικό πεδίο της Βαράσοβας

Αυτή η εντυπωσιακή ανυπέρβλητη φυσική άγρια ομορφιά είναι το γνήσιο φιλικό περιβάλλον, είναι ένας στίβος ξεχωριστής δοκιμασίας των ανθρώπινων δυνατοτήτων, η αποκρυπτογράφηση μιας πολυπολιτισμικής γλώσσας, ένας θησαυρός,  καθώς ο άνθρωπος ανακαλύπτει το μεγαλείο του ίδιου του εαυτού του.

Σκέφτομαι – όταν έχω κατέβει απ τον βράχο – ότι το σκαρφάλωμα είναι τέχνη, η τέχνη  της κίνησης… Έχω τα μάτια κλειστά  και επαναλαμβάνω μέσα μου τις κινήσεις που έκανα..

Μπορώ τώρα να σταθώ όρθιος μπρος στο μεγαλείο της ανυπέρβλητης δημιουργίας, να σηκώσω την ματιά του πάνω του και να σιγομουρμουρίσω:

«Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις»..

Τάκης Ντάσιος

(1) Οι πρώτες αναρριχήσεις στα Μετέωρα

Τα βράχια των Μετεώρων είναι μοναδικά στην Ελλάδα, με το πέτρωμά τους να είναι κροκαλοπαγές. Πολλά μικρά ή μεγάλα χαλίκια πακτωμένα σε μια ομοιόμορφη μάζα. Χρειάζεται κάποια προσοχή και εμπειρία για την επιλογή των πιο σταθερών πατημάτων και πιασιμάτων.  Είναι να αναρωτιέται κανείς πως κτίστηκαν, εδώ και εκατοντάδες χρόνια, τα μοναστήρια στις κορφές αυτών των βράχινων πύργων..  Οι ασκητές ζούσαν στα ερημητήρια των Μετεώρων από τον 9ο αιώνα κατά την προφορική παράδοση και τον 11ο κατά την γραπτή. Ο ανώνυμος βιογράφος του Αγίου Αθανασίου του Μετεωρίτη, ενός από τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στα Μετέωρα αναφέρει: «Έτσι με τη βοήθεια ενός οδηγού αναρριχήθηκε σε ένα βράχο για να κατασκευάσει μια κρύπτη και έμεινε εκεί για ένα χρόνο». Μήπως λοιπόν υπήρχαν μερικοί ριψοκίνδυνοι κυνηγοί και γιδοβοσκοί, κάτοικοι της γειτονικής πόλης Στάγη (Καλαμπάκα) που μύησαν τους μοναχούς στην αναρρίχηση αυτών των πύργων;

«Θρασύτατες» αναρριχήσεις έχουν καταγραφεί στους περασμένους αιώνες, όπως η τολμηρή απόπειρα στον πύργο του Διαβόλου! Σε ύψος 45 μέτρων βρέθηκε ξυλόσφηνα, που εικάζεται ότι εγκαταλείφθηκε από αναρριχητική προσπάθεια του 14ου αιώνα. Η δυσκολία της αναρρίχησης αυτής προβληματίζει κι ένα έμπειρο σύγχρονο αναρριχητή. Ακόμα και σήμερα, αποφασισμένοι άνδρες από το Καστράκι αναρριχώνται στην εκκλησούλα του Αϊ – Γιώργη του Μαντηλά, χτισμένη στο μέσο μιας βραχώδους ορθοπλαγιάς, για να κρεμάσουν ένα μαντήλι κάνοντας μια ευχή.
Όμως σαν πιο εντυπωσιακές αναβάσεις των νεώτερων χρόνων θεωρούνται αυτές του πύργου της Σουρλωτής. Επανειλημμένα στο πρόσφατο παρελθόν οι τσοπαναραίοι της περιοχής ανέβαζαν στο εκτεταμένο πλάτωμα της κορφής πρόβατα, δεμένα απ’ τα πόδια με σχοινιά για βοσκή το καλοκαίρι, και τα ξανακατέβαζαν το χειμώνα. Η ανάβαση αυτή στη Σουρλωτή, απαιτεί αναρρίχηση 20 μέτρων όρθιου τοίχου και στη συνέχεια για 80 μέτρα μέσα σε δύσκολη στενή σχισμή.  Πώς όμως σκαρφάλωναν οι μοναχοί, οι βοσκοί και οι κυνηγοί στις απρόσιτες κορφές; Σύμφωνα με τα ευρήματα από τις παλιές αναρριχήσεις υποθέτουμε την εξής πρακτική: στα όρθια κομμάτια υποβοηθούνταν τοποθετώντας (χώνοντας) στο βράχο ξύλινους ή σιδερένιους πασσάλους. Πάνω τους στήριζαν μακριές σκάλες στο τέλος των οποίων  έχωναν νέο πάσαλο και ούτω καθ’ εξής. Στα ευκολότερα κομμάτια σκαρφάλωναν ελεύθερα, όπως και οι σύγχρονοι αναρριχητές, εκμεταλλευόμενοι απλώς τις φυσικές εσοχές και προεξοχές του βράχου. Ασφαλίζονταν δε με σχοινί που έσερναν πίσω τους από το οποίο θα καταρριχούνταν στη συνέχεια..

Σήμερα οι αναρριχητές εξακολουθούν να αποζητούν προκαταβολές παραδείσου στο άγγιγμα αυτών των μαγικών βράχων. Όπως έγραφε και η μοναχή Θεοτέκνη, «σ’ αυτές τις κορφές το γαλάζιο τ’ ουρανού γίνεται πιο έντονο, τ’ άστρα τη νύχτα έρχονται πιο κοντά. Σ’ αυτές τις κορφές αξίζει ν’ αποτραβηχτείς μια βραδιά και να μείνεις όρθιος».  (Aris Theodoropoulos 1997-2001, Μετέωρα, προσεγγίζοντας το κενό, oreivatein.com)

Για περισσότερα και αναλυτικότερα:

Μοναχή Θεοτέκνη: Μετέωρα, το πέτρινο δάσος
Stutte H.L and Hasse D., «Meteora – Guide International, Climbing and Hiking II»
Stutte H.L and Hasse D., «Meteora – Guide International, Climbing and Hiking III»
Stutte H.L and Hasse D., «Meteora – A Landscape To Be Experienced»
Δήμος Καλαμπάκας, Πρακτικά 1ου Ιστορικού Συνεδρίου Καλαμπάκας

Ορειβατική Λέσχη Καλαμπάκας

(2) Κορακοβούνι Υμηττού

«Κορακοβούνι (παλ. Λιθάρι ή Βράχος του Κόρακα – Αλβαν. Guri Korakut, λέγεται στην πραγματικότητα ένας λόφος, υψ. 363 μ. πάνω από το ερημοκλήσι της Αγ. Ελεούσας του Χολαργού, αλλά έχει επικρατήσει να λέγεται Κορακοβούνι, το υπερκείμενο του λόφου αυτού ανώνυμο ύψωμα, που έχει δύο κύριες κορυφές με υψ. 728 μ. και 693 μ.» (Νέζη Νίκου1983:83)

«Η γνωστή σχολή των προσκόπων και των Χολαργιωτών και των Παπαγιωτών αναρριχητών «ανακαλύφθηκε» το 1963, από τον Φαίδωνα Γαληνό, ύστερα από ειδοποίηση του Γιάννη Πανταζίδη.  Στις 13-11-63 λοιπόν μαζεύτηκαν στα βράχια οι Γιώργος Τσαμακίδης, Φαίδων Γαληνός, Γιάννης Πανταζίδης, Γιάννης Ζωγόπουλος, Κώστας Λακαφώσης και Τάσος Κοτζιάς, για να ανοίξουν τα πρώτα περάσματα.  Μαζί τους ήταν και η Ζωή Καπογιανάτου, η κατοπινή γυναίκα του Παναγιώτη Μποτίνη, όπου πήρε το αναρριχητικό της βάπτισμα.  Αργότερα, στα 1966, ο Μποτίνης και διάφορι αναρριχητές του Χολαργού, άνοιξαν πολλά περάσματα.  Επίσης στα τέλη του ΄66, νέα περάσματα πρόσθεσαν οι Χατζηδίνας και Κατερίνα Γκέκα..

Σήμερα η σχολή έχει πολλά μικρά περάσματα καθώς και 13 περάσματα με σχοινί, σ όλα τα επίπεδα δυσκολίας.  Στα βράχια υπάρχουν υπολείμματα παλιών σημαδιών, που έγιναν κατά καιρούς απ αυτούς που χρησιμοποιούσαν τη σχολή (ΣΕΟ, ΠΟΑ).  Την υπάρχουσα αρίθμηση και σήμανση με μικρά κόκκινα βέλη, καθώς και τη βαθμολόγηση και οργάνωση του μικρού αυτού οδηγού έκαναν οι Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος, Βασίλης Χατζηρβασάνης και Πηνελόπη Ματσούκα». (περιοδικό Ανάβαση Νο 14,  3/1985)

( βλέπε: χάρτης ΑΝΑΒΑΣΗΣ βόρειος Υμηττός 1:10.000) πεζοπορικός χάρτης, Τopo 10, Greece – Attica)

(3) Το «βουνό» Βαράσοβα

«Η Βαράσοβα είναι ένα βουνό με σπάνια χαρακτηριστικά, κυρίως γιατί ξεκινά κατακόρυφα από τον οριζόντιο κάμπο και τη θάλασσα.

Στα νοτιοδυτικά όπου συναντώνται το βουνό, ο κάμπος και η θάλασσα καταλήγει ήσυχος αγροτικός δρόμος, όπου μπορούμε να κατασκηνώσουμε σε όμορφο πλάτωμα ανάμεσα στο νερό και το βράχο, δίπλα σε πηγή μικρού ορμητικού ποταμού.  Τριακόσια μέτρα δυτικότερα υπάρχουν τα  σπίτια του οικ. Κρυονερίου, μια ψαροταβέρνα, η προβλήτα με τις βάρκες και ο έρημος σταθμός του τραίνου, με δεκάδες εγκαταλελειμμένα βαγόνια.  Το κοντινότερο χωριό απέχει 3 χιλ. και το ιστορικό Μεσολόγγι περίπου 15 χιλ.

Ο βράχος της Βαράσοβας είναι ασβεστόλιθος ασυνήθιστης στερεότητας και έντονα ανάγλυφος, έτσι που να κάνει την αναρρίχηση ιδιαίτερα ευχάριστη.  Στη νοτιότερη κορυφή του βουνού εκεί που καταλήγουν οι περισσότερες (αναρριχητικές) διαδρομές και σε υψόμετρο 850 μέτρων υπάρχει συστάδα από βελανιδιές και μικρό πηγάδι με δροσερό νερό.

Η Βαράσοβα σαν αναρριχητικό πεδίο είναι ανεξάντλητη γιατί εκτός από τις αραιό-σκαρφαλωμένες ορθοπλαγιές, υπάρχουν κι άλλες βορειότερα και ανατολικότερα το ίδιο ενδιαφέρουσες και εντελώς παρθένες»  (Χατζηβαρσάνη Βασίλη στο περιοδικό Ανάβαση Νο 13, 1985/2).

«Ο βράχος της Βαράσοβας είναι ασβεστόλιθος από τους καλύτερους στην Ελλάδα για τη δραστηριότητα της αναρρίχησης. Το χρώμα του είναι σε άλλα σημεία γκρι και σε άλλα κόκκινο. Τα γκρι κομμάτια του βράχου που βρίσκονται κοντά στη θάλασσα, έχουν πολύ καλό ανάγλυφο, πολλά σχισίματα και είναι αρκετά κοφτερά στην αφή. Όσο απομακρυνόμαστε από τη θάλασσα, το ανάγλυφο μικραίνει, η αίσθηση του λείου γίνεται εντονότερη και τα σπασίματα και οι χαραμάδες λιγότερες. Άλλο χαρακτηριστικό του γκρι βράχου είναι τα μικρά φυτά και οι θάμνοι που είναι σκαρφαλωμένοι επάνω του. Τις περισσότερες φορές, κάτω από ένα φυτό κρύβεται ένα καλό πιάσιμο ή μία καλή θέση για ασφάλεια. Ο κόκκινος βράχος, ακόμη και αν βρίσκεται δίπλα από την θάλασσα δεν παρουσιάζει ούτε το κοφτερό ανάγλυφο, αλλά ούτε και την πληθώρα των σχισμών και σπασιμάτων του γκρι βράχου. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι οι τρύπες, μικρές ή μεγάλες, και τα διαμπερή. Το μόνο πρόβλημα του κόκκινου βράχου είναι τα μπιμπίκια που υπάρχουν στην επιφάνεια του σε αρκετά σημεία. Είναι πολύ εύκολο να αναγνωρισθούν, γιατί εκεί το χρώμα του βράχου αλλάζει σε σκούρο καφέ. Τα μπιμπίκια θέλουν προσοχή γιατί τρίβονται εύκολα. Τα σαθρά σημεία στη Βαράσοβα είναι σχετικά λίγα και διακρίνονται εύκολα» ( (Γιάννη Αλιγιάννη Climbing Greece, Βαράσοβα).

Για περισσότερα και αναλυτικότερα: Αλιγιάννη Γιάννη1997: Βαράσοβα,

Θεοδωρόπουλου Άρη1996: Αναρριχητικός οδηγός «Βαράσοβα», εκδ. ΕΟΣ. Αχαρνών

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s