Ανάμεσα στο Περτουλιώτικο και της Τριγγιάς τα μέρη, η Νεράϊδα

Ξανά με κατεύθυνση τα ΒΔ, ψηλά στη Νότιο Πίνδο (1), στα ορεινά του νομού Τρικάλων, όπως κοιτάζουμε το χάρτη, με στόχο να περπατήσουμε στη Νεράϊδα (2).

Τούτη την φορά προσεγγίζουμε την περιοχή από το χωριό Αηδών (3) και στη συνέχεια ο δρόμος μας οδηγεί  στο επόμενο χωριό, το Παλιοχώρι (4) που είναι και τερματικό μας.  Συστάδα σπιτιών αρχικά μας υποδέχεται, ενώ σ’ ένα πλάτωμα – κάτι σαν πλατεία – συγκεντρωμένα σχολείο, εκκλησιά με ρολόι, κοινοτικό γραφείο και μνημείο πεσόντων.  Παραδίπλα τα μαγαζάκια, αραδιασμένα στη σειρά.  Όλα εκείνα τα στοιχεία, που συνθέτουν την εικόνα ενός εύρωστου ορεινού χωριού, που κάποτε κρατούσε τον κόσμο του, ενώ στις μέρες μας ολοένα και λιγοστεύει.

1
Στο χ. Αηδών ρωτήσαμε και μας είπαν «πιο πέρα, το επόμενο χωριό..»

Το χωριό είναι πολύ όμορφο και οι ορθοπλαγιές που στέκουν από πάνω του το κάνουν πιότερα εντυπωσιακό.  Αυτή την φορά η απουσία ομίχλης, μας αφήνει περιθώρια να θαυμάσουμε ορθοπλαγιές και λούκια σ’  ένα  ανάγλυφο πέταλο που κλέβει την παράσταση.  Είναι η δεύτερη φορά που επισκεπτόμαστε το χωριό.

Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε εδώ με τη βοήθεια μιας ομίχλης, όλα έδειχναν μαγικά.  Θες το γρήγορο δικό μας πέρασμα, θες η περιπλάνηση τόσων ημερών στα βουνά, είχαμε αφήσει τότε το χωριό με μια αίσθηση ξεχωριστή.  Φἐρνω στο νου μου τους ανθρώπους που πετάχτηκαν έξω από το καφενείο, τις μορφές, τα λόγια τους.  Τα μαγαζάκια  που έμοιαζαν πολύ μικρά, να ακουμπά το ένα στο άλλο, τους ανθρώπους τυλιγμένους στα πανωφόρια τους.

2
Στο χ. Παλαιοχώρι Τρικάλων

Είχαμε ρωτήσει για την κατάσταση του δρόμου-μονοπατιού που συνέδεε το Παλιοχώρι  με την Κρανιά.  Γυναίκες βγήκαν από τα γειτονικά σπίτια, κάτι αντάλλαξαν αναμεταξύ τους και αποσύρθηκαν μαγικά.  Τελευταίος βγήκε από την πόρτα του καφενείου ένας νάνος, χωμένος στην τραγιάσκα του, το σακάκι μισοφόρετο και την αγκλίτσα στο χέρι.  Μπήκε στην κουβέντα, είπε την άποψή του, μετά οι συγχωριανοί του  ανέλαβαν  να γελάσουν και στη συνέχεια  αυτοί μας απέτρεψαν να προχωρήσουμε κατά κει που θέλαμε.

Δεν προλάβαμε να μπούμε στο χωριό και τούτη τη φορά το σκηνικό ήταν κιόλας έτοιμο. Κάτι σαν μεθοριακός σταθμός ελέγχου, που ό,τι  μπαίνει σ’ αυτό καταγράφεται.  Χαιρετήσαμε τους ανθρώπους και ρωτήσαμε για τον  δρόμο που οδηγεί στην Κρανιά.  Ένας νέος γύρω στα τριάντα ανέλαβε να εκπροσωπήσει το χωριό.  Με δυσκολία πήραμε την απάντηση.  Κάναμε να ρωτήσουμε πώς το λένε το βουνό που ορθώνονταν πάνω από το χωριό  -είναι κάτι που το συνηθίζω, γιατί οι ανθρώποι ονομάζουν διαφορετικά τον τόπο τους σε σχέση με τις ονομασίες στους χάρτες και αυτό είναι πολύ χρήσιμο για τους ξενόφερτους- και έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή.  Ο νέος, άρχισε να σιγομουρμουρίζει λέγοντας ότι: «Κάτι ψάχνουν αυτοί να βρουν.. μην τραβάτε φωτογραφίες το χωριό μας και το ματιάσετε»!

3
Στο καφενείου του χωριού

Θεώρησα ότι δεν χρειάζεται να του εξηγήσω ότι είμαστε ορειβάτες και επισκεπτόμαστε τον τόπο τους, γιατί ο νέος έδειχνε σίγουρος.  Αποφάσισα να ρωτήσω από «πού φεύγει ο δρόμος για πάνω», τον ευχαριστήσαμε και ακολουθήσαμε τη λογική μας.  Ξεχάσαμε την υποδοχή στο χωριό και αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε μεταξύ μας για το πού περνάει και δεν περνάει το τείχος, για τη  σάρα, τον καταρράκτη  και συνεχίζαμε να ανηφορίζουμε για το διάσελο.  Ο δρόμος ήταν κουραστικός αλλά ξεχαστήκαμε με τη θέα των ορθοπλαγιών που ορθώνονταν από πάνω μας.

4
Ο δρόμος που ψηλώνει..

Βγήκαμε στο διάσελο και ισιώσαμε. Ανάμεσα στο πέταλο των ορθοπλαγιών με τα λούκια απ’ τη μια μεριά και δίπλα το  σαμάρι της Τριγγιάς με τα 2.200μ. ύψους, νάσου και το εικόνισμα της Αγίας Παρασκευής, με τις  ποτίστρες και τις αγελάδες ελευθέρας βοσκής.

Δεν θα υπήρχε ιδανικότερος τόπος για σήμερα.  Είχαμε κιόλας ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα.

5
Στο διάσελο

«Ρε συ τι είναι αυτή η μαυρίλα πάνω από την Τριγγιά», ρώτησε ο Γιωργάκης που είχε κιόλας ριχτεί με τα μούτρα στο στήσιμο του αντίσκηνου, ώστε να απολαύσουμε το άραγμα, όσο γρηγορότερα γινόταν.  Διαλέξαμε το άκρο του «μπαλκονιού», ώστε να έχουμε όλο το μεγαλείο  στα πόδια μας.

Η μαυρίλα μεγάλωσε, το αεράκι μύρισε βρεγμένη γη, σταγόνες έκαναν την εμφάνισή τους, πάνω που είχαμε τελειώσει με το αντίσκηνο.  Όνειρο, αυτές οι σταγόνες έσταζαν θείο νέκταρ, μαζί με τον ιδρώτα μας από την προσπάθεια που καταβάλαμε για να στηθεί το αντίσκηνο.  Προλάβαμε να ρίξουμε πάνω μας ένα αδιάβροχο και χωθήκαμε μέσα στο αντίσκηνο, εξ αιτίας της βροχής, που άρχισε να πέφτει.

6
Με τους βοσκούς

Μέσα στου αντίσκηνου τη σιγουριά ήταν όλα πολύ όμορφα.  Ανοίξαμε  το μπροστινό μέρος για να απολαύσουμε το θέαμα, όσο η βροχή δυνάμωνε.  Ο τόπος μαύρισε για τα καλά.  Σε λίγο, από ξαπλωμένοι που ήμασταν ανασηκωθήκαμε, οι αστραπές άρχισαν να πέφτουν η μια μετά την άλλη.  Κοιταχτήκαμε μετά από ώρα, το νερό της βροχής δυνάμωνε.  Ο αέρας έσπρωχνε το εξάγωνο τουρλωτό σχήμα του αντίσκηνου, -κοντά δύο μέτρα ύψος- και αυτό με τη σειρά του αντιστεκόταν.  Το πίσω μέρος του, που το χτυπούσε ο αγέρας της Τριγγιάς, άρχισε να μουγκρίζει και η βροχή να τα δίνει όλα.

«Μην φοβάσαι» καθησύχασα τον Γιωργάκη, «το αντίσκηνο έχει δοκιμαστεί  σε ολονύχτιες μάχες με καιρούς και έχει αντέξει»…  «δεν το βλέπω» ακούστηκε η φωνή του, καθώς αρχίσαμε να «κρατάμε» τον ουρανό του.

Ο αέρας τώρα τάδινε όλα.  Το αντίσκηνο είχε λυγίσει και είχε συμπτυχθεί στο ήμισυ του όγκου του.  Το νερό είχε περάσει από κάτω και γρήγορα με την ορμή που το χτύπαγε, άρχισε να κάνει νερά και μέσα.  Ξανακοιταχτήκαμε, ανοίξαμε το μπροστινό μέρος του και κοιτάξαμε τη θέση του μπουρινιού. Το θέαμα ήταν μοναδικό. Βόρεια και πάνω μας το μπουρίνι λυσσομανούσε, νότια ήταν ανοικτός ο καιρός και όλο λέγαμε -προσευχόμασταν- να  κόψει.

«Θα περάσει, αφού μας στείλει κατευθείαν στο Παλιοχώρι  πάλι, μαζί με το αντίσκηνο», έκανε ο Γιωργάκης. «Μέρος που βρήκαμε να το στήσουμε, θέλαμε μπαλκόνι, λες και δεν το ξέραμε!!»..

«Μην ανησυχείς»! προσπάθησα να τον ησυχάσω.  «Χαλάρωσε, άσε ανοικτό το μπροστινό μέρος για να αγναντεύουμε, έτσι και αλλιώς έχουμε γεμίσει νερό, κι’ όταν δούμε τα δύσκολα πεταγόμαστε έξω και τρέχουμε κατά το χωριό».

Η κατάσταση εξελισσόταν από κωμικοτραγική έως φαιδρή.  Μέσα στο αντίσκηνο επικρατούσε ομίχλη.  Η δύναμη του αγέρα είχε γείρει το μισό και το είχε διπλώσει σαν το φλόκο των ιστιοφόρων και από κάτω είχαμε γεμίσει νερό.  Έτσι από ξάπλα και ρομαντζάδα βρεθήκαμε να κοιταζόμαστε όλο αγωνία.  Το αντίσκηνο τώρα πια έτριζε και έδειχνε εικόνα τρεχαντηριού σε φουρτούνα.  Με το ένα χέρι κρατούσαμε το αντίσκηνο και με το άλλο αναζητούσαμε στεγνό μέρος να ακουμπήσουμε.

Εξαντλήσαμε όλη μας την υπομονή..  Μετά από  καμιά ώρα, ευτυχώς,  οι προσευχές μας εισακούστηκαν, καθώς η δύναμη της βροχής έκοψε.

«Άντε και γλυτώσαμε» έκανε ο Γιωργάκης.  «Τυχεροί είμαστε, σκέψου από το ύψος των 1.650μ. να φεύγαμε και να προσγειωνόμασταν στο χωριό καπάκι!!»

«Σκυλί είναι το άτιμο», σιγομουρμούρισα και δεν θέλησα να κοιτάξω τον Γιωργάκη που έβριζε.  Αφού είχαμε γίνει μούσκεμα και δεν υπήρχε μέσα στεγνό σημείο, πεταχτήκαμε έξω και ας μην είχε σταματήσει τελείως η βροχή.  Τα γελάδια λίγο πιο κει δεν είχαν πάθει και τίποτα. Σε λίγο το μπουρίνι προσπέρασε και ο ήλιος, που ξαναφάνηκε ήταν καλοδεχούμενος.  Πάνω που προσπαθούσαμε να στεγνώσουμε, νάσου και νεαρός βοσκός με το κοπάδι που ξεσκάρισε, μόλις η βροχή έκοψε.

– Ο καιρός είναι άστατος, μας λέει, μπορεί να το ξανακάνει.  Το πιάνει πολύ το μέρος εδώ, φυσάει πολύ.  Γιατί δεν πάτε χαμηλότερα στην ποτίστρα που έχει και τα έλατα και  κόβει»..  Τα λόγια του ήταν πολύ σωστά, έλα όμως που το μέρος ήταν μαγευτικό και ήμασταν και του αγναντιού!

7
Ανεβαίνοντας για τη Νεράϊδα, απέναντι ο όγκος της Τριγγιάς

«Η Πίνδος, έχει δικό της νόμο –αγνοεί οτιδήποτε δεν είναι ο εαυτός της.  Πραγματικό βασίλειο βουνών, αγνοεί οτιδήποτε δεν είναι βουνό.  Αν δεν κάνετε δικό σας το νόμο της, η Πίνδος θα σας πνίξει..» (Αναστασιάδη Σοφία1957:16)

Με βαριά καρδιά τα ξαναφορτώσαμε και χαμηλώσαμε.  Δύσκολα να αποχωριστείς το αγνάντι..  Το φιλοσοφήσαμε, είπαμε ότι δεν βαριέσαι, είχαμε χορτάσει από εικόνες, εξ άλλου το πρωινό δεν θα αργούσε να μας βρει.

Με τον ερχομό της νύχτας, είχαμε κάνει κιόλας καινούργια εγκατάσταση χαμηλότερα και το βραδινό πρόγραμμα άρχιζε.  Βγάλαμε το ουζάκι, κάναμε και τον μεζέ, νάσου απ τους θάμνους ο μπάρμπας, που είχε χαμηλότερα την στάνη και ανέβηκε να μαζέψει το κοπάδι του, που τρομαγμένο από το μπουρίνι είχε λουφάξει στα ριζά των βράχων.

  Ωπ’  πώς πάει ρε καλόπαιδα; καλά οργανωθήκατε εδώ..

– Είχαμε ξανοιχτεί στο διάσελο αλλά αναδιπλωθήκαμε.

– Τι νέα, πώς από δω;

– Μας αρέσουν τα βουνά και είπαμε να κάνουμε κατά δω. Είχαμε έρθει και τον χειμώνα αλλά δεν μπορέσαμε να βγούμε.

– Μπα είχατε έρθει και τον χειμώνα;

– Ναι αλλά δεν μπορέσαμε να βγούμε ψηλά διότι το χιόνι ήταν πολύ.

– Εδώ έρχονται κυνηγοί, όταν επιτρέπεται το κυνήγι.  Έχει πολύ θήραμα.  Λύκους, αγριόγιδα και στα λούκια ζαρκάδια.  Εδώ θα δεις τα πιο παράξενα πράγματα. Το δρόμο δεν τον ανοίγουν την άνοιξη για τους βοσκούς, που έχουν τις στάνες τους ψηλά..  Δυστυχώς τον καθαρίζουν το Φθινόπωρο για τους κυνηγούς.. Μην το ψάχνεις.

8
Ο όγκος Κάλτσα, ύψ. 2.058 μ.

– Σοβαρά;  Εμείς νομίσαμε ότι κάτι συνέβη και δεν τον καθάρισαν φέτος.

– Τον ανοίγουν την κυνηγητική περίοδο για να βγαίνουν οι  παρέες.   Οι κυνηγοί είναι δύναμη και αφήνουν λεφτά, βγάζουν άδεια για το κυνήγι, πληρώνουν  για το θήραμα, που θα σκοτώσουν και όλο και κάτι μένει και στο χωριό.

– Πώς και έφτασε άσφαλτος μέχρι το Παλιοχώρι;

– Α!, αφήστε τα, είναι για κλάματα.  Όταν τον έφτιαχναν τον δρόμο, καθόμουν και τους παρατηρούσα από ψηλά με το κοπάδι μου.  Απ’ ότι φαίνεται ο δρόμος θα χαλάσει σε λίγο.  Την ‘δοκίμασα’ από κοντά την άσφαλτο και δεν μου φάνηκε πράγμα.  Τι τα θες, δεν γίνεται τίποτα, σ’ αυτόν τον τόπο!  Όλο κομπίνα και παραμύθι.  Δύσκολα να αλλάξουμε πια..

– Έπαψε  και η ΜΟΜΑ να λειτουργεί, που είχε κάνει πολύ σπουδαία δουλειά, συμπλήρωσε ο Γιωργάκης.

– Ναι έχεις δίκιο, αυτά γινόντουσαν τα πρώτα χρόνια, μετά έγιναν και αυτοί δημόσιοι υπάλληλοι.  Μάθαμε όλοι στο κλέψιμο και δεν ξέρω πώς θα αλλάξει.

– Πράγματι..

-Να σας πω ιστορίες με το γάλα.  Εγώ έχω ένα κοπάδι και εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, κάνω αυτή την δουλειά.  Κάθε μέρα μετρώ το γάλα που μαζεύω και το κατεβάζω στο πρατήριο που μαζεύουν τα γάλατα.  Ξέρω τι μετράω κάθε μέρα.  Λοιπόν στην αρχή είχαμε ένα πρότυπο δοχείο, βάσει του οποίου μετρούσαμε εκεί το γάλα.  Ε, πώς να σε κλέψει..  Ακούστε τεχνάσματα. Έκοβαν τον τενεκέ κάτι χιλιοστά, έβαζαν νέο πάτο και σηκώνονταν λίγα χιλιοστά.  Αυτά εάν τα υπολογίσεις είναι πολλά κιλά γάλα.  Τι το ψάχνεις..

Μετά ήρθε η μεζούρα με το παλούκι που το βυθίζανε μέσα στο γάλα.  Ε! και εδώ έκοβαν το μέτρο και το ένωναν πιο κάτω με αποτέλεσμα η μεζούρα να μετρά περισσότερο γάλα στο μέτρο.  Δεν μας πιάνεις πουθενά  Έγινε παράδοση πια, αμφιβάλλω εάν και οι νέες γενιές μπορούν ν’ αλλάξουν..

Λόγια του βουνού θα πεις, ίσως, πάντως τα λόγια του μπάρμπα, αβίαστα,  άφτιαχτα, λόγια του ιδρώτα και του κόπου, βγαλμένα απ την ίδια τη ζωή, ζωντανά.

– Να βάλω ένα ουζάκι μπάρμπα;   Άντε..

Σηκώνοντας το ποτηράκι κάναμε και από μια ευχή.  Η νύχτα κόντευε να πέσει για τα καλά, βλέπεις κι’ αυτή κάποτε κουράζεται και απογέρνει.  Ο μπάρμπας τέλειωσε  το ποτηράκι του κι όπως αθόρυβα εμφανίστηκε, έτσι κι’ αθόρυβα,  αποχαιρετώντας, χάθηκε.

Στον ουρανό φάνηκαν αστέρια, ο αγέρας κόπασε και η σιωπή της νύχτας μας βόλευε.

Λουφάξαμε προστατευμένοι μέσα στα έλατα και τους θάμνους και αφήσαμε τα λόγια του μπάρμπα να αιωρούνται στον αέρα.  Μόνο ο   ήχος του νερού, που στριμώχνονταν στη γη –από ώρα προσπαθούσε να μας μιλήσει απ της ποτίστρας το στόμιο– σαν κάτι νάθελε κι αυτό να μας πει, αλλά δεν ακούγαμε..  Βλέπεις, τα λόγια του γέρο βοσκού ξεκάθαρα -σαν της πηγής το νερό- μας είχαν αποστομώσει..

9
Στο λούκι της κορφής Κάλτσα Ι

Η καινούργια μέρα μας βρήκε σε απόλυτη ηρεμία.  Όνειρο ή πραγματικότητα?  Το νερό της πηγής παραδίπλα η μόνη πραγματικότητα.    Σύραμε τα πόδια μας, ανηφορίσαμε μέχρι το διάσελο ξανά και μετά κάναμε αριστερά επάνω, μπαίνοντας στο λούκι Κάλτσα.  Στα μισά, μέχρι να βγούμε από πάνω μας φεύγει πέτρα, κατρακυλά αλλά δεν μας βρίσκει και αυτή πάει –πάει κάτω  και εμείς μετά από ολιγόλεπτη βουβαμάρα συνεχίζουμε και βγαίνουμε ψηλά.  Φως, ήλιος δυνατός, λουλούδια στα πόδια μας απέναντι βουνοσειρές, λιβάδια, πλαγιές, αλλά δεν βλέπουμε ούτε ακούμε κοπάδια.

13
Στα ψηλώματα I

Ένα εντυπωσιακό πέταλο κορφών: Κάλτσα, Σουφλί και  Νεράιδα, που το ύψος τους κυμαίνεται από 1.900μ. – 2.100μ., πάνω από τα χωριά Παλαιοχώρι και Αηδόνα Τρικάλων.  Πιάνουμε τη κορυφογραμμή και ροβολάμε, σα κατσικάκια, μιας και λείπουν τα ζωντανά από τούτο τον ευλογημένο τόπο.  Πάμε –πάμε, με στόχο την ψηλή κορφή της Νεράϊδας, που ξεχωρίζει.  Από βόρεια κατευθυνόμαστε ανατολικά, διερχόμενοι από τις κορφές Αρμπινιάσα, Μπριτσιάσα, ύψ. 2.135μ., Κοκκινόβρυση 2.055 μ., Μπάτης 1.958 μ., και φάτσα η Νεράϊδα, ύψ. 2.74 μ.

14
Στα ψηλώματα II

Η μέρα είχε προχωρήσει και πάλι.  Ο ήλιος σκοτείνιασε, σύννεφα τον έκρυψαν από της Νεράιδας τη μεριά και η ατμόσφαιρα μύρισε βρεγμένο χώμα.  Μεσημεριανές, ζεστές ώρες στα ψηλώματα όλο και κάτι έχει να φέρει ο καιρός, γι αυτό αντί να συνεχίζουμε τη διάσχιση, αναδιπλώσαμε τα πόδια μας, γυρίσαμε την πλάτη μας στην ψηλότερη κορφή και πήραμε το δρόμο του γυρισμού!! Διακριτικά, κάθε τόσο κοιτάζαμε και πίσω μας να δούμε ποιος θα προλάβει.   Την προηγούμενη μέρα ο καιρός μας είχε προλάβει και μας είχε σηκώσει.  Τώρα βαδίζαμε στα 2.000 μ. τον είχαμε και πίσω μας, οπότε αν μας προλάβαινε θα μπορούσε «να μας πάρει και να μας σηκώσει» μια και καλή..

10
Το νερό της πηγής..

Τάκης Ντάσιος, 1992

Παραπομπές

(1) Το ορεινό συγκρότημα της Νεράιδας, ο Ν. Νέζης στο βιβλίο του τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός,1979:81, το περιλαμβάνει μέσα στην ευρύτερη ενότητα με τον τίτλο Τριγγιά, 2.2204 μ., όπου γράφει: «μεγάλο ορεινό συγκρότημα, στο δυτικό τμήμα του νομού Τρικάλων, ανάμεσα στα Τζουμέρκα και τον Κόζιακα, με πολλά έλατα, πεύκα και βελανιδιές. Κορυφές που ξεχωρίζουν, Αμμουτζέλος 1.525 μ., Δίκορφο 2.096 μ., Ζαπόντης 1.466 μ., Κάλτσα 2.058 μ., Κόκκινο Λιθάρι 1.706 μ., Μπάτης ή Καλόγερος 1.959 μ., Μπούτζα 2.144 μ., Μύτικας 1.836 μ., Νεράϊδα 2.067 μ., Νεράϊδα 1.930 μ., Ξεροβούνι 1.805 μ., Παλιομάντρι 1.520 μ. Παπανίκας 1.726 μ., Πλαγιά 1.913 μ., Σούρλα 1.243 μ., Σφένδαμος 1.178 μ., Τσαπουρνιά 1.356 μ., Τσατσούλη 1.912 μ., Χαλικόβουνο 1.997 μ.  Αναβάσεις γίνονται από το χ. Παλαιοχώρι, υψ. 980 μ., 43 χιλ, ΝΔ, της Καλαμπάκας, σε 0400ω., όπως επίσης και από τα χωριά Κλεινό, υψ. 860 μ., Κρανέα, υψ. 1.140 μ. και Δέση, υψ. 1.040 μ.

(2) Το ορεινό συγκρότημα της Νεράϊδας, βρίσκεται στα δυτικά του νομού Τρικάλων και οριοθετείται περιφερειακά, από: Στενά Κόζιακα, χ. Χρυσομηλιά, χ. Αηδών, χ. Παλαιοχώρι, διάσελο Κρομηλιές, Κονάκια Κρανιάς. [ΣΤΟΠ] Σκύβοντας πάνω στον χάρτη του Νέζη Νίκου 1978:82, «διαβάζω» την χάραξη μονοπατιού, που διασχίζει την περιοχή …παραδίπλα της κορφής Κάλτσα 2.058 μ.,  ανεβαίνει στην Μπούτζα 2.144 μ., κατηφορίζει στο Χαλικόβουνο 1.997 μ., και φτάνει στο χ. Δέση, ύψ. 1.040 μ., όπου δημοσιά. Ο ίδιος δίνει ανάβαση στη Τριγγιά απ αυτό το χωριό.  Κυκλώνουμε τον υπό μελέτη χώρο ακολουθώντας τη δημοσιά προς Πύρρα, Νεραϊδοχώρι, Περτούλι Στενά Κόζιακα..  Μέσα σ αυτό το γεωγραφικό κομμάτι δεσπόζει η ψηλότερη κορφή Νεράϊδα, ύψ.2.074 μ. , όπου νοματίζει και τον ευρύτερο χώρο.  Άλλες κορφές Κάλτσα 2.062 μ. Μπριτσιάσα 2.135 μ., Μπάτης ή Καλόγερος 1.958 μ., Κοκκινόβρυση 2.055 μ., Τσατσούλη 1.726 μ., Μπουντούρα 2.010 μ. και άλλες χαμηλότερες.  Είναι ελεγχόμενη κυνηγητική περιοχή.

(3) Χ. Αηδόνα (έως το 1928 Αϊβάν), υψ. 840 μ.  Οικ. στα δυτικά του νομού Τρικάλων, δήμου Κλεινοβού, απέχει 61 χιλ. απ τη πόλη των Τρικάλων.  Στα 1928 είχε 222 κατοίκους, στα 1940 > 312, 1951 > 316, 1961 > 385, 1971 > 216, 1981 > 233, 1991 > 179, 2001 > 175 κατοίκους   Στο χωριό μπορεί να δει κανείς και την αιωνόβια φτελιά, διατηρητέο μνημείο της φύσης.

(4) Χ. Παλαιοχώρι, υψ. 980 μ. του δήμου Κλεινοβού νομού Τρικάλων, απέχει 60 χιλ. από τη πόλη των Τρικάλων.  Στα 1928 είχε 266 κατοίκους, στα 1940 > 340, 1951 > 367, 1961 > 283, 1971 > 184, 1981 > 271, 1991 > 246, 2001 > 256 κατοίκους

Βιβλιογραφία

Αναστασιάδη Σοφία1957: Πίνδος, Αθήνα

Χατζηγάκη Κ. Αλεξ.1961:Τ’ Ασπροποτάμου Πίνδου, ιστορικά, εκδ. Μαυρίδης

Νέζη Νίκου1978: τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός

Γοργογέτα Σωτήρη1994: Φύση & παράδοση, 7 οδοιπορικά στα βουνά της Πίνδου, σειρά: πεζοπορία, ορειβασία, εκδ. Νέα Σύνορα, Λιβάνη

Τσίπηρα Κώστα1997:στα ελληνικά βουνά (Γ΄μέρος, 50+1 άγνωστες πεζοπορικές και ορειβατικές διαδρομές), εκδ. Νέα Σύνορα Α.Α. Λιβάνη

Χάρτης 2005, Πίνδος Κόζιακας, Αυγό, Τριγγία, Νεράϊδα, Χατζή, σειρά Πίνδος 4,2, κλίμ. 1.50.000, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Σταματελάτου Μιχαήλ & Σταματελάτου Βάμβα Φωτεινή2012: Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας, τόμος Α, Γ, εκδόσεις ΤΑ ΝΕΑ

Ελλάδα, Νομός Τρικάλων (θεσσαλία) Νο  19, εκδόσεις ΔΟΜΗ

 

Advertisements

One thought on “Ανάμεσα στο Περτουλιώτικο και της Τριγγιάς τα μέρη, η Νεράϊδα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s