Νύχτα με φεγγάρι στου Κόρακα τη.. μύτη!

«Κάνε γρήγορα, γιατί θα πάμε νυχτιάτικα στον Κόρακα!», είπε ο Γιωργάκης και απέφυγε να με κοιτάξει, συνεχίζοντας να δουλεύει.

Προς στιγμή μου φάνηκε αστείο, από κείνα τα αστεία τα τρελά, που όμως έχουν μέσα τους κάποιες σπίθες, που γαργαλάνε τα λογικά.  Χαμογέλασα και βιάστηκα να απαντήσω.  «Ναι, μέσα, γιατί όχι», όπως συνηθίζω να μιλώ χωρίς να σκέπτομαι.

Κόρακας 1.jpg
Γενική όψη του συγκροτήματος του Κόρακα, από τη Σκασμένη στρούγκα

O τρίτος της παρέας (1), μάς κοίταξε και ούτε όρεξη να μιλήσει δεν είχε.  Είχε τόσα στο μυαλό του και άλλα τόσα για να σκεφθεί για την επόμενη μέρα.  Το φως της ημέρας έπεφτε γρήγορα, μετά από τέτοια κουραστική μέρα, δεν έβλεπε τίποτα άλλο από ένα καλό φαΐ και γρήγορα να αποσυρθεί στο αντίσκηνο.

Ο Γιωργάκης επανήλθε.  Αυτή τη φορά τα λόγια ήταν περισσότερο λιτά.  «Είσαι για την κορυφή;  Το φεγγάρι είναι αυγουστιάτικο, γύρω στα μεσάνυχτα θα είμαστε κιόλας κάτω…».

«Μέσα!» του φώναξα και άρχισα να καρφώνω τα πασαλάκια του αντίσκηνου πιο γρήγορα.

Κόρακας 2α.jpg
Το καταφύγιο του Π.Ο.Α. , υψ. 1.960 μ. στο συγκρότημα του Κόρακα

Είχαμε στήσει την κατασκήνωσή μας ανάμεσα στο πρώτο και δεύτερο καταφύγιο, στο ρεματάκι δίπλα στο μεγάλο βράχο-πέτρα, στα Βαρδούσια (2)

Κόρακας 2.jpg
Κατασκήνωση στο Πιτιμάλικο

Το πράγμα μεταξύ σοβαρού και αστείου, κάτι μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, κάτι το άπιαστο αλλά που, πετούσε χαμηλά είχε πάρει κιόλας το δρόμο του.

Ξανακοίταξα τον Γιωργάκη που έδειχνε σοβαρός.  Όλα έδειχναν φυσικά γι’  αυτόν και δεν έβλεπε τίποτα ανησυχητικό σ’ αυτήν την επιχείρηση.  Τον πήρα από πίσω όταν πήγαμε να φορτώσουμε τα σακίδια.  Σκεφτόμουνα μήπως είναι αστείο.  Κάτι μέσα μου σκιρτούσε τρελά.  Νυχτιάτικα στην κορυφή των Βαρδουσίων!  Στο τέλος της μέρας, μετά απ’ όλα τα άλλα, τέτοια ώρα για την κορυφή!  Ας είναι.  Πήραμε νερό, κάτι για τη ψύχρα της νύχτας, φακούς, και κάτι για το στομάχι.  Πρόχειρα.  Αφήσαμε να γευματίσουμε πλούσια όταν θα γυρίζαμε..

Κόρακας 3.jpg
..ακόμη κι αυτά δυσκολεύονται στην ανηφόρα

Η ώρα ήταν 20.30, ο ήλιος είχε δύσει και η περιοχή κρατούσε ακόμη φως.  Το φεγγάρι είχε βγει και ήταν μισό αλλά έκανε καλή δουλειά.  Χαιρετήσαμε τον τρίτο της παρέας, που αν και μάς έβλεπε να ανηφορίζουμε δεν ήθελε να το πιστέψει, και κάναμε προς τα πάνω.  Ο Γιωργάκης μπροστά, με βήμα γρήγορο και σταθερό, εγώ από πίσω να επιμένω αγκομαχώντας, χωρίς να πιστεύω ότι ήμουν και εγώ εκεί.  Σε λίγο αφήσαμε τη ρεματιά και κολλήσαμε στη σάρα.  Ο Γιωργάκης πίεζε να φύγουμε γρήγορα και εγώ πίεζα τον εαυτό μου να πιστέψει ότι ήμουν εγώ αυτός, που ξεκινούσα για νυχτερινές περιπέτειες.  Όταν οι πέτρες από την ατελείωτη σάρα άρχισαν να ταξιδεύουν, ο Γιωργάκης κοντοστάθηκε και βρήκα την ευκαιρία να του φωνάξω να σταματήσουμε λίγο.

«Τι είναι αυτά που λες τώρα… άσε τα αστεία και προχώρα».  Με την ανάσα κομμένη ούτε να απαντήσω δεν μπόρεσα.  Έκανα πάλι για πάνω και άρχισε το γλέντι.. με τη σάρα.  Ένα βήμα πάνω, δύο κάτω.  Με τη γλώσσα έξω ψάχναμε για στέρεα βραχάκια, λες και ήμασταν σε θάλασσα και πατούσαμε βράχο-βράχο, μην μάς βρέξει το νερό.  Εδώ είχαμε κάτι οκάδες στα πόδια, από πέτρες που είχαν βαλθεί να μάς στείλουν πίσω και ας είχαμε στόχο για επάνω.  Η σάρα να επιμένει και εμείς να σκαρφαλώνουμε με τα τέσσερα για πάνω.  Σε λίγο πιάσαμε πιο σταθερά βράχια.  Σημαδέψαμε την κόψη που ήταν αριστερά από τις πόρτες, γιατί φαινόταν να περνάει στρωτά.

Στα βράχια κάναμε μία στάση και πήραμε ανάσες.  Το φως λιγόστευε και θέλαμε να προλάβουμε να βγούμε στο άνοιγμα.  Δεν ξέραμε πόσο το φεγγάρι ήταν διατεθειμένο να βοηθήσει.  Όση ώρα ανεβαίναμε ήμασταν κολλημένοι με το πρόσωπο στη σάρα.  Όταν σταματήσαμε για πρώτη φορά της γυρίσαμε την πλάτη και κοιτάξαμε κατά τα λιβάδια και τις αντικρινές κορφές.

Κόρακας 4.jpg
Οι κορφές Αετός και Λιοντάρι, ύψ. 2.413 μ. ως «πόρτες» και «φρουροί» στέκουν στο πέρασμα για το Μέγα Κάμπο

Το θέαμα ήταν μοναδικό.  Ποτέ δεν το είχα ξαναντικρύσει.  Όλες οι κορυφές στο δυτικό συγκρότημα να είναι βαμμένες σε κόκκινο χρώμα και στο βάθος η κορυφή της Καλιακούδας να ορθώνεται ψηλά.  Όνειρο!  Έκλεισα τα μάτια και δάκρυσα, με δάκρυα προς τα μέσα.  Μέσα μου έσταζαν δροσοσταλίδες μία-μία και πότιζα την πίστη μου γι’ αυτήν τη μοναδική δημιουργία.  Ποιο χέρι θα μπορούσε να ζωγραφίσει τέτοιες εικόνες;  Ποία ανθρώπινη σύλληψη θα πετύχαινε αυτούς τους χρωματισμούς;

Όσο το κόκκινο άλλαζε διαβάθμιση, τόσο το φεγγάρι γινόταν πορτοκαλί και έδινε μια αίσθηση κρυστάλλινης υφής στης φύσης το βασίλειο.  Άλαλοι,  χωρίς να μπορούμε και ας θέλαμε να φωνάξουμε, ξαναπήραμε τα πόδια και τα χέρια για πάνω.

Κόρακας 10.jpg
Το φως της ημέρας έπεφτε, όσο εμείς ανεβαίναμε και..

Το πόδι πατούσε καλά τώρα.  Το χέρι έπιανε γερά το βράχο και μετά τη μάχη με τη σάρα ένοιωθα σιγουριά.  Στο φως του φεγγαριού τα μάτια είχαν γίνει τεράστια.  Η κούραση είχε φύγει και άλλες διαστάσεις είχαν κάνει την εμφάνισή τους.  Σταμάτησα την ξέφρενη ανάσα και η σιγουριά στον ίδιο τον βράχο μου έδωσε ικανοποίηση, καθώς σε κάθε τράβηγμα του σώματός μου το χέρι εύρισκε τα πιο όμορφα πιασίματα.  Τραβέρσες για να περάσουμε εμπόδια, χορταριασμένα πατήματα και σχισμάδες, όπου το χέρι γροθιά, γινόταν τέλεια σφήνα.  Πλησιάσαμε την έξοδο των μυτικιών και ο αγέρας παγωμένος μας μήνυσε για τα καλωσορίσματα.  Το φεγγάρι ήταν τώρα ο μόνος σύντροφός μας, αφού η νύχτα είχε μπει για τα καλά στο παιχνίδι.

Βγήκαμε στην κορυφογραμμή και νοιώσαμε σαν κλέφτες…  Όλα γύρω είχαν μια αλλιώτικη παρουσία.  Το χρώμα, ο αγέρας, οι κορφές που ορθώνονταν σκιές-γιγαντοφύλακες.  Μείναμε σαστισμένοι και κουρνιάσαμε καταγής για λίγο, σκεφτόμενοι αν ήταν ασέβεια αυτό που κάναμε.

Κόρακας 5.jpg
Το οροπέδιο του Μέγα Κάμπου, υψ. 2.400 μ. πίσω η κορφή του Κόρακα και πιο πίσω η κορφή Κοκκινιάς

Στο βασίλειο της νύχτας όλα ήταν ήσυχα και μόνο ο παγωμένος αγέρας βούιζε στα αυτιά μας.  Τα δόντια άρχισαν να τρίζουν και τα πόδια παραπατούσαν μιας και δεν ξέραμε κατά πού πάμε.  Μέσα στη νύχτα το ‘Δόντι’ έμοιαζε με την κορυφή και κάναμε κατά εκεί.  Προχωρήσαμε κατάραχα με τα πόδια να σηκώνονται ψηλά, προς αποφυγή μπερδέματος.  Το φως του φεγγαριού αρκετό και το κρύο πιότερο,  γρήγορα μάς ανάγκασαν να συνέλθουμε – κατά που πάμε – και να ροβολήσουμε σωστά προς τον Μέγα κάμπο. Εντοπίσαμε, την ψηλότερη κορφή των Βαρδουσίων, τον Κόρακα, που ήταν απέναντι και μέσα στης νύχτας το φως, ο όγκος του φάνταζε απόμακρος, μακρινός, ψεύτικος.

Παράξενα συναισθήματα κυριαρχούν μέσα στη νύχτα.  Όλα φαντάζουν αλλιώτικα με τις σκιές των κορφών να θέλουν να μας αποθαρρύνουν ξεγελώντας μας.  Το ανάγλυφο των κορυφών παίρνει άλλες διαστάσεις.  Πάνω στον ουρανό τα εκατομμύρια αστέρια στολίζουν τον τόπο σαν τα ανοιξιάτικα λουλούδια στα πόδια σου.  Όλα μοιάζουν ανάστροφα.

Κατηφορίσαμε στα πλατώματα του Μέγα κάμπου συντροφιά με το θόρυβο που έκαναν τα πόδια μας.  Ο αγέρας μας βρήκε και βούιζε καθώς ξαναρχίσαμε γρήγορα την ανεβασιά για τον Κόρακα τώρα.  Για άλλη μια φορά η νύχτα με τις σκιές της μας είχε ξεγελάσει.  Η απόσταση φάνταζε μεγάλη αλλά βγήκε γρήγορα.  Λίγες βηματησιές είχαμε κάνει.  Ίσως να είχαν γίνει και πεταχτά.  Μόνο για μια στιγμή σκέφθηκα αυτή την απόσταση με χιόνι, που να βουλιάζει ή με ήλιο ντάλα στο κεφάλι και «άστο» σκέφθηκα, «η  νύχτα είναι ό, τι καλὐτερο».

Μόλις στην τελική ανηφοριά για τον Κόρακα βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω του συντρόφου μου.  «Είναι πρωτόφαντο αυτό που βλέπω γύρω μου.  Χαίρομαι που για πρώτη φορά αποχωρίστηκα τις φωτογραφικές μηχανές μου.  Όλα αυτά δεν αιχμαλωτίζονται».  Ο Γιωργάκης χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι σαν μου έλεγε «σαν αποδεσμευτείς από όλα αυτά, τότε θα φανερωθούν πράγματα ανείπωτα…».

Κόρακας 6.jpg
Στο Μέγα Κάμπο

Κοντοστάθηκα να το σκεφθώ αλλά βλέποντας τον να ανηφορίζει ακολούθησα ξωπίσω του, γιατί αφέθηκα στην λογική για μια στιγμή και ένοιωσα φόβο μπας και μ αρπάξουν τίποτες ξωτικά, κάτι που είχα ξεχάσει.  Λίγα βήματα ακόμα, βοήθησαν και τα χέρια – νύχτα ήταν δεν μας έβλεπε κανείς –  προσεκτικά βγήκαμε στην κορυφή.  Ένας ξύλινος σταυρός και ένα μεταλλικό σημαιάκι πιστοποιούσαν το ψηλότερο σημείο των Βαρδουσίων.  Απίστευτο.  Λουφάξαμε αμίλητοι και δεν ξέραμε τι να πούμε.  Ο Γιωργάκης ρώτησε την ώρα και του απάντησα «δέκα».  Είχαμε κάνει μιάμιση ώρα.  «Ευτυχώς που κάναμε τόσο, εάν κάναμε περισσότερο ήμασταν ψόφιοι»!, είπε και κόντεψα να βρεθώ στις.. «Μουσουνίτσες» (3).

Κόρακας 7.jpg
Στη κορφή του Κόρακα, ύψ. 2.495 μ.

Κουρνιασμένοι στο πέτρινο υψομετρικό, λουφάξαμε σαν κουκουβάγιες.  Τα μάτια ορθάνοιχτα και τα αυτιά τεντωμένα.  Ο ήχος που έκανε στριγκλίζοντας το μεταλλικό σημαιάκι μας έκοβε την ανάσα κάθε φορά, μιας και από κάτω ήταν το χάος.  Ευτυχώς δεν το βλέπεις αλλά το αισθάνεσαι και αυτό είναι καλό.  Ένοιωθα σαν ναυαγός πάνω σε ξερονήσι και ολόγυρα πέλαγος με τη νύχτα θάλασσα και τις βουνοκορφές σκαριά.  Ολόγυρα, πιο μακριά, φωτάκια χωριών, που έμοιαζαν κρουαζιερόπλοια που ταξιδεύουν.

Ο ουρανός με τ’ αστέρια ήταν η πιο κοντινή εικόνα, μιας και αυτά ήταν τόσο κοντά μας, που απλώνοντας το χέρι γεμίζαμε την χούφτα μας.  Πώς να τα ταράξεις όμως;  Όπως ήταν εκεί ψηλά βαλμένα, σου μίλαγαν και με τους σχηματισμούς τους έδειχναν μυστικά τους δρόμους!  Τι παράξενα πράγματα!  Όση ώρα περπατάγαμε για να βγούμε στα ψηλά ο αγέρας μάς έδερνε, τώρα που λουφάξαμε στην κορυφή δεν κρυώναμε λες και μας ζητούσε ο φύλακας της νύχτας να ηρεμήσουμε και να γίνουμε προσεκτικοί.

Κόρακας 8.jpg
Απ τα ψηλά κοιτάζοντας νότια (χ. Δάφνος)

Εδώ ψηλά, στην κορυφή του Κόρακα η παράδοση λέει πως σ’ ένα μικρό κοίλωμα έμεινε κάποιος ασκητής-μοναχός ολόκληρο τον χειμώνα και πέθανε την άνοιξη.  Άφησε δε σημείωμα, όπου έγραφε ότι δεν πέθανε από έλλειψη καμία, παρά από τον ανυπόφορο άνεμο, που έρχεται από τη Γκιώνα και μόνο..  Βάλαμε κάτι στα στομάχια μας, το σπρώξαμε με νερό – αφού δεν νοιαζόταν κανείς για κάτι τέτοιο – και κάναμε τον χρόνο αιωνιότητα.

Κόρακας 9.jpg
Απ τα ψηλά κοιτάζοντας δυτικά ( Πυραμίδα, Πάνω Ψηλό κ.ά.)

Το φεγγάρι προχωρούσε και όταν έφτασε στο ύψος του ‘Δοντιού’, ξαφνικά κάναμε την ίδια σκέψη, αφού πεταχτήκαμε και οι δύο όρθιοι.  «Αν μας προλάβει κατά την κάθοδό μας και κρυφτεί πίσω από τις Σούφλες»;  Σύραμε τα πόδια μας προσεχτικά με τον αγέρα να δυναμώνει πάλι.  Γλιστρήσαμε από την κορυφή, σταματήσαμε λίγο στην ‘σχισμάδα’,  θαυμάσαμε όσο μπορούσαμε το αμέτρητο βάθος και πέσαμε στην πλαγιά για τον Μέγα-κάμπο.

Το φεγγάρι είχε προχωρήσει και η σκιά στον κάμπο είχε μετακινηθεί.  Με σημεία αναφοράς πρωτόγνωρα, ανιχνεύσαμε τα βήματά μας και σημειώσαμε από μακριά το πέρασμα για κάτω.  Τελειώσαμε με τα πλατώματα και ανηφορίσαμε για το πέρασμα.  Οι ξεχωριστές κορφές ‘Λιοντάρι’ και ‘Αετός’, ασάλευτες και αμίλητες να μάς βοηθούν να πλησιάσουμε τις ‘πόρτες’ από ψηλά τώρα.  Τα μυτίκια  γύρω μας έριχναν τη σκιά τους στον χώρο και χρειαζόταν προσοχή.  Μπροστά ο Γιωργάκης να ψάχνει και πίσω εγώ με το … ευχέλαιο, θυμίζαμε παπά και παπαδοπαίδι,  που γυρίζουν τα σπίτια των Φώτων.

Χαθήκαμε στις ‘Πόρτες’, χαμός κάτω και η νύχτα να σιγογελά με τα καμώματά μας, όπως είχαμε σφηνώσει στης ‘πόρτας’ το άνοιγμα.  Εγώ να ρίχνω φως με τον φακό  από πάνω και ο Γιωργάκης να μετρά πιασίματα και δρασκελιές.

Εδώ η νύχτα έχει τον πρώτο ρόλο και εμείς τον τελευταίο.  Πώς να καταλάβουμε ότι το πέρασμα είναι απλώς μια δρασκελιά όρθια;  Μέχρι να πατήσει σε πατάρι ο μπροστινός, μέχρι να το μετρήσω και εγώ επανέλαβα κάμποσες προσευχές και δεήσεις.  Ακολούθησε κι άλλο ένα περασματάκι και μετά ανάσα.  Ήταν επόμενο.  Μέσα στη νύχτα ο όρθιος βράχος στεκόταν θεόρατος, σαν να είχαμε να κατεβούμε σκοτεινό πηγάδι.  Μόνο όταν τον δρασκελίσαμε είδαμε ότι ήταν πολύ απλό.

Τώρα είχαμε μπροστά μας τη σάρα.  Το φεγγάρι σταθερό και τον πρώτο ρόλο να έχουν τα πόδια.  Γρήγορα πήραμε γεύση.  Εδώ πατάγαμε, πιο κάτω βρισκόμασταν, μαζί με σωρό από πέτρες.  Συνεχίσαμε ψύχραιμα και προσεκτικά, γιατί εδώ γίνονταν τα πιο τρελά πράγματα.  Η ώρα περνούσε, η κούραση είχε εμφανιστεί αλλά η υπερένταση της προσοχής μας σε κάθε πάτημα έκανε την σάρα ατελείωτη, όπως και το δικό μας μαρτύριο.  Κατεβαίναμε ζικ-ζακ για να μειώνουμε την ορμή της κατεβασιάς και μόλις σηκώναμε το πόδι για να πατήσει το άλλο, παίρναμε μαζί και ολόκληρο το.. βουνό.  Την μία σταματούσαμε ο ένας πάνω στον άλλο, την άλλη δεν σταματούσαμε και οι δύο ταξιδεύαμε τσουλήθρα με τα κοτρόνια αγκαλιά.  Αυτό το παιχνίδι, κοντά στα μεσάνυχτα, δεν ήταν και πολύ υγιεινό.  Κάπου το πόδι να στουκάρει, κάπου το δάκτυλο να βιδώνεται στην πέτρα και ο αστράγαλος από σύμπτωση να λειτουργεί.  Σωστός ψυχοβγάλτης.  Τώρα η σκιά του φεγγαριού είχε μετακινηθεί και δεν ξεχωρίζαμε το τέλος της σάρας.

Ακολούθησαν βογκητά, μετά αναστεναγμοί με βάθος και τέλος έδωσε η δοκιμασία μας να τελειώσει, αφού στα πόδια φάνηκε στέρεο έδαφος.  ήμασταν κοντά στη βάση.  Κατηφορίσαμε σε χορτάρι – ήθελα να σκύψω να το φιλήσω αλλά άκουσα κουδουνίσματα ψηλά και ντράπηκα – και σε λίγο μέσα στο φως της νύχτας πέσαμε επάνω στο αντίσκηνο.

Σωριαστήκαμε κάτω και πριν ξεραθούμε κοίταξα την ώρα.  Ήταν 23.30 αλλά ο Γιωργάκης δεν νοιάστηκε τώρα, αφού προσπαθούσε να ρεγουλάρει πόδια και υπερένταση.  Ούτε λόγος για φαγητό.  Είχε κοπεί κάθε διάθεση.  Κάτι για φωτιά και ολονύχτια ρομαντσάδα ούτε που θίχτηκε.  Λίγες κουβέντες δίπλα στο αντίσκηνο και ο τρίτος της παρέας, που είχε τελειώσει τον πρώτο ύπνο ξύπνησε και μουρμούρισε βρίζοντάς μας.  Πού διάθεση να του απαντήσει κανείς!  Τι να του πρωτοπείς;  Εδώ γινόταν πόλεμος στη σάρα πάνω από το κεφάλι του, οι πέτρες ακόμα κατρακυλούσαν, τα πρόβατα που ήταν ριζωμένα στη βάση των μυτικιών δυσφόρησαν, τα ξωτικά και ο αγέρας μας έζωναν και μόνο ο τρίτος της παρέας έδειχνε  ενοχλημένος!

Κόρακας 11.jpg
Το χ. Μουσουνίτσα (Αθανάσιος Διάκος)

Με αργές κινήσεις συρθήκαμε στο αντίσκηνο και δεν αργήσαμε να βολευτούμε.  Ανταλλάξαμε μια ματιά και μετά ο καθένας μας βούτηξε στο όνειρο.  Πέρασε ώρα για να κοιμηθώ.  Η υπερένταση, το στούμπισμα στο δάκτυλο του ποδιού και κάτι αγκίθες πάνω μου ήταν μερικά από τα πειστήρια ότι ήμουν ξύπνιος.  Μέσα στο κεφάλι όλα στριφογύριζαν και τα κλειστά μάτια δεν με έπειθαν ότι κοιμάμαι.  Περασμένα μεσάνυχτα για τα καλά.  Η νύχτα είχε πάρει την κατηφόρα, δεν θ αργούσε να ξημερώσει.  Το φεγγάρι έξω συνέχιζε το δρόμο του και στο φως του οι δραστηριότητες της νύχτας έδιναν και έπαιρναν.  Η σκιά συνέχισε το κυνηγητό της, ο αγέρας συνέχιζε το τραγούδι του με πείσμα, αφού τώρα είχε μόνο αντίπαλο τον ήχο που έκαναν τα πρόβατα σταλιασμένα στα ριζά των βράχων και τ’  αστέρια έπεφταν βροχή πάνω στην τέντα του αντίσκηνου.  Ορέ γλέντια νυχτιάτικα!!!.

Τάκης Ντάσιος, 1985                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             Παραπομπές

(1) Γιώργος Κολόζης,  δημιουργός της τηλεοπτικής σειράς  ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΕΡΤ 1, (1983-1986) 16 επεισοδίων, για το επεισόδιο «ΒΑΡΔΟΥΣΙΑ, το βουνό των ποιμένων», διάρκειας 30 λεπτών

(2) «Μεγάλο ορεινό συγκρότημα με αλπικό χαρακτήρα στο ΒΔ. άκρο του νομού Φωκίδας.  Τα Βαρδούσια είναι από τα πιο όμορφα Ελληνικά βουνά.  Το σκληρό ανάγλυφο σε συνδυασμό με το μέγεθος των κορυφών τους, δίνει στον ορειβάτη την ευκαιρία να κινηθεί σ ένα άγριο, αλπικό τοπίο γεμάτο οπτικές εκπλήξεις.

Πλησιάζοντας προς το βουνό, από τα ΒΑ. το βλέπουμε να υψώνεται και να περιβάλλει τα χωριά; με τις τεράστιες πλαγιές του.  Τα χωριά Πάνω Μουσουνίτσα (Αθανάσιος Διάκος), Αρτοτίνα, Κουνιάκος, Βοστινίτσα (Δάφνος), Κωστάριτσα (Διχώρι), Γρανίτσα (Διακόπι), Χωμήριανη (Δάφνη), Κάτω Μουσουνίτσα, προσφέρονται για τις αναβάσεις στα ψηλώματα του βουνού.  Τα Βαρδούσια χωρίζονται από τις φυσικές γραμμές τους σε τρία συγκροτήματα κορφών: το Νότιο (Κόρακα, 2.495 μ.), το δυτικό και το Βόρειο, που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τα διάσελα Μετερίζια (Νότιο και Δυτικό) και Σταυρός (Νότιο και Βόρειο) και από το Καρυώτικο ρέμα (Δυτικό και Βόρειο).  Οι κορυφές του είναι γυμνές κι απόκρημνες και σε μερικές η ανάβασή τους απαιτεί αναρριχητικές γνώσεις.

Για τη διαμονή των ορειβατών υπάρχουν δύο καταφύγια στη θέση Πιτιμάλικο, της Ε.Ο.Ο.Σ. και του Π.Ο.Α.

Πάνω στο βουνό και ανάμεσα σ αυτές τις αέρινες και δύσβατες κορφές εκτείνονται τα ξακουστά αλπικά λιβάδια των Βαρδουσίων.  Δεκάδες στάνες είναι σκορπισμένες στα λιβάδια αυτά και όλο το καλοκαίρι ο τόπος αντιβουϊζει από τα κυπριά των ζώων.  Τα λιβάδια αυτά είναι: Τα Μουσουνιτσιώτικα, τα Βοστινιτσιώτικα, τα Αρτοτινά, της Κωστάριτσας, η Ραϊλή και οι σεληνιακές και κατάξερες λάκκες του Κουνιάκου.  Στα περισσότερα απ αυτά τα λιβάδια αναβλύζουν πολλά νερά από πηγές.  Μία απ τις χαρακτηριστικότερες πηγές είναι η πηγή των Κοπρισιών.  Πρόκειται για την έξοδο ενός υπογείου ποταμού, που σχηματίζεται από τα χιόνια του Πάνω πλατώ των Κοπρισιών»

Ο Νικ. Πολίτης Παραδόσεις, τόμος Α., σ. 264, σημειώνει: Κινήσαν δυο άνθρωποι να πάνε να μετρήσουν τα νερά του Βαρδουσιού.  Και αφού πήγαν όλη μέρα μέτραγαν.  Μέτρησαν –μέτρησαν, το βράδυ έγειραν, χάθηκαν.  Τους έφαγε το στοιχειό του Βαρδουσιού.  Ματαπήγαν άλλοι την άλλη μέρα το ίδιο έπαθαν και αυτοί.  Ματαπηγαίνουν κι άλλοι, το ίδιο και αυτοί.  Μετά πήγαν άλλοι δύο και έγειραν σταυρωτά.  Έβαλαν τα ποδάρια  αντάμα –αντάμα και τα κεφάλια τους χώρια και φαίνονταν σαν άνθρωποι με δυο κεφάλια.  Πάει το στοιχειό του Βαρδουσιού να τους φάει και τούρθε θάμασμα και τότε μαρτύρησε τα νερά και είπε «Μα τα εβδομήντα δυο νερά του Βαρδουσιού, άνθρωπο με δυο κεφάλια δεν ματαείδα!.»  Και τότε έμαθε ο κόσμος το πώς του Βαρδουσιού το βουνό έχει εβδομήντα δυο νερά, σαν να λέμε τάχα βρύσες..

Τα αμέτρητα νερά των Βαρδουσιώτικων λιβαδιών τροφοδοτούν δύο μεγάλα ποτάμια, τον Εύηνο και τον Μόρνο.  Και τα δύο αυτά ποτάμια είναι εδώ και μερικές δεκαετίες οι κύριες πηγές υδροληψίας της πρωτεύουσας και της ευρύτερης περιοχής.

(3) (α) Μουσουνίτσα, υψ. 860 μ. (έως το 1981, Κάτω Μουσουνίτσα), οικισμός της Παρνασσίδας, στις πλαγιές των Βαρδουσίων, ΒΔ της Άμφισσας, νομού Φωκίδας.  Στα 1928 είχε 324 κατοίκους, 1940 > 339, 1951 > 252, 1961 > 219, 1971 > 117, 1981 > 110, 1991 > 118, 2011 > 165.

(β) Αθανάσιος Διάκος, υψ.  890 μ.  (έως το 1961 Άνω Μουσουνίτσα) οικισμός της Φωκίδας, στις πλαγιές των Βαρδουσίων νομού Φωκίδος.  Στα 1928 είχε 595 κατοίκους, 1940 > 600, 1951 > 203, 1961 > 157, 1971 > 113, 1981 > 135, 1991 > 308, 2011 > 518.  Γεννήθηκε ο Διάκος Αθανάσιος, αγωνιστής του ΄21, πέθανε το 1786

Καταφύγιο ΕΟΣ Άμφισσας, υψόμετρο 1.920 μ., χωρητικότητα 65 άτομα, Θέρμανση: καλοριφέρ, σόμπες, τζάκι στο καθιστικό.  Κουζίνα  οργανωμένη  με φαγητό, πηγή: 5 λεπτά από το καταφύγιο. Τηλ. Καταφυγίου 22650-62195 και 22650-62484.  Υπεύθυνος καταφυγίου Κώστας Παπαγεωργίου, τηλ. 6974824456.

Καταφύγιο  ΠΟΑ, υψόμετρο 1.960 μ., χωρητικότητα 18 άτομα, Θέρμανση δύο ξυλόσομπες, πηγή 5 λεπτά από το καταφύγιο, κουζίνα πετρογκάζ – σκεύη.  Πληροφορίες Πεζοπορικός Όμιλος Αθηνών, τηλ. 210-821840 (καθημερινά 7 -9 μμ.)

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Νέζη Νίκου1979: βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα

Σφήκα Γιώργου1980: Τα βουνά της Ελλάδας, σειρά Ελληνική φύση, Αθήνα

Περιοδικό ΑΝΑΒΑΣΗ, τ. 12. 1985/1 «Βαρδούσια», Τρ. Αδαμακόπουλου, σ.4-11

Αδαμακόπουλου Τριαντάφυλλου, Χατζηρβασάνη Βασίλη, Ματσούκα Πηνελόπη1986: Τα βουνά της Ρούμελης, οδηγός πεδίου για τα ελληνικά βουνά, εκδ. Τάσος Πιτσιλός, Αθήνα

Τσίπηρα Στεφ. Κώστα1992:στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, σειρά πεζοπορία – ορειβασία, εκδ. Νέα Σύνορα, Α. Α, Λιβάνη, Αθήνα

Τσίπηρα Κώστα1993:στα Ελληνικά βουνά (Β΄ μέρος) 50 ακόμα πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, σειρά πεζοπορία – οικολογία, εκδ. Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα

Χάρτης 1998, Στερεά Ελλάδα, 2α Βαρδούσια, οδηγός πεδίου στον ορεινό χώρο και πολιτισμό, κλίμακα: 40.000, εκδ. Ανάβαση

Ματσούκα Πηνελόπη (Επιμέλεια)2009:Ορειβασία και περιήγηση στην ορεινή Φωκίδα: Γκιώνα, Βαρδούσια, Παρνασσός, Πράσινος οδηγός, εκδ. ANAΒΑΣΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s