Γλυκοχάραμα στο δάσος, ακολουθώντας το παλιό μονοπάτι..

Μόλις είχε φέξει. Όλα γύρω ήταν μουσκεμένα και βυθισμένα στη νάρκη της νύχτας.  Ο χειμώνας χτυπούσε την πόρτα και το  πρώτο σπιτικό που θα μπορούσε να βρει στο πέρασμά του, ερχόμενος απ’ τον βορρά, ήταν αυτό του συγκροτήματος του Γράμμου (1), όριο και πύλη στην είσοδο της χώρας μας.

1
Στο χωριό Γράμμουστα (Γράμμος) υψ. 1.350 μ.

Από βραδύς είχαμε κοιμηθεί κοντά στο φαράγγι, κάτω απ το χ. Γράμμουστα, (Γράμμος) (2) εκεί που στένευε ο τόπος και γινόταν ακόμη πιο εντυπωσιακό το πεδίο.  Το τοπίο ήταν ξεχωριστής ομορφιάς, εντούτοις κάτι άλλο είχε τραβήξει την προσοχή μου.  Ήταν η λιτή γραμμή του τηλεφωνικού καλωδίου, που γλιστρούσε μέσα στο παρθένο σκηνικό και με έκανε να φαντάζομαι πράγματα απίστευτα.

2
Χαμηλότερα απ το χωριό εκεί που στενεύει ο τόπος και κυλάει ο Αλιάκμωνας

Δεν μπορούσα να πιστέψω ανθρώπινη παρουσία μέσα σε αυτό το τοπίο, έτσι όπως παρουσιαζόταν γύρω μου.  Τούτη η λεπτή και λιτή γραμμούλα ανέτρεπε όλες μου τις υποθέσεις, με προκαλούσε.

Στην κουβέντα που είχαμε για τον τόπο με τον κύρ-Βαγγέλη, όταν σμίξαμε στο κονάκι του την προηγουμένη, τον είχα ρωτήσει γι’ αυτά τα καλώδια.

«Α»! μου είπε.  «Είναι πάνω στο παλιό μονοπάτι που ενώνει τα χωριά Γράμμοστα και  Λιανοτόπι.  Τηλέφωνο ήταν..  Ωραίος τόπος, ευλογημένος!   Τι λέω!  Ξέφυγα, φαντάστηκα τον τόπο όπως ήταν παλιά, τότε που υπήρχαν τα χωριά με τους ανθρώπους τους.  Άλλα χρόνια!  Τι μου θύμισες τώρα»!

Στον Γράμμο το ωραίο έρχεται μοιραία σε σύγκρουση με το πρόσφατο παρελθόν του εμφυλίου και φυσικά μετατρέπεται από επιφώνημα ζωής σε αναστεναγμό  πόνου.  «Πρέπει να περπατήσεις τον τόπο, να σκύψεις και να αφουγκραστείς και, αν δεν σου ανταποκριθεί, προσπάθησε μπας και με τον ιδρώτα του προσώπου σου, καθώς θα πασχίζεις και θα πολεμάς να ανέβεις τις κορφές ή να διασχίσεις τα σκιερά, να ενωθείς με τα δάκρυα που έχουν ποτιστεί τούτα τα χώματα», ακούστηκε η φωνή τού μπάρμπα, περισσότερο μονόλογος παρά απευθυνόμενος σε μένα…

Ο Γράμμος προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν και εγώ, προσπαθώντας στο διάβα μου να τον γνωρίσω, ανηφορίζοντας, κατηφορίζοντας, ανασηκώνοντας κάποια πέτρα, που θα θελήσει να μου μιλήσει.  Πόσο ακόμα θα ζητάμε απ’ τις πέτρες που πατάμε να μιλήσουν;  Πόσα ακόμα να μας πουν τα «άτακτα» νερά, που τρέχουν βιαστικά στο ταξίδι τους, αποφεύγοντας πεισματικά να ανοίξουν το στόμα τους;

3
Στο στένωμα

Φορτώθηκα το σακίδιο άτσαλα στον ώμο, πήρα τη μαγκούρα στο χέρι και κατηφόρισα για το ποτάμι.  Το διέσχισα κάθετα και κόλλησα στην απέναντι πλαγιά.  Η πρωινή δροσιά κάθισε πάνω μου, καθώς όλα ήταν ποτισμένα με αυτήν.  Έγινα και εγώ ένα μέρος της δροσιάς, σε ένα πρώτο βήμα για να ταυτιστώ με τον τόπο.

Καθώς αγκομαχούσα, έφερα στο νου μου τον σύντροφο που άφησα πίσω μου και τα λόγια που από βραδύς είχαμε ανταλλάξει για το ραντεβού της νέας μέρας.  Γέλασα με τη σκέψη ότι δεν ήξερα ούτε τον τόπο ούτε πού πήγαινα.  Το ραντεβού ήταν κομμένο με δικά μας σημεία αναφοράς σε έναν ξένο τόπο, που δεν γνωρίζαμε πολλά αλλά που πιστεύαμε ότι θα τα καταφέρουμε να σμίξουμε και πάλι, όπως γίνεται τις περισσότερες φορές…

Άρχισα να ανηφορίζω και αυτό δεν με ευχαρίστησε, όπως παρατήρησα, γιατί ήταν αρκετά πρωί και το σώμα μου ήταν μουδιασμένο.  Σιγά-σιγά ο ιδρώτας κάθισε στο πρόσωπο μου και ήρθε και έδεσε με τα μουσκεμένα ρούχα.

Το μονοπάτι, λίγο ψηλότερα, ξεχώριζε καθαρά, αφού το καλώδιο βοηθούσε σε αυτό.  Βγήκα αγκομαχώντας πάνω του και στάθηκα για μια ανάσα.

4
Λειχήνες στο βράχο και νερό για να ξεδιψάνε τα αγριόγιδα

Από ψηλά άκουσα πέτρες να κατρακυλούν και φοβήθηκα.  Κοίταξα καλύτερα και διέκρινα κίνηση αγριοκάτσικων.   Ο μεγάλος πέτρινος όγκος που στέκει πάνω από το φαράγγι και στον πάτο του ο ποταμός Αλιάκμονας είναι πρώτης τάξεως καταφύγιο για τα υπέροχα αυτά ζώα.

Στάθηκα ακίνητος και τα παρακολούθησα.  Με είχαν αντιληφθεί και ανήσυχα προχωρούσαν στα ζωνάρια για να πάρουν ύψος.  Ήταν τέσσερα, ίσως να ήταν και οικογένεια, τα δύο φάνταζαν μεγάλα και τα δύο μικρότερα στη μέση.  Ήταν ένα υπέροχο θέαμα που κράτησε μερικά δευτερόλεπτα.  Μετά, όλα χάθηκαν, καθώς η παρουσία τους έγινε ένα με το τοπίο.

Το μονοπάτι ήταν από τα παλιά καλά, φαρδιά μονοπάτια για ζώα και ανθρώπους.  Ήταν «ο δρόμος», η στράτα που συνέδεε χωριά και γι’ αυτό κάποτε θα είχε πολλή κίνηση.  Παράξενο όμως, τόσα χρόνια μετά, μέσα σε ένα δάσος που η βλάστηση είναι κάτι περισσότερο από οργιαστική, πώς κρατιόταν ακόμη ανοιχτό, πώς άντεχε στο χρόνο και στη δύναμη της βλάστησης!

Συνέχισα στο μονοπάτι που ανηφόριζε.  Σε διάφορα σημεία οι άνθρωποι είχαν στήσει σωρό τις πέτρες, με προσοχή και μεράκι για να το προστατέψουν να μην ξεσαρίσει.  Οι κλίσεις μεγάλες και αυτά τα υποστηρίγματα του μονοπατιού βοηθούν ζώα φορτιάρικα και ανθρώπους, να μη «φύγουν» από το μονοπάτι.  Το δάσος άρχισε να επιβάλλεται πάνω μου και εγώ άφηνα τα βήματα μου στο παλιό μονοπάτι, όπως ήθελε αυτό να οδηγεί αρκεί, σκέφθηκα, να οδηγούσε κάπου και να  μη με άφηνε στα «χέρια» του κυρίαρχου δάσους!

6
Στο δάσος

Δεν είχα καλύψει κάμποσα μέτρα, όταν  έσκυψα να περάσω κορομηλιές, που για κάποιο λόγο, έγερναν πάνω στο μονοπάτι.  Κορόμηλα πεσμένα και ντορός αρκούδας.  Στάθηκα, κοίταξα ολόγυρα, ο φόβος κτύπησε την πόρτα μου και έσκυψα το κεφάλι κάτω προς στιγμή.  Εκεί το μάτι διασταυρώθηκε με τις πατημασιές της αρκούδας.  Στριφογύρισα πέρα-δώθε τη ματιά μου, να ξετρυπώσω την παρουσία της αφού, επηρεασμένος από τα σημάδια, έβλεπα κιόλας πλήθος μεγαλόσωμων αρκούδων.

Έγινα ελαφροϊσκιωτος και με τον παραμικρό θόρυβο στριφογύριζα.  Όχι, δεν ήθελα να φοβηθώ περισσότερο αλλά να συμμαχήσω με τον ίδιο μου τον ήχο, αυτόν που γεννούσα με την κίνησή μου.  Ήθελα να δείχνω ψύχραιμος.

Συνέχισα να βαδίζω στο μονοπάτι που έδειχνε δυνατό και το δάσος που ήθελε να τα σκεπάσει όλα.  Ο ήλιος και να ήθελε δεν θα μπορούσε να με βρει εδώ μέσα, σκέφθηκα κάποια στιγμή, οπότε εγκατέλειψα κάθε χέρι βοηθείας από αυτόν.

5
Τρύπιος βράχος

Πιο κάτω το μονοπάτι ήταν στρωμένο με πέτρες γερές, γινόταν καλντερίμι πλακόστρωτο, για να πατούν γερά τα ζώα και να μην βουλιάζουν.

Θες ότι ήταν πρωινό, θες η αίσθηση ότι περνώ κοντά σε καταφύγιο ζώων, με έκανε να είμαι συνεχώς σε επιφυλακή, ενώ θα έπρεπε να είμαι χαλαρός.

Το δάσος με την καταλυτική του παρουσία και την μοναδική ομορφιά περνούσε σε δεύτερη μοίρα.  Άρχισα να φαντάζομαι ότι μάτια ζώων με κοιτούν.  Μετά η φαντασία μου έφτασε να βλέπει και μάτια ανταρτών!

Εδώ πέτρες όρθιες, εκεί κισσοί αναρριχητικοί να κρέμονται από ψηλά και ο ουρανός να μην  φαίνεται πουθενά.  Η βλάστηση οργιαστική, τα δένδρα να έχουν ξεφύγει από τα συνηθισμένα και ο τόπος αποκλεισμένος.  Η μόνη διέξοδος το μονοπάτι που ήταν μπροστά.

Πήρα ύψος μέχρι το διασελάκι.  Το πέτρινο εικονοστάσι στέκονταν εκεί φρουρός.  Ακούμπησα πάνω του για μια ανάσα.  Συνηθίζεται σε διάσελα και χαρακτηριστικά σημεία να  στήνουν οι άνθρωποι εικονοστάσια.  Τόσοι άνθρωποι πέρα-δώθε στη στράτα, για χρόνια, αιώνων πορεία, σε έναν τόπο πατημένο και σκαμμένο με ιδρώτα και κόπο, κάτι έχουν αφήσει πίσω τους.

Ο κόσμος, παλιά, εύρισκε τον τρόπο να περάσει την πατημασιά του, να ξεπροβοδίσει, να φύγει και να γυρίσει, αλλά ποτέ δεν ξέχναγε πίσω από όλα αυτά, την βαθιά του πίστη.  Σε αυτήν είχε εναποθέσει τις προσδοκίες του και ήλπιζε για το καλύτερο.  Πώς αλλιώς να προχωρήσει,  πού να στηριχτεί;

7
Στο εικονοστάσι

Αποτέλεσμα αυτής της πίστης του ήταν αυτά τα λιτά και τόσο αρμονικά δεμένα με το περιβάλλον κτίσματα.  Πέτρες, που όρθια στήθηκαν από ανθρώπινο χέρι, γίνονταν οι ίδιες μνημείο συνάντησης ανθρώπων και ανάτασης ψυχικής δύναμης.  Εδώ ακουμπούσαν όλοι, εδώ γινόντουσαν όλοι ίσοι, καθώς τους ένωνε ο κοινός πόθος, η ελπίδα, η κοινή πίστη,  που τόσο είχαν ανάγκη.

«Το καντήλι είναι σβησμένο» μονολόγησα…  Και να σκεφθεί κανείς ότι για χρόνια θα σιγόκαιγε μέρα-νύχτα.  Πού είναι οι άνθρωποι;  Όταν αγαπάς έναν τόπο, πώς μπορείς να τον αφήσεις;  Πώς αφήνεις πίσω τόσα και τόσα;  Όταν αναγκάζεσαι να ξεσπιτωθείς, παρά την θέλησή σου, πώς να κουβαλήσεις μαζί σου τις πέτρες;

8
Ο ήλιος συναντά το πετρόστητο μονοπάτι του δάσους

Το μονοπάτι κατηφόριζε και χωνόταν όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος.  Η βλάστηση έχει ξεπεράσει και την πιο τρελή μου φαντασία.  Ξεφεύγει από τα όρια του εντυπωσιακού, του πανέμορφου και γίνεται άγρια, συντριπτική, καθώς επιβάλλεται με τρόπο πρωτόγνωρο και απόλυτο.

Είναι εκεί που συμβάλλουν όλα τα στοιχεία της φύσης μαζί,  η ρεματιά που κατηφορίζει από ψηλά, τα βράχια που ξεπροβάλλουν όρθια και η απουσία ανθρώπινης παρουσίας, που κάνουν το σκηνικό ακόμη πιο επιβλητικό.

Είναι η απάντηση της φύσης στα τραύματα του παρελθόντος.

Όλα δείχνουν να έχουν έναν δρόμο, πού σαν ξεφύγουμε από τα ανθρώπινα μέτρα που επιβάλουμε, τότε, αντικρίζουμε έκπληκτοι το μέγεθος που καταλυτικά μας ακινητοποιεί.  Είναι η στιγμή που μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τον αρνητικό  ρόλο των ανθρώπων πάνω στο φυσικό περιβάλλον, επειδή δεν καταφέραμε να τον αντιληφθούμε.

Παντού ξετρυπώνεις  ζώα και φωλιές.  Η ησυχία του πρωινού γίνεται ενοχλητική καθώς τα πουλιά δεν λένε να ξεκινήσουν την ημέρα τους και ας έχει φωτίσει.

Το μονοπάτι συνεχίζει και εγώ δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω. Καθώς κινούμαι μηχανικά, μία προς τα πάνω και μια προς τα κάτω, καθώς το μονοπάτι ακολουθεί την μορφολογία του εδάφους,  το δάσος αρχίζει να αλλάζει χρώμα.  Το φως γίνεται περισσότερο και το έδαφος από πετρώδες, εμφανίζεται χωμάτινο.

Είναι η στιγμή που το μονοπάτι γίνεται «δρόμος».  Πέτρες στρωμένες η μια κοντά στην άλλη αντιστέκονται στον χρόνο και την διάβρωση του εδάφους.  Δείχνουν στολίδια, βυζαντινό μωσαϊκό, κοχύλια σε μια αλλιώτικη θαλασσινή παραλία. Τούτο το ανθρώπινο έργο ξενίζει αλλά γρήγορα κανείς συμφιλιώνεται.

Ολόγυρα φτέρες μισό μπόι ύψος και ψηλά λυγερόκορμα δένδρα σε κρατούν αιχμάλωτο.  Μέσα στην απόλυτη σιωπή, μόνη εξωτερική παρέμβαση, κάποιες αδιάκριτες ηλιαχτίδες που κατάφεραν να τρυπώσουν.

Δεν είχα προλάβει να περπατήσω το μονοπάτι, όταν στα δεξιά μου, λιγότερο από εκατό μέτρα χαμηλότερα από το ύψος του μονοπατιού, δύο ζαρκάδια τρόμαξαν με την πρωινή μου παρουσία.  Για μια στιγμή με αντιλήφθηκαν, καθώς ανηφόριζαν ψηλότερα, αναζητώντας το πρωινό φως και στην παρουσία μου έκαναν μεταβολή και χώθηκαν στα πυκνά του δάσους.

Κάθισα να απολαύσω τη σκηνή που είχα ζήσει, ό,τι είχα προλάβει να καταγράψω.  Μια πρώτη διαπίστωση ήταν ότι όλα όσα συνέβαιναν ήσαν τόσα πολλά που δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τα δρώμενα.  Είχα κιόλας χορτάσει.

Ξαφνικά ανακαλύπτει κανείς ότι πρόκειται για έναν άλλο κόσμο.  Έναν κόσμο μοναδικής ομορφιάς που είχαμε και τον χάσαμε.  Και έτσι φτάσαμε στο σημείο, εκεί που τα ζώα ήταν μέσα στην ζωή μας, να αποτελούν εικόνες άπιαστης φαντασίας.  Φτάσαμε να συζητάμε εάν υπάρχουν ή αν θα υπάρξουν στο μέλλον.   

Οι μουσκεμένες φτέρες γυάλιζαν στο πρωινό φως και κρατούσαν συντροφιά στην πορεία μου.  Σε λίγο το μονοπάτι έχασε την πετρόστρωσή του και ακολούθησε  φαρδύ, χωμάτινο διαβρωμένο έδαφος.  Δεν άργησα να χαμηλώσω τόσο που το μονοπάτι έγινε και πάλι σταθερό, με σαφή ένδειξη πια πού πήγαινε.  Πεζούλια φάνηκαν και δένδρα από ανθρώπινο χέρι φυτεμένα.  Ο τόπος άνοιξε.

Στριφογύρισα ανάμεσα σε πεζούλια και χαλάσματα.  Ήμουν ήδη, χωρίς να το καταλάβω, στα ερείπια του παλιού χωριού Λιανοτόπι (3).  Τα χαλάσματα των σπιτιών είχαν πάρει ένα καφεπράσινο χρώμα και δεν ξεχώριζαν από το γύρω τοπίο.

9
Χαρακτηριστικό πεδίο επί της διαδρομής

Στην άκρη του ξέφωτου, εκεί που έφευγε το μονοπάτι, η διακριτική παλιά λυγερόκορμη κολώνα σηματοδοτούσε την παρουσία της.  Ήταν για την παλιά τηλεφωνική σύνδεση των χωριών.  Αυτή η γραμμή ήταν η μόνη επικοινωνία με τον κόσμο, όταν αυτή δούλευε.  Ένα λεπτό καλώδιο, πεσμένο στο έδαφος τις περισσότερες φορές, κατέληγε πάντα σε ένα σπίτι.  Συνήθως σε μαγαζί, κοινοτικό γραφείο, στο σπίτι του γραμματέα, το τηλεφωνικό κέντρο, ήταν κέντρο και η ψυχή του οικισμού.

Σήμερα στην ορεινή Ελλάδα συναντάς μεμονωμένα κομμάτια αυτού του σκηνικού που χάθηκε… Ένα από αυτά και η λεπτή γραμμή που στάθηκε αφορμή της δικής μου πορείας.

Το παλιό μονοπάτι συναντούσε  το πέτρινο γεφυράκι, για να συνεχίσει χαμηλότερα, στα άλλα χωριά.  Σήμερα ούτε γεφύρι, ούτε καν νερό!  Ακόμα και αυτό εξαφανίστηκε.  δύο σωροί από πέτρες όρθιες στις αντίπερα όχθες για να θυμίζουν την παλιά ύπαρξη γεφυριού.  Τώρα ποιος δίνει σημασία σε αυτά!

Εδώ χωριά ερήμωσαν, σπίτια κάηκαν, άνθρωποι πήραν ‘των ομματιών’ τους και έφυγαν.  Τι να πρωτομετρήσεις και γιατί;

Μόνο η φύση έμεινε πίσω μετά την λαίλαπα της παραφροσύνης.  Έμεινε  να θυμίζει τι;

Σήμερα ο τόπος έχει γεμίσει δρόμους που φτάνουν ακόμα και στις ψηλές κορφές.  Οι λιγοστοί άνθρωποι με τα σύγχρονα τανκ  περνούν  στις ‘δημοσιές’ και γρήγορα φεύγουν.  Είναι άλλοι άνθρωποι τούτοι ή τίποτα δεν άλλαξε στο σκηνικό της μέθης;  Όλα γρήγορα, βιαστικά! Οι μηχανές να μουγκρίζουν και οι επιβάτες στηριζόμενοι στην κάνη ενός γυαλιστερού όπλου, γυροφέρνουν ολούθε την παρουσία τους.

Μήπως όλα αυτά που έγιναν γλυκοχάραμα στο δάσος, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα όνειρο; Μήπως ονειρεύομαι πολύ  και παραλογίζομαι τελικά;

Έφτασα στην «δημοσιά» που περνούσε καταμεσής στη λάκα.  Έγειρα στη βρύση που έτρεχε ασταμάτητα και βούτηξα τη μούρη μου στην πέτρινη γούρνα της.  Ο θόρυβος του νερού ήταν παράταιρος, αφού το νερό στην προσπάθεια του να χωρέσει στο στένεμα της βρύσης ζοριζόταν και όλο μούγκριζε και έβηχε.

Αυτή η βρύση ήταν η μοναδική φωνή σε ένα τοπίο που ανήκει στο παρελθόν και δεν έλεγε να συμβιβαστεί με τη σημερινή πραγματικότητα.  Έμοιαζε με τον εαυτό μου, που αντιδρούσα πεισμωτικά να απαγκιστρωθώ από το παλιό μονοπάτι και να ακολουθήσω την «δημοσιά».  Για όση ώρα είχα καθίσει στην πέτρα του ξέφωτου δίπλα στην βρύση, πέρασε το σύγχρονο φορτηγάκι με τους αργοπορημένους κυνηγούς.  Καθώς με είδαν, έκοψαν ταχύτητα, με γέμισαν σκόνη του δρόμου, ρωτώντας συγχρόνως εάν «είδες τίποτα»; και χωρίς να περιμένουν απάντηση συνέχισαν το δρόμο τους.

Κούνησα το κεφάλι, σήκωσα το σακίδιο από κάτω και χάθηκα στους ήχους των πατημασιών μου βυθισμένος στα όνειρά μου..

Τάκης Ντάσιος 1989

Χρόνια μετά, το 1997, έχω στα χέρια μου το βιβλίο του Τσιακμάκη Βασίλη, 1.200 χιλιόμετρα με τα πόδια (διασχίζοντας την ελληνική μεθόριο από την Ήπειρο μέχρι τον Έβρο σε 44 μέρες) και αντιγράφω την ίδια διαδρομή που πραγμάτωσε, αυτολεξεί, γιατί η περιγραφή θεωρώ ότι είναι ωραιότερη της δικής μου.

…«αφήσαμε την κοιλάδα της Γράμμουστας (4), φορτωνόμαστε τα σακίδια, περνάμε το ποτάμι (Αλιάκμωνα), πάνω από ένα γεφυράκι και ανηφορίζουμε στη δεξιά όχθη του, στην κατεύθυνση που διαγράφουν τα τηλεγραφόξυλα.  Προορισμός μας για την ώρα είναι η τοποθεσία που βρισκόταν παλιά, το τουρκικό χωριό Λιανοτόπι (Παλαιοχώρι).

Το παλιό μονοπάτι, θαυμάσιο και σημαδεμένο!, πλαγιοκοπώντας το πευκόφυτο όγκο της Σκάλας, ύψ. 1.845 μ. μας ανεβάζει σε 0115ω. σ ένα στενό σέλωμα, όπου βρίσκεται και πέτρινο εικονοστάσι, ύψ. 1.480 μ.  Αμέσως παρακάτω, ίχνη αφρόντιστων πεζουλιών με περιβολόδενδρα, που παρατημένα στο διάβα του χρόνου πήραν να αγριεύουν, συγχωνεύονται και κεντούν ένα αξεδιάλυτο φυσικό σκηνικό.

Στο εξής, αφήνουμε κάτω χαμηλά τον νεαρό Αλιάκμονα να συνεχίζει τα φιδογυρίσματά του και διασχίζουμε κατηφορικά ένα φανταστικό δάσος κωνοφόρων, με ανατολική γενικά κατεύθυνση.  Αιθέρια, γαλακτόμορφα πέπλα δροσογεμίζουν τον χώρο του δάσους, αραχνοσκιάζουν τους καστανοκόκκινους κορμούς και τις λεπτεπίλεπτες πευκοβελόνες, ζωγραφίζουν μορφές ονειρικές, διάχυτες ψυχές του δάσους, γυμνές, παραδεισένιες.  Πέτρες δουλεμένες, στρωμένες στο μονοπάτι, μετά φρέσκο χώμα της σκουριάς και μετά στράτα ανοιχτή, «δρόμο» θα τόλεγες.

Φτάνουμε στο Λιανοτόπι, υψ. 1.240 μ., ανάμεσα στις φυλλωσιές, τους κισσούς και τις φτέρες, τα σκόρπια χαλάσματα γύρω από τη ρεματιά με κόπο αποκαλύπτουν την παρουσία παλαιού χωριού.  Μοναδικό σημείο αναφοράς είναι κάτι διαλυμένες καλύβες των καταδρομέων.

Μια μοναχική βρυσούλα, μισομπουκωμένη, με κόπο ρέει το νερό της.  Έχει κάποια μικρή κίνηση μέσα της, αλλά είναι εντελώς μόνη και αδύναμη να ταράξει τον τόπο. Αποξεχάστηκε μαζί με το χωριό που χάθηκε και τις καλύβες των καταδρομέων που ρήμαξαν.  Στέλνει το στερνό αντίο σε όλους εμάς, ίσως γιατί σε λίγα χρόνια να μην υπάρχει.  Είναι σίγουρο ότι το Λιανοτόπι θα αφήσει το όνομά του στην τοποθεσία, όμως οι περαστικοί με το τζιπ, στρατιώτες, κυνηγοί και κτηνοτρόφοι με τα αγροτικά τους, σαν περνούν από το Λιανοτόπι, ούτε που θα ξεμακραίνουν το βλέμμα τους από το δρόμο, γιατί δεν θα έχουν τίποτα «ενδιαφέρον» να προσέξουν και να δουν..» (Τσιακμάκη Βασίλη1997: 84-5)

10
Απόσπασμα χάρτη Γ.Υ.Σ. εκδ. 1948 η αναφερόμενη διαδρομή..

Παραπομπές

(1) Βουνό της Κολλόνιας – Γράμμος, σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας. Βουνό Γράμμος, με ψηλότερη κορφή Γράμμος ή Τσούκα Πέτσικ ή Τσούκα Ρέτσκα, ύψους 2.520 μ.  Μεγάλο ορεινό συγκρότημα στα βόρεια του νομού Ιωαννίνων, συνορεύει με την Αλβανία.  Απ την πλευρά της Αλβανίας, η Κολλόνια (επαρχία της Αλβανίας) έχει τόπο ωραίο πεδινό και ομαλό, πλην ακαλλιέργητο, νερά καθαρά και αέρα υγιεινό.  Προς τα ανατολικά της και λίγο νότια δεσπόζει το βουνό (Γράμμος) υψηλό, εξαπλωμένο εις μήκος το οποίον φτάνει έως το Λεσκοβίκο (Λεσκονίκι).  Είναι κλάδος του μεγάλου βουνού Πίνδου.  Απ εκεί ονομάζεται βουνό της Κολόνιας.  Αυτό διαιρεί την επαρχία Κόνιτσας από αυτή της Κολλόνιας.  Τα βουνά Κολώνιας (Κολλόνιας) εκτεταμένα και υψηλά με νερά πολλά και βοσκή καλή, αυτά διαχωρίζουν την Ήπειρο από την Αλβανία και εις τους πρόποδες έχουν δάση μεγάλα και σκοτεινά, μάλιστα μεταξύ του χωριού Πελικάτι και Δέντζικου.  Το τυρί και βούτυρο και οι ούρδες του Δέντζικου (Αετομηλίτσας) είναι πράγματα σπάνια.   (Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα1964:72) Ένα τυροκομικό προϊόν, που συνεχίζει να βγάζει το χωριό μέχρι σήμερα, σχεδόν δυο αιώνες μετά.  (Νιτσιάκου Βασίλη2008:150)  Αυτό είναι πλουσιότατα από νερά και βοσκές καλές για κτηνοτροφία το καλοκαίρι όπου γίνεται τυρί και βούτυρο κάλλιστο.  Έχει μάκρος σχεδόν ώρες οκτώ (8) και πλάτος ολιγότερο.  Περιέχει ως 30 χωριά, τα περισσότερα τουρκικά.  Τα σημαντικότερα είναι: η Στάρια, η Σελνίτζα, το Ψάρι, η Ερσέκα και άλλα.  Περιέχει η Κολλόνια σπίτια τουρκικά και χριστιανικά, ομού σχεδόν 800 εξ ων τα 200 χριστιανικά.  Οι κάτοικοι γενικώς αμαθείς και άτεχνοι, μόνο το τουφέκι έχουν έργο και με αυτό ζουν άλλοι μισθοφόροι, άλλοι ληστές και πολλοί λίγοι ποιμένες και γεωργοί. Τα σπίτια τους είναι δυνατά σαν πύργοι για πόλεμο.  Ο Χωράρχης κάθεται στο κέντρο, στο χωριό Ερσέκα.  Η γλώσσα Αλβανική.  Οι Χριστιανοί υπόκεινται κατά τη θρησκευτική διοίκηση εις την μητρόπολη Καστοριάς, η δε Καστοριά απέχει της Κολλόνιας ΒΑ. ώρες 12.  Στην απ εδώ μεριά του βουνού, στους ΝΑ. πρόποδες είναι τα χωριά Πελεκάτι (Πληκάτι), Τούρνοβος και Χιονιάδες, χριστιανικά, τα οποία υπόκειται κατά τη πνευματική διοίκηση εις τον Επίσκοπο Βελλάς και Κονίτζης. (Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλλίδα1964: Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου, εξ ανεκδότου χειρογράφου του Κοσμά Θεσπρωτού με τοπογραφικά σχεδιογραφήματα και γεωγραφικούς χάρτας του ιδίου, κεφ. διοικητική διαίρεση σ.8-9, εκδ. Ε.Η.Μ., Ιωάννινα

(2) «..στα μέσα του 18ου αιώνα, η Γράμμουστα, αριθμούσε περίπου 2.500 κατοίκους, καταστράφηκε όμως απ τις ορδές του Αλή Πασά.  Μετά την καταστροφή οι περισσότεροι κάτοικοι διασκορπίστηκαν στη Θεσσαλία, το Μοναστήρι, την περιοχή της Αχρίδας και τη Μακεδονία.  Στα νεότερα χρόνιας η τύχη της Γράμμουστας, όπως και των περισσοτέρων Γραμμοχωρίων της λάκκας  του Αλιάκμονα, εμπλέκεται στη δίνη της χάραξης των συνόρων και τους διαδοχικούς πολέμους.  Μια γερόντισσα Βλάχα, που τον χειμώνα μένει στον κάμπο και τους καλοκαιρινούς μήνες βγαίνει στα βοσκοτόπια του Γράμμου, μας είπε για τα δεινά της πρόσφατης ιστορίας του χωριού: «πρώτα μπήκαν οι Ιταλοί και το ρήμαξαν.  Στον εμφύλιο, οι αντάρτες είχαν νοσοκομείο στην εκκλησία και αργότερα μέσα στο βράχο, πάνω απ το ποτάμι.  Επί ένα χρόνο, βομβάρδιζαν οι Αμερικανοί πιλότοι  τα χωριά και τη περιοχή και παρά το ότι διέλυσαν τελείως το χωριό, δεν κατάφεραν να χτυπήσουν το νοσοκομείο.  Δεν μπορούσαν να βγάλουν με τίποτα τους αντάρτες από κει μέσα.  Αργότερα, όλα τα ερείπια ισοπεδώθηκαν από τις μπουλντόζες του Δασαρχείου, με σκοπό δήθεν, την αναδάσωση της περιοχής!» (Τσιακμάκη Βασίλη1997: 83)

(3)  Λιανοτόπι (Παληοχώρι), ερείπια και αν..  Καθ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα μαρτυρούνται από οθωμανικά εκκλησιαστικά έγγραφα, επιδρομές κλεφτών (χριστιανών και μουσουλμάνων) σε πολλές πόλεις και χωριά της Δυτικής Μακεδονίας.  Ο Αλβανός Μεχμέτ πασάς της Σκόρδας, προωθεί τις ληστρικές του ομάδες νότια, στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία.  Τα εύρωστα βλαχοχώρια του Γράμμου Λιανοτόπι. Γράμμουστα και Νικολίτσα, που τότε  αριθμούσαν μερικές χιλιάδες κατοίκους, εξαφανίστηκαν κυριολεκτικά από το χάρτη και οι κάτοικοι μετοίκησαν στο Μοναστήρι, Καστοριά, τη Χρούπιστα, την Κλεισούρα, το Νυμφαίο, τη Σαμαρίνα, το Μεγάροβο, την Προσοτσάνη Δράμας και αλλού.  (Βακαλόπουλου Αποστ. 1992: 304-307)

(4) Γράμμοστα κοιλάδα, – απ τους πλουσιότερους βοσκότοπους του ελληνικού χώρου – εντός της οποίας ο οικισμός Γράμμοστα ή Γράμμος σε υψ. 1.380 μ. νομού Καστοριάς.  Στα 1928 είχε 13 κατοίκους, στα 1940 > 55, από το 1951 έως 1991 >  0.  Τα τελευταία χρόνια ο παλαιός οικισμός οικοδομήθηκε από Καστοριανούς, ενὠ διαθέτει έναν εξαιρετικό ξενώνα, που προσφέρεται για βάση στις αναβάσεις στις ψηλές κορφές του Γράμμου απ αυτή τη μεριά.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Στρατηγικός χάρτης της Ελλάδας της Γ.Υ.Σ. Ιωάννινα-Λεσκοβίκι,  (Κορυτσά – Αχρίς) Κλίμακας 1: 200.000, εκδ.1948

(Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα1964: Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου, εξ ανεκδότου χειρογράφου του Κοσμά Θεσπρωτού με τοπογραφικά σχεδιογραφήματα και γεωγραφικούς χάρτας του ιδίου,  εκδ. Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα

Λυμπερόπουλου Γ.1972: Ορεινοί και μεθόριοι, Αθήνα

Νέζη Νίκου1979: τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα

Σφήκα Γιώργου1980:Τα βουνά της Ελλάδας, σειρά ελληνική φύση, διάθεση Ευσταθιάδης & Υιοί Α,Ε.

Τσίπηρα Κώστα1992:στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, εκδ. Νέα Σύνορα π Α.Α. Λιβάνη

Τσίπηρα Κώστα1993: στα Ελληνικά βουνά (Β’ μέρος) 50 ακόμα πεζοπορίκές και οικολογικές διαδρομές, εκδ. Νέα Σύνορα –Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα

Γενικού Επιτελείου Στρατού (Γ.Ε.Σ.)1998:Εμφύλιος πόλεμος, από την Κόνιτσα ως το Γράμμο και το Βίτσι, σειρά Ιστορία, ΝΟ 7, εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ

Τσιακμάκη Βασίλη1999: 1.200χιλιόμετρα με τα πόδια (διασχίζοντας την ελληνική μεθόριο από την Ήπειρο μέχρι τον Έβρο σε 44 μέρες), εκδ. Νέα Σύνορα, εκδ. Oργανισμός Λιβάνη, Αθήνα

περιηγητικός & πεζοπορικός χάρτης2006:Γράμος, Σμόλικας, Βόϊο, Βασιλίτσα, κλίμακας 1: 50.000, Topo 50, 3,3 εκδόσεως ΑΝΑΒΑΣΗΣ

2010: Γράμμος στα βήματα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, ιστορικός, ταξιδιωτικός οδηγός, Τρίτη έκδοση, εκδ. Σύγχρονη Εποχή

Μαραντζίδη Νίκου2010: Δημοκρατικός στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) 1946-1949, β΄ έκδοση, σειρά θέματα ιστορίας ΝΟ 2, εκδ. Αλεξάνδρεια

Νιτσιάκου Βασίλη2010:Στο σύνορο, «μετανάστευση», σύνορο και ταυτότητες στην Αλβανο-ελληνική μεθόριο, εκδ. Οδυσσέας

Advertisements

2 thoughts on “Γλυκοχάραμα στο δάσος, ακολουθώντας το παλιό μονοπάτι..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s