Γράμμος, των συνόρων γραμμή

Φθινόπωρο 1989.  Μια εποχή που τα βουνά των συνόρων μας, μετά από χρόνια σιωπής, ήταν προσιτά για αναβάσεις ξανά.  Κάπου στο Γράμμο (1)….

«Άντε προχώρα», ακούστηκε η φωνή του συνορειβάτη μου.  «Βαριά η καλογερική» απάντησα περισσότερο στον εαυτό μου παρά στη φωνή, που αιωρείτο στην απλωσιά του χώρου.  «Άντε να ψηλώσουμε, πιάσε την πλαγιά μπροστά μας να βγούμε κατάραχα, και μετά βλέπουμε», ξανακούστηκε η φωνή και βιάστηκα να τακτοποιήσω καλύτερα το σακκίδιο στην πλάτη μου, σαν να έφταιγε αυτό, που δεν δούλευαν τα πόδια καλά.

Γύρω, κοπάδια με πρόβατα, αγελάδες ελευθέρας βοσκής, γαυγίσματα σκύλων και όμως λόγω της απεραντοσύνης του τόπου, μια παράξενη ησυχία απλωνόταν από την κοιλάδα της Γράμμοστας (2).  Οι βοσκοί και τα κοπάδια τους ήταν σε απόσταση και έτσι δεν υπήρχε λόγος για στάσεις και κουβέντες.

IMG6431.jpg
Γράμμος, στο πάνω τμήμα της κοιλάδας Γράμμοστας με τη κορφή Περήφανο (Μαύρη Πέτρα), ύψ. 2.231 μ.

Έχοντας ξεμακρύνει, αποκοπεί  από τον συνορειβάτη μου, βρέθηκα να βαδίζω μονάχος μου.  Είναι κείνες οι ώρες, που το σώμα αρχίζει να βρίσκει τον ρυθμό του και χωρίς να το πολυκαταλαβαίνεις πηγαίνεις,  πηγαίνεις και σκέπτεσαι χίλια-δυο πράγματα που κατακλύζουν το μυαλό.  Είναι άξιο μελέτης, τι σκέψεις περνούν απ αυτό και φεύγουν.  Το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι, που προσπαθεί να ξεγελάσει τα πόδια, ώστε να προλάβουν να καλύψουν κάμποσα μέτρα ανηφορικής γης!

Συνέχισα στην ομαλή πλαγιά.  Κάποια στιγμή το μάτι μου κατέγραψε από μακριά   κάποια άτομα να περπατούν στην κορυφογραμμή άλλοι δεξιά και άλλοι αριστερά.  Σκέφθηκα ότι θα ήταν τίποτα κυνηγοί και συνέχισα την πορεία μου.  Τα άτομα είχαν βγει απ την άλλη μεριά και κινιόντουσαν μακριά πέρα δεξιά μου.    Φευγαλέα συμπέρανα ότι κινιόντουσαν στη κορυφογραμμή Γκούμπελ και Μπάταρο και συνέχισα να ανηφορίζω..

Βγήκα στην κορυφογραμμή αγκομαχώντας και ο ιδρώτας στο πρόσωπο μου πάγωσε και ας ήταν μέρα μεσημέρι.  Από την άλλη μεριά της κορυφογραμμής, ακριβώς μπροστά μου, δυο άνθρωποι ανηφόριζαν και αυτοί τα τελευταία μέτρα για να βγουν στην ράχη, ώσπου βρεθήκαμε αντικριστά στα 2Ο μέτρα.

Όπως έβγαινα, με την φόρα και την επιθυμία να τελειώσω με την μαρτυρική ανηφοριά, το μυαλό μου σίγουρα δεν ήταν στην καλύτερη φάση του.  Όλως φυσικά και αυθόρμητα, -όπως γίνεται στα ψηλά, όταν συναντάς συνανθρώπους- μόλις τους είδα, σταμάτησα, πήρα ανάσα και φώναξα:

«Ε! πατριώτες τί γίνεται;  Καλημέρα».  Οι άνθρωποι συνέχισαν να ανηφορίζουν και να πλησιάζουν.  «Γιατί δεν μου μιλάνε»; σκέφθηκα, ίσως δεν θα με άκουσαν –αν και η φωνή μου δεν είχε ποτέ τέτοιο πρόβλημα. «Ίσως ο αγέρας πήρε την φωνή μου αντίθετα», σκέφθηκα.  Βγήκα κατάραχα και ξανά το βιολί μου.  «Καλημέρα, πώς πάμε»; ..  Αυτοί με κοιτούσαν και δεν έλεγαν τίποτα.  «Πρέπει να βάλω το μυαλό μου να δουλέψει» σκέφθηκα.

Σταμάτησα και τους παρατήρησα.  Φορούσαν ομοιόμορφη στολή, στο χέρι τους κρατούσαν αυτόματο που κοίταζε προς εμένα, είχαν άλλο όπλο στην πλάτη, σακκίδιο και ασύρματο, στο κεφάλι φορούσαν καπελάκι τζόκεϊ με σήμα το αστέρι και το σφυροδρέπανο σε κόκκινο φόντο.  Το ίδιο σήμα και στο πέτο της σακακιού.  «Ρε συ είμαι στα Αλβανικά σύνορα και είμαι δίπλα-δίπλα με Αλβανούς στρατιώτες»; αναρωτήθηκα. «Τρελάθηκα τελείως»;  Ήμουν στο ξύπνιο μου ή ονειρευόμουν;  Μήπως με είχε πειράξει ο ήλιος;

Στην αμηχανία μου συνέχισα από κεκτημένη ταχύτητα να περπατώ παράλληλα με αυτούς οι οποίοι μια κοιτούσαν εμένα και μια κοιταζόντουσαν μεταξύ τους.  Είχα αισθανθεί άσχημα που δεν μου μιλούσαν, δεν το εύρισκα καθόλου «ευγενικό», αλλά εδώ κάτι ήταν διαφορετικό.  Άρχισα να κλονίζομαι και δεν ήθελα να το δείξω.  «Ε! πατριώτες», ξαναφώναξα, «είμαι καλά εδώ»;  «Εδώ Ελλάδα ή Αλβανία»;

IMG6562.jpg
Απ το αλβανικό μέρος..

Οι στρατιώτες, που μέχρι τότε ήταν αμίλητοι και ανέκφραστοι, αποφάσισαν να κάνουν κάτι και έτσι τουλάχιστον συνειδητοποίησα  ότι δεν ανήκαν όλα αυτά στη σφαίρα της φαντασίας μου.  Σταμάτησαν όπως βαδίζαμε δίπλα-δίπλα και ένας από αυτούς,  με ένα χαρακτηριστικό νόημα του χεριού του, μου έγνεψε να φύγω κατά μέσα, από εκεί που είχα έλθει.  Αυτό το κατάλαβα καλά και το χάρηκα, μετά από τόσες άκαρπες προσπάθειες να μιλήσω μαζί τους.  Τουλάχιστον δεν είχαμε αρχίσει με πυροβολισμούς.  Τους χαιρέτησα ευγενικά, σαν να μην συνέβαινε τίποτα και έγειρα ξανά προς τη μεριά μου.  Έκανα κάμποσα βήματα προς τα κάτω και σταμάτησα.

«Για σταμάτα», είπα στον εαυτό μου, «γιατί να κατηφορίσω; Σύνορα δεν έχουμε; Η κορυφογραμμή ανήκει και στους δύο, ψυχραιμία χρειάζεται».  Κάθισα σ’ ένα βράχο, έβγαλα από το σακκίδιο το μπουφάν μου και θέλησα κάτι να τσιμπήσω.  Είχα καθίσει χαμηλότερα τώρα από την κορυφογραμμή και κοίταζα κατά το ελληνικό έδαφος, κατά την κοιλάδα της Γράμμοστας.  Όσο και αν κοίταζα για την παρουσία του συνορειβάτη μου, που υποτίθεται ότι και αυτός ανέβαινε, δεν έβλεπα όμως τίποτα.  Γύρισα κατά πάνω την ματιά μου και είδα τους στρατιώτες να στέκονται από πάνω μου και να με παρακολουθούν.  «Ψυχραιμία» σκέφθηκα ξανά, σηκώνοντας το παγούρι με το νερό θαρραλέα για να πιω κάποιες γουλιές, ενώ συγχρόνως παρατηρούσα και τους στρατιώτες.

Αποφάσισα να κάνω ξανά προς τα πάνω.  Έκανα μια πλάγια τραβέρσα με το σκεπτικό να μετακινηθώ πιο πέρα από το σημείο που είχαν σταματήσει οι στρατιώτες, και γι’ αυτό το διάστημα δεν θα είχαμε οπτική επαφή.  Με αυτό το σκεπτικό πίστευα ότι εν τω μεταξύ θα φανεί και ο συνορειβάτης μου.  Όταν βγήκα στην κορυφογραμμή έψαξα να βρω τα στοιχεία εκείνα, που να δικαιολογούν το «νόμιμο» της θέσης μου.

Βγήκα κατάραχα, καβαλώντας στην κορυφογραμμή.  Απ τη μια, βόρεια,  απ εκεί που ανηφόριζα, ανοίγονταν  τώρα στα πόδια μου η κοιλάδα της Γράμμοστας  που σχηματίζεται ο Αλιάκμονας ποταμός, στο νομό Καστοριάς  και νότια, η στενότερη κοιλάδα του Σαραντάπορου ποταμού στο νομό Ιωαννίνων.

Μούρθαν  στο νου αυτά που αναφέρει ο Βασίλης Νιτσιάκος στο σύνορο, σ. 160, «Σκέφτομαι το ποτάμι σαν δρόμο, σαν δρόμο των ανθρώπων και των πολιτισμών.  Σαν δρόμο που τέμνει τα σύνορα που χαράσσουν οι πολιτικές εξουσίες.  Στο δρόμο που ενώνει και γεφυρώνει διαφορές.  Άλλωστε, οι πραγματικοί δρόμοι έχουν χαραχτεί στα χνάρια του.  Σκέφτομαι και τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους που ακολουθούν τη πορεία του, κατεβαίνοντας από τα βουνά στα χειμαδιά και αντίστροφα.  Τους συναντά κανείς ακόμα Φθινόπωρο και Άνοιξη να κατεβαίνουν και να ανεβαίνουν στο Γράμμο, από τα πεδινά και τα παράλια της χώρας.  Τους συνάντησα κι εγώ πρόσφατα δίπλα στο ποτάμι, πριν το διασχίζουν για να περάσουν τη Νεμέτσικα και να πάρουν το δρόμο για τους Αγίους Σαράντα.  Τους συνάντησα όμως και πάνω στα λιβάδια του Γράμμου, δίπλα στη δρακόλιμνη Γκιζντόβα, που βρίσκεται ακριβώς πάνω στο σύνορο.  Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια που φάγαμε ψωμί με έναν Αλβανό βοσκό ακριβώς δίπλα στη λίμνη». (3)

IMG6561.jpg
Αλβανός βοσκός στο σύνορο..

Κατάραχα, το μονοπάτι διέσχιζε την κορυφογραμμή και δεν υπήρχαν  χαρακτηριστικά σημάδια στο κομμάτι αυτό, που να προειδοποιούν για τα σύνορα των δύο χωρών.   Κοίταξα πίσω μου και διέκρινα τους στρατιώτες να με παρακολουθούν από το προηγούμενο ύψωμα. Ένοιωσα μια μοναξιά και μια παράξενη αίσθηση με πλημμύρισε.  Δεν ήθελα να αφήσω τον φόβο να με καταβάλει, δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι φοβόμουν.  Μετά το ξάφνιασμα της απρόοπτης συνάντησης, μια παγωμάρα με τύλιξε.

Ποτέ δεν μου είχε συμβεί ξανά κάτι τέτοιο.  Παλαιότερα, στα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας, στο βουνό Περιστέρι (Βαρνούντας) ανταμώσαμε με ανθρώπους της απέναντι πλευράς και χαιρετηθήκαμε φιλικά από απόσταση..

Έσπρωξα ξανά τα βήματά μου πάνω στο καλογραμμένο μονοπάτι και προσπάθησα ψύχραιμα να ελέγξω εάν βρίσκομαι στη σωστή πλευρά.  «Για να έχουμε σύνορα» σκέφθηκα, «αυτά θα χωρίζονται όπως πέφτουν τα νερά».  Το μονοπάτι ήταν αυτό που καθόριζε τα όρια.  Με το ένα πόδι λοιπόν  πατούσα στην Αλβανία και με το άλλο  στην Ελλάδα.  Κανείς δεν θα μπορούσε να έχει παράπονο ότι έκανα διακρίσεις!

Περπατούσα στο μονοπάτι για να περπατώ, δεν ήθελα να γυρίσω το κεφάλι μου πίσω, ήξερα ότι πιο πίσω ακολουθούσαν οι στρατιώτες.  Ο συνορειβάτης μου  δεν φαινόταν και δεν μπορούσα να τον  φωνάξω όπως άλλες φορές. Θα δημιουργούσα μεγαλύτερο πρόβλημα.  Γι’ αυτό πρόσεχα οι κινήσεις μου να είναι αργές και φυσικές.  Ούτε σκέψη για φωτογραφίες.  Αισθανόμουν άσχημα, σαν αιχμάλωτος.

Εκεί που προχωρούσα στο μονοπάτι διέκρινα στο ύψωμα δυο ανθρώπινα κεφάλια να κοιτούν κατά πέρα.  Κάτι σκίρτησε μέσα μου, «άνθρωποι» σκέφθηκα και έτρεξα κατά το μέρος τους ξεχνώντας τους στρατιώτες.  «Ε!  παιδιά, καλημέρα» φώναξα πίσω τους.  Αυτοί ξαφνιασμένοι πετάχθηκαν πάνω, με είδαν και το έβαλαν στα πόδια.  Εγώ συνέχισα: «Πάω καλά για την λίμνη Γκιστόβα»;  φώναξα και πριν τελειώσω την φράση μου συνειδητοποίησα τη ματαιότητα της προσπάθειας μου.  Οι άνθρωποι  -βοσκοί ήταν- έτρεχαν κιόλας χαμηλότερα στο Αλβανικό έδαφος, παρασύροντας μαζί και το κοπάδι τους.

Είχα μείνει και πάλι μόνος και αυτή η μοναξιά γινόταν ακόμη πιο έντονη με την ανατριχίλα που ξεπηδούσε απ’ την απουσία κάποιας άλλης φωνής πέρα από τη δική μου.  Πίσω μου πλησίαζαν οι στρατιώτες και οι βοσκοί χάθηκαν.  «Φοβήθηκαν εμένα, φοβήθηκαν την Αλβανική περίπολο, ποιος ξέρει τι»..

Το κενό μέσα μου μεγάλωσε, τα πόδια μου έγιναν βαριά και η πορεία μου σκοτείνιασε κι ας ήταν μέρα γεμάτη φως γύρω μου. Στάθηκα καταμεσής στο μονοπάτι και περίμενα.  Οι στρατιώτες σταμάτησαν και αυτοί στο προηγούμενο εδαφικό εξόγκωμα και με κοιτούσαν από εκεί.

IMG6527.jpg
Τα πλούσια βοσκοτόπια του Γράμμου

Οι βοσκοί που ανέβαιναν απ το Αλβανικό έδαφος, ξανάπεσαν προς τα δικά τους εδάφη, μόλις είχαν σκαπετήσει στην κορυφογραμμή και προφανώς θα αντιλήφθηκαν το περίπολο..  Φευγαλέα ρίχνω κλεφτές ματιές κατά κει, στο Αλβανικό – παράξενα αισθάνομαι – με τις πλαγιές να γυαλίζουν στο φως του φθινοπωρινού ήλιου, ατέλειωτα βοσκοτόπια, κοιλάδες, οικισμοί, και πιο κάτω η κωμόπολη Ερσέκα.

Κάθισα για ώρα μέχρι που φάνηκε στη ράχη ο σύνορειβάτης μου.  Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα να ανοίγει ο ουρανός.  Εκεί που είχα χάσει κάθε διάθεση και όρεξη, η παρουσία του με γέμισε χαρά.  Έτρεξα κατά την μεριά του και τον αγκάλιασα.  «Μου έλειψες», του είπα, και το εννοούσα αληθινά.  Έδειξε να εκπλήσσεται με την συμπεριφορά μου.  Του ανέφερα τα συμβαίνοντα γρήγορα-γρήγορα, αν και περισσότερο με ενδιέφερε να ακούσω ανθρώπινη κουβέντα.  Έδειχνε ψύχραιμος και το χάρηκα.

Συνεχίσαμε μαζί στο μονοπάτι και βγήκαμε στην κορυφή Σακκούλι, στην οποία μετά από ώρα βρήκαμε το πρώτο σημάδι, που μαρτυρούσε συνοριακά όρια.  Τσιμεντένια πυραμίδα, που από την μια μεριά σημειωνόταν το γράμμα Ε (Ελλάς) και από την άλλη το γράμμα Α (Αλβανία).  Σταματήσαμε στο υψομετρικό σημείο και πήραμε ανάσα.

IMG6603.jpg
Λίμνη Γκιστόβα, πλησίον της κορφής Σακούλι, ύψος 2.413 μ.  Βρίσκεται    εξ ολοκλήρου στο ελληνικό έδαφος, προσεγγίζεται απ΄ τον οικ. Γράμμοστα νομού Καστοριάς

Ανοίγω τον χάρτη στην απεραντοσύνη της κορφής, τον προσανατολίζω και τον στεριώνω στο έδαφος με πέτρες του Γράμμου.  Κοιτάζω, γύρω μου απεραντοσύνη, σκύβω πάνω του και διακρίνω μια σειρά από σημάδια, σύμβολα, ονόματα μικρά και μεγαλύτερα, συνειδητοποιώ ότι ο χάρτης «μιλάει» για τον τόπο, απεικονίζει τον χώρο και την ανθρώπινη παρουσία.

Εξακολουθώ να διαβάζω τον χάρτη (4)   απ τα νότια στα βόρεια της κεντρικής κορυφογραμμής, που αποτελούν τα σύνορα των δύο κρατών.  Ξεκινώντας απ το όριο ο Σαραντάπορος το ποτάμι που χωρίζει τα δυο κράτη και η γέφυρα Μέρτζανης, που γεφυρώνει, ανηφορίζουμε στον οικ. Σαραντάπορο  με Α.Φ. (Αλβανικό Φυλάκιο και Ελληνικό Φυλάκιο) αντίστοιχα.  (Αυτά πάνε δυο –δυο όπως και οι στάνες των νομάδων βοσκών στα ψηλώματα).  Στη συνέχεια η συνοριακή γραμμή. Έχουμε το Ε.Φ. ανάμεσα στους οικισμούς Προσήλιο και Ραντάτι.  Συνεχίζει στην κορφή Μαρία. 1.634 μ. και ανεβαίνουμε στην Καμενίκ 2.041 μ., στη συνέχεια το Ε.Φ. ανάμεσα στους οικισμούς Ασημοχώρι και Αρέζ, η κορφή 1909 μ. ανάμεσα στους οικισμούς Χιονάδες και Λούπτσκ, στη συνέχεια Μαύρη Πέτρα υψ. 2.169 μ. ανάμεσα στους οικισμούς Πληκάτι και Μπορόβα, στη συνέχεια το Ε.Φ. και στη συνέχεια η ψηλή κορφή Γράμμος υψ. 2.520 μ.  Εδώ διαχωρίζονται τα γεωγραφικά όρια Ιωαννίνων και Καστοριάς, ενώ στο Αλβανικό έδαφος ξεχωρίζουν οι Ερσέκα και Ράχοβο.  Περιδιαβαίνουμε επί της κορφογραμμής τις κορφές Σακκούλι, 2.413 μ., Γκούμπελ, 2.248 μ.,Μπάταρος, 2.036 μ., και βγαίνουμε στη Σλήμνιτσα –κοιλάδα πάνω απ τη ροή του Αλιάκμονα  ποταμού, εκεί που ο ποταμός γυρίζει απ τα βόρεια και κάνει ανατολικά– η κύρια κορυφογραμμή διακλαδίζεται και χαμηλώνει, ανώνυμη 1.364 μ. δυο Ε.Φ. στους οικισμούς Φούσια και Μονόπυλο.  Αντίστοιχα και δυο Α.Φ. κοντά στους οικισμούς Αρέζα και Βιντέχοβα και πάει –πάει η συνοριακή γραμμή…

Πλούσια βοσκοτόπια διαθέτει ο Γράμμος.  Βοσκοί γυροφέρνουν στις πλαγιές του απ την Άνοιξη έως το Φθινόπωρο.  Πλούσιες κοιλάδες που διατρέχουν ρυάκια, ποτάμια και σιμά οικισμοί από παλιά χρόνια έχουν ριζώσει.  Γεφύρια συνδέουν αντίπερα όχθες και διάσελα –ζυγοί υπερπηδούν  φυσικά εμπόδια.

Οι Αλβανοί στρατιώτες λούφαξαν στο προηγούμενο ύψωμα αρκούμενοι να μας παρακολουθούν.  Μετά από τόση ώρα παρακολούθηση και αφού είχα ξεπεράσει τη σαστιμάρα μου, άρχισα να συνηθίζω.  Είχαμε πια κάποια απόσταση μεταξύ μας και έτσι άφησα τον εαυτό μου για πρώτη φορά από τότε που είχα βγει στην κορυφογραμμή, να στριφογυρίσει τη ματιά ολόγυρα.  Άρχισε πάλι ο ήλιος να λάμπει στον ουρανό, το σώμα μου να ζεσταίνεται και ο ιδρώτας στο πρόσωπό μου να κάνει και πάλι την εμφάνισή του.

IMG6605.jpg
Η λίμνη Γκιστόβα, στη κορυφογραμμή του Γράμμου, η ψηλότερη σε ελληνικό έδαφος

Από την κορυφή είδαμε ένα κοπάδι πρόβατα, να ανηφορίζει από το Ελληνικό έδαφος, συνοδευμένο από τον τσοπάνο του.  Στον Γράμμο τα κοπάδια τα συνοδεύουν οι τσοπάνηδες, πράγμα που δεν συμβαίνει στα περισσότερα βουνά της Ελλάδας πια.  Μας είχε δει και αυτός από χαμηλά και ευκαιρία βρήκε να κάνει κατά πάνω.  Για μας ήταν ευκαιρία να ρωτήσουμε για την λίμνη Γκιστόβα.  Σμίξαμε χαμηλότερα από την κορφή και οι φωνές μας αυθόρμητες, δυνατές, πηγαίες βροντοακούστηκαν στις πλαγιές.  Είπαμε τι είμαστε και από πού είμαστε, είπαμε για τα σύνορα, είπαμε…

Ο τσοπάνος μας είπε ότι οι από εκεί έχουν εντολή να μην μιλούν ποτέ σε κανέναν και ας ξέρουν την γλώσσα μας.  Είναι πολύ προσεκτικοί και δείχνουν φοβισμένοι.  Αλλά και εμείς, συμπλήρωσε ο τσοπάνος, δεν θέλουμε να δίνουμε αφορμές.  Τόσα χρόνια από μακριά.  Τι να κάνεις, καμιά φορά δεν ξέρεις…  Να, πριν από λίγες μέρες ένας Καστοριανός έψαχνε για μια γελάδα του.  Είχε ομίχλη και χάθηκε ο άνθρωπος.  Τον έπιασαν οι Αλβανοί και τον κράτησαν 2Ο μέρες.  Αυτός επέμενε ότι δεν είχε μπει στο δικό τους έδαφος.

Είπαμε μπόλικα με τον τσοπάνο, είπαμε για τη ζωή στο βουνό, για τα χειμαδιά, μα πάνω απ’ όλα δεν μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τη συνοριακή γραμμή.  Αυτή στεκόταν ανάμεσά μας και σε κάθε κουβέντα πέφταμε επάνω της.  «Βλέπεις τούτο το βουνό ματώνει όπου να τ’ αγγίξεις και πιο πολύ τούτα τα χώματα της οριογραμμής».

IMG6497.jpg
Έλλην βοσκός στη κοιλάδα της  Γράμμοστας

Ο Βασίλης Νιτσιάκος, Στο σύνορο, σ. 44, προσθέτει:   «τον Ιούλιο του 1997 και ενώ βρίσκομαι στα Γιάννινα, ειδοποιούμαι από τους γονείς μου, που βρίσκονται στο χωριό μου την Αετομηλίτσα (Ντένισκο), ότι Αλβανοί πήραν ολόκληρο το κοπάδι μας (350 περίπου γιδοπρόβατα), από τη νομή του δίπλα στο σύνορο και το οδήγησαν στην Αλβανία.  Φτάνοντας στο χωριό και προσπαθώντας να παρηγορήσω τους δικούς μου, βλέπω τον Αλβανό βοσκό, που είχε ρογιασμένο ο πατέρας μου εκείνο το καλοκαίρι να έρχεται με κουρελιασμένα ρούχα και να μα λέει κλαίγοντας ότι μία συμμορία Αλβανών τον έδειραν και του πήραν το κοπάδι  Ξεκινάμε με τον πατέρα μου να πάμε στο Πληκάτι, χωριό που βρίσκεται ανάμεσα στο συγκεκριμένο βοσκοτόπι του Γράμμου και το αλβανικό σύνορο, μήπως και μάθουμε τίποτα σχετικό.  Στο δρόμο κι ενώ βρισκόμαστε στην εθνική οδό, πάνω στη διασταύρωση για το Πληκάτι μέσω Πυρσόγιαννης συναντάμε μια ομάδα αστυνομικών, αρμόδιων για τη φύλαξη του συνόρου.  Στην προτροπή μας να έρθουν μαζί μας παίρνουμε την απάντηση ότι έχουν διαταγή να φυλάγουν σ αυτή τη ζώνη και ότι εν πάση περιπτώσει αν προχωρήσουν πιο μέσα κανείς δεν μπορεί να τους εγγυηθεί για τη ζωή τους (εκείνη την περίοδο που στην Αλβανία η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου και αρκετοί Αλβανοί «κακοποιοί» εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος προβαίνοντας σε παράνομες δραστηριότητες).  Φυσικά κανείς και πουθενά δεν μπόρεσε να μας δώσει κάποια σχετική πληροφορία, γινόμαστε μάλιστα αποδέκτες μιας φοβικής αντιμετώπισης εκ μέρους των χωρικών που συναντούσαμε σε όλα τα χωριά και συμβουλών να μην το παρατραβήξουμε στην έρευνά μας γιατί αυτοί οι Αλβανοί είναι αδίστακτοι και κινδυνεύει και η ίδια η ζωή μας.  Επιστρέψαμε άπρακτοι.  Ευτυχώς ένα μέρος του κοπαδιού, που δεν μπόρεσαν οι κλέφτες να οδηγήσουν στην Αλβανία (ήταν μεσημέρι καλοκαιρινό και τα ζώα δυσκολεύονται στη μετακίνηση, ιδιαίτερα τα μεγαλύτερης ηλικίας και όσα κυοφορούν), γύρισε μετά από δύο μέρες στη στάνη.  Τα υπόλοιπα χάθηκαν για πάντα, αφού προφανώς πέρασαν το σύνορο».

Σύμφωνα με τα λεγόμενά του τσοπάνου, η λίμνη Γκιστόβα, που ήταν και ο προορισμός μας, δεν ήταν μακριά, απλώς ήταν καλά κρυμμένη και ήθελε να σιμώσεις για να τη δεις.  Είναι πάνω στην κορυφογραμμή και είναι η ψηλότερη λίμνη της χώρας μας.

Τον χαιρετήσαμε και συνεχίζοντας στη συνοριακή γραμμή, το μονοπάτι μας έριξε στην λίμνη.  Θες η κουβέντα με τον Έλληνα βοσκό, θες η θέα της λίμνης που σε αποζημιώνει μετά από ώρες πορεία, θες ότι οι Αλβανοί στρατιώτες σταμάτησαν δυο εδαφικές εξάρσεις πιο πίσω για να μας ελέγχουν, έκαναν τα πράγματα πιο μαλακά.  Ξαπλώσαμε στης λίμνης την άκρη και αφήσαμε τον ελαφρύ κυματισμό της να μιλήσει μέσα μας, μετά από ώρες κρύας ανάσας.

Η λίμνη Γκιστόβα του Γράμμου, βρίσκεται πλησίον της κορφής Σακκούλι, ύψ. 2.413 μ. και είναι εξ ολοκλήρου στο ελληνικό έδαφος.  Το μονοπάτι της κορφογραμμής διέρχεται στο πλάι της.

Ο Βασίλης Νιτσιάκος, Στο σύνορο σ. 161, γράφει:  ..Σκέφτομαι τη δρακόλιμνη Γκιζντόβα (Γκιστόβα) που βρίσκεται δίπλα στην οριογραμμή, στο μέρος της Ελλάδας.  Στο δέος, που προκαλούν έτσι κι αλλιώς όλοι οι μύθοι, οι θρύλοι και οι παραδόσεις με τις οποίες είναι συνυφασμένη στη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων της περιοχής προστίθεται και η επικινδυνότητα του ορίου.  Μια στοιχειωμένη λίμνη πάνω στον εθνικό σύνορο.  Το στοιχειό που την κατοικεί δεν βαστάει απλά τον τόπο.  Προστατεύει τόπον τινά και τη πατρίδα.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο το στοιχείο από προστάτης της τοπικής μετατρέπεται σε προστάτη της εθνικής πατρίδας, μετά τη χάραξη και την επιβολή του εθνικού συνόρου.  Το στοιχειό έχει «εθνικοποιηθεί».  Σύμφωνα με την προφορική παράδοση του χωριού μου, όταν κάποτε οι Αλβανοί προσπάθησαν να φέρουν τη λίμνη στη δική τους επικράτεια, δηλαδή να την πάνε λίγα μέτρα δυτικότερα, πνίγηκαν.  Τους τιμώρησε το στοιχείο (5).

Ολόγυρα οι κορφές του Γράμμου, βουβές, ασάλευτες μέσα στη σιωπή τους, με τα πολυβολεία να χάσκουν κατάκορφα.  Παράξενο, σκέφθηκα, κοπάδια βόσκουν και από τις δυο μεριές και δεν ακούγεται τίποτα. Ούτε γαυγίσματα σκυλιών!  Αλλού οι βοσκοί με τις φωνές τους γεμίζουν τον τόπο, εδώ στον Γράμμο, ο καθένας στο κοπάδι του, ανεβοκατεβαίνει στις πλαγιές τυλιγμένος στην κάπα του. Τι είναι αυτό που κρατά το βουνό απόμακρα τυλιγμένο στην σιωπή του;  Είναι ο φόβος που αποκομίσαμε από τα τραγικά γεγονότα;

IMG6434.jpg
Η κορυφογραμμή του Γράμμου

Τί είναι αυτό που πρέπει να μας χωρίζει αντί να καθόμαστε όλοι μαζί καταγής στης λίμνης την άκρη και να τα λέμε;  Ποιοι σηκώνουν τείχη, εκεί που τα φυσικά όρια χαμηλώνουν για να ενώσουν τις ανθρώπινες προσδοκίες;

IMG6549.jpg
«Φορτιάρικα» των κτηνοτρόφων, που τους θερινούς μήνες αφήνονται ελεύθερα για βοσκή στις πλαγιές του Γράμμου

Όλα μαγεμένα, ακόμα και η ίδια η φύση.  Η συννεφιά διαδέχεται γρήγορα το φως του ήλιου και μετά η βροχή.  Κανείς δεν τολμά να μιλήσει, κανείς δεν τολμά να ορθώσει τον τόνο της φωνής του.   Είναι ο σεβασμός στους νεκρούς ή γεμίσαμε με φόβο την ψυχή μας;   Πότε θα ξηλώσουμε τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα απ’ την πλάτη των βουνών μας;  Το φως της ημέρας λιγόστεψε και εμείς έπρεπε να ξεκολλήσουμε, αφού δεν θέλαμε η νύχτα να μας βρει στα ψηλά.

Γείραμε απ’ εδώ και οι Αλβανοί φρουροί, μετά από  ώρες διακριτικής συντροφιάς, θα έγερναν κατά κει.  Η νύχτα που θα ακολουθούσε θα ήταν μία ακόμα νύχτα που δεν θα ακούγονταν … «καληνύχτα».

Ακόμη και το αεράκι που έπρεπε να φανερωθεί δεν παρουσιάστηκε και η σιωπή έγινε ακόμη πιο έντονη στα κενά μας βήματα, που ανόρεκτα έπρεπε να κατηφορίσουν στις πλαγιές του Γράμμου.  Ο δρόμος στα πόδια μας ήταν μακρύς και ακόμη μακρύτερη η μουγκαμάρα της συντροφιάς μας.

Τάκης Ντάσιος, 1989

Υποσημειώσεις

(1)«Γράμμος, μεγάλο ορεινό συγκρότημα στο βόρειο άκρο του Ν. Ιωαννίνων, στα σύνορα με την Αλβανία.  Από το Γράμμο αρχίζει η Ελληνική Πίνδος ( η αρχή της είναι το βουνό Μοράβα, ύψ. 1808 μ. της Αλβανίας).  Ο Γράμμος είναι γενικά ομαλό βουνό με δάση από οξιές, βελανιδιές και ρόμπολα.  Η ψηλότερη κορφή του είναι η Γράμμος ή Τσούκα Πέτσικ ή Τσούκα Ρέτσκα, υψ. 2.520 μ.  Άλλες, ψηλές κορφές πάνω από 2.000 μ., είναι: Γκούμπελ  2.248 μ., Κιάφα 2.398 μ., Καμενίκ 2.041 μ., Επάνω Αρένα 2.192 μ., Κάτω Αρένα 2.075 μ., Μαύρη Πέτρα 2.231 μ., Μπαταρός 2.036 μ., Περήφανο 2.442 μ., Πόρτα 2.017 μ., Σακούλι 2.413 μ., Σούφλικας 2.146 μ., Τσιούμα 2.171 μ., Φαρμάκη 2.139 μ.  Από τον Γράμμο πηγάζουν ο Αλιάκμονας και ο Σαραντάπορος, παραπόταμος του Αώου ποταμού.  Αναβάσεις στη ψηλότερη κορφή γίνονται από το χ. Πληκάτι, υψ. 1240 μ., σε 0500ω. ή από το χ. Γράμμος, υψ. 1380 μ., σε 0600ω.» (Νέζη Νίκου1979:τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, σ.85, Αθήνα)

(2)Γράμμοστα κοιλάδα, – απ τους πλουσιότερους βοσκότοπους του ελληνικού χώρου – εντός της οποίας ο οικισμός Γράμμοστα ή Γράμμος σε υψ. 1.380 μ. νομού Καστοριάς.  Στα 1928 είχε 13 κατοίκους, στα 1940 > 55, από το 1951 έως 1991 >  0.  Τα τελευταία χρόνια ο παλαιός οικισμός οικοδομήθηκε από Καστοριανούς, ενὠ διαθέτει έναν εξαιρετικό ξενώνα, που προσφέρεται για βάση στις αναβάσεις στις ψηλές κορφές του Γράμμου   

(3)Νιτσιάκου Βασίλη2010:ΣΤΟ ΣΥΝΟΡΟ «μετανάστευση», σύνορα και ταυτότητες στην Αλβανο-ελληνική μεθόριο, εκδ. Οδυσσέας

(4)Φύλλο χάρτη Ιωάννινα –Λεσκοβίκι (Κορυτσά –Αχρίς) της Γ.Υ.Σ. στρατηγικός χάρτης της Ελλάδος, κλίμακας 1: 200.000, εκδ. 1948

(5)Νιτσιάκου Βασίλη2003:Αετομηλίτσα, α΄ έκδοση 1979, σ. 99, Πολιτιστικός Σύλλογος Αετομηλίτσας, Γιάννινα

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Τσίπηρα Κώστα1992:Στα Ελληνικα βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, εκδ, Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα

Τσίπηρα Κώστα1993:Στα Ελληνικά βουνά (Β΄μέρος) 50 ακόμα πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα

Τερκενλή Σ. Θεανώ1995:«Ο δεσμός με τον ιδιαίτερο τόπο, πολιτισμική διαφοροποίηση στον χώρο» στον τόμο Ανθρωπολογία του χώρου, 13η διεθνής συνάντηση Σύρου, Σεπτ. 1995, Εργαστήριο πολεοδομικής σύνθεσης ΕΜΠ, Αθήνα

Εμφύλιος πόλεμος,1998, «από την Κόνιτσα ως τον Γράμμο και το Βίτσι», ειδική έκδοση για την εφημερίδα το ΒΗΜΑ, σειρά Το  Βήμα / ιστορία, εκδ. Γ.Ε.Σ. και Δ.Ο.Λ.

Νιτσιάκου Βασίλη –Αράπογλου Μιχάλη2004: Τα ποτάμια της Ηπείρου.  Τόποι και δρόμοι των νερών, των ανθρώπων και των πολιτισμών, α΄ έκδοση 2001, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα

Γράμμος,2010, στα βήματα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, ιστορικός –ταξιδιωτικός οδηγός, τρίτη έκδοση, εκδ. Σύγχρονη Εποχή

Μαραντζίδη Νίκου2010:Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ)1946-1949, β΄ έκδοση, σειρά θέματα ιστορίας 2,  εκδ. Αλεξάνδρεια

Advertisements

3 thoughts on “Γράμμος, των συνόρων γραμμή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s