Αγραφιώτικα βουνά, εκεί που οι ευκολίες χάνονται ..

Όταν ξεμυτίσαμε στο διάσελο, ανάμεσα στις κορφές Κόψη και Καυκί – με στόχο την τρίτη, Προσηλιάκι – των Ανατολικών Αγράφων (1), ανάμεσα στα χωριά: Μαυρομμάτα και Χρύσου (2)  ο αέρας τα έπαιρνε όλα.  Δεν έφτανε που ήταν δυνατός, έκανε και κρύο. Εμείς, διστακτικοί, βαλθήκαμε να φτιάξουμε τα σακίδιά μας, γιατί καταλαβαίναμε ότι απ’ εδώ και πέρα ξεκινούσε το ζόρι και καθώς η νύχτα δεν θα αργούσε κι έπρεπε να ξεκολλήσουμε απ’ το ‘’αναθεματισμένο’’ αυτό σημείο.  Είχαμε πέσει λιγάκι έξω πάλι από πλευράς χρόνου. Όταν κινείσαι στ’ Άγραφα, ποτέ δεν μπορείς να μετρήσεις τα πράγματα με τον χρόνο.  Υπολογίζαμε να κάνουμε τρεις ώρες έως την βάση των ορεινών όγκων και είχαμε κάνει πέντε.

1
.. κατά κει πάμε (Το Προσηλιάκι απ τη δημοσιά Βίνιανη –Δάφνη)

Διαλέξαμε κατάλληλο ρουχισμό, μοιράσαμε τα τρόφιμα και ελέγξαμε τα κοινά υλικά.  Στην λέξη  «αντίσκηνο» ακούστηκε μόνο μία φωνή.  ‘Το υπόλοιπο ‘’μέρος του αντίσκηνου’’ δεν απάντησε.  «Τί έγινε, πού είναι το υπόλοιπο»; Τίποτα.  Είχε ξεχαστεί στο υπόστεγο της εκκλησίας που είχαμε περάσει την προηγούμενη βραδιά.  Ακούστηκαν λόγια υπό πίεση, άγχους και θυμού, αλλά ότι και να λέγαμε, δεν μπορούσαμε να το φέρουμε πίσω.

Είχαμε τραβήξει κάμποσες δυσκολίες και αναποδιές για να φτάσουμε εδώ ψηλά.  Ήμασταν κιόλας μακριά για να γυρίσουμε πίσω.  Είχαμε προγραμματίσει διάσχιση και ύπνο στα ψηλά αλλά τα πράγματα, χωρίς αντίσκηνο, γινόντουσαν δυσκολότερα.  Δεν έφταιγε η καθυστέρηση ούτε το τέλος της ημέρας ούτε ακόμη και το ξεχασμένο αντίσκηνο.  Ήταν τα ‘’λόγια’’  που ακούστηκαν και αυτά δεν ήταν τα καλύτερα.  Τα λόγια που βγαίνουν από μέσα είναι η κινητήριος δύναμη για να βγεις στα ψηλά, είναι αυτό που δίνει δύναμη στα πόδια. Όταν αυτά γίνονται σκληρά, ματώνουν την ψυχή και βάζουν τρικλοποδιές στην κοινή προσπάθεια και στο βουνό θα βγουν όλα.

Δεν άξιζε να φορτώσουμε και την ατυχία μισού αντίσκηνου σε κάποιον.  Το ότι το ξεχάσαμε ήταν γεγονός.  Οι επιπτώσεις θα ακολουθούσαν.

2
..στον δρόμο

«Έλα, δεν έγινε και τίποτα, θα χρησιμοποιήσουμε το ‘’υπόλοιπο’’ και θα βολευτούμε.  Πρώτη φορά θα είναι; Πάμε να φύγουμε απ’ εδώ γιατί θα πάθουμε αγκύλωση.  Ότι έγινε, έγινε.  Θα το αναζητήσουμε όταν γυρίσουμε πίσω στο χωριό.  Εάν δεν το βρούμε θα σου πάρω άλλο.»  «Γιατί θα πουλήσεις το 2CV»;

Είχαμε για μέρες φθινοπωρινή καλοκαιρία αλλά εδώ στα Άγραφα, ήταν διαφορετικά.  ‘Όταν δεν έβρεχε, ο καιρός ήταν σε αναμονή.  Το πιστοποιούσαν τα σύννεφα που κρατούσαν επαφή με τις ψηλότερες κορφές, χωρίς όμως να εμποδίζουν και το απογευματινό φως του ήλιου να φτάσει στο έδαφος.

3
..για τον χειμώνα που έρχεται

Αμίλητοι φορτωθήκαμε τα σακίδια.  Ο αγέρας έκανε την κρύα ατμόσφαιρα πιο έντονη και την απόσταση μεταξύ μας μεγαλύτερη. Η ανάβαση  μέσα στη θάλασσα των κορφών έχασε την ομορφιά της, το φως του ήλιου έγινε αδύναμο, οι γραμμές των κορφών έχασαν από ώρα τη λεπτότητά τους, αφού τα σκληρά λόγια, που είχαμε ανταλλάξει  είχαν κάνει ζημιά.  Έπρεπε ο ιδρώτας της προσπάθειας του καθενός μας να καθίσει για τα καλά απ’ το μέτωπο στα χείλη, να ποτίσει της ψυχής τα φύλλα και η φωνή της σιωπής να μιλήσει στον καθένα μας διαφορετικά.

5
..σε αναμονή

Ανηφορίζαμε σιωπηλά, περνώντας την μια κορφή μετά την άλλη, μέχρι να βρεθούμε στην τελευταία κορφή, το Προσηλιάκι (3), στην καρδιά των Αγράφων, πάνω από την περίφημη Φιδόσκαλα,(4)  λημέρια του θρυλικού Κατσαντώνη.

Την ώρα που ο ήλιος έστελνε τις τελευταίες του χρυσωμένες ακτίνες, περνώντας κάτω από το μολυβένιο στρώμα των σύννεφων, δεν ήξερες τι να πεις.  Εδώ ψηλά, στο Προσηλιάκι,  σε υψόμετρο 1.850 μ.,, η νύχτα θα ήταν δύσκολη.  Χαιρετήσαμε αμίλητοι, με ανάκατα συναισθήματα, τη ζεστή παρουσία του ήλιου.  Στο μικρό παταράκι της κορφής, ριχτήκαμε στην δουλειά, για να οργανωθούμε για την νύχτα που έπεφτε.  Εάν όλα πήγαιναν καλά, την επόμενη θα συνεχίζαμε για το χωριό Άγραφα.

4
Οικία στο χωριό Μαυρομμάτα (Έλσιανη)

Το ‘μέρος’ αντίσκηνου που είχαμε μαζί μας ήταν μικρό για να στεγάσει 3 άτομα.  Στήσαμε καλά τον ουρανό και ορθώσαμε ολόγυρα σχιστόπλακες, για προστασία απ τον αγέρα. Εξασφαλίσαμε έτσι το ‘αμπρί’ για την νύχτα και χωθήκαμε μέσα με όλο μας τον βιος.  Σακίδια, μπουφάν, υπνόσακοι και σώματα…  Τι να σου κάνει και αυτό, παραφούσκωσε.  Έδειχνε σαν ένα ολοζώντανο πράγμα που άλλαζε διαρκώς σχήματα και έβγαζε από μέσα του   φωνές.

6
Στάνη και μαντρί στη Κόψη

Προς στιγμή ήρθε στο νου μου το ’στοιχειό’ που ανέφερε ο Στέφανος Γρανίτσας στο βιβλίο του Tα ήμερα του βουνού και του λόγγου, όταν: «Παλιά όταν έκαναν την χάραξη του δρόμου Κεράσοβου – Άγραφα -Βραγκιανά, στην θέση Άσπρα Λιθάρια, έφτασε είδηση ότι υπήρχε στοιχειό, που ήταν ένα πελώριο φίδι με ουρά δύο πήχεις, κεφάλι αλόγου, μάτια σαν τάλιρα και αυγά σαν χήνας.  Προχωρώντας ο δρόμος προς τα βουνά της Νιάλας, σε κάθε στάνη, κάθε διαβάτης, κάθε χανιτζής προσέθετε και κάτι.  Τέλος, άρχισαν να λένε ότι σ’ αυτά τα μέρη, υπήρχε στοιχειό το οποίο εμαύλιζε ζώα και τα κατάπινε.  Μια μέρα ο βοσκός Τσάλης έπεσε πάνω του.  Το στοιχείο τον μαύλιζε, όταν την τελευταία στιγμή  ο βοσκός του έριξε μια με την κουμπούρα του.  Το στοιχειό έσκασε και ο βοσκός έπεσε αναίσθητος.  Δύσκολα τον έφεραν στη ζωή οι συγχωριανοί του Βελιζδονίτες.  Άμα τον πήραν απ εκεί και τον έφεραν στο χωριό, κάποιος γέρος γνωρίζων την παράδοσιν, ότι κάθε στοιχειό έχει στα σπλάχνα του πολύτιμα πράγματα, επήγε κρυφά και το ερεύνησε, όπως διηγούνται αξιόπιστοι άνθρωποι, ότι ο γέρος έγινε πλούσιος.  Το μόνον βέβαιο είναι ότι μέχρις εσχάτων είχε χρυσαφικά, τα οποία πωλούσε κρυφά εις διερχόμενους τα χωριά χρυσικούς.  Η παράδοση βεβαιοί ότι τα σπλάχνα των στοιχειών είναι ολόκληρα χρυσωρυχεία και έχει διάφορους ερμηνείας το φαινόμενο αυτού.  Βασικά τα στοιχειά περιερχόμενα τα σπήλαια, βρίσκουν διάφορα χρυσαφικά θαμμένα εκεί από διάφορους ληστές ή και περιπλανώμενους Έλληνες κατά διαφόρους εποχάς εθνικών χαλασμών.  Ειδικά στα Άγραφα, όπου κατέφυγαν χιλιάδες καταδιωκομένων Ελλήνων, ιδίως κατά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως.  Λίγο παρακάτω είναι το μοσχοβριθές χωριό Μύριση, με μία παλαιοτάτη πολύτιμον εκκλησία και με παραδόσεις ότι την έκτισαν κάποιοι άρχοντες αποσυρθέντες εκεί με τους θησαυρούς τους». (Βατόσκαλα) (5)

7
Ο όγκος Προσηλιάκι, ύψ. 1.864 μ.

Φάγαμε με συντονισμένες κινήσεις, καθώς είχαμε ευθυγραμμιστεί σε σχήμα βαγονιών τραίνου για να εκμεταλλευτούμε τον ψηλό οριζόντιο άξονα.   Μέσα στους υπνόσακους, με το στομάχι γεμάτο πια και χωρίς να μπορούμε να κουνηθούμε, τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα.  Σε λίγο διαπιστώσαμε ότι ο μεσαίος ήταν η καλύτερη θέση γιατί κρατούσε ζεστασιά απ’ τους δύο άλλους και είχε και χώρο πάνω απ το κεφάλι του.  Όπως ήρθαν τα πράγματα, τώρα δεν άλλαζαν.  Οι πλαϊνές θέσεις ήταν ανύπαρκτες και δημιουργήθηκαν από την ανάγκη. Η τέντα να ακουμπά στην μούρη και η μύτη μας, που προεξείχε και ακουμπούσε πάνω της, ήταν πρώτης τάξεως υδρορροή!   Γινόταν ένα αυτόματο σύστημα ποτίσματος και απέφευγες να σηκώνεσαι να πιεις νερό κατά την διάρκεια της νύχτας!  Όταν χόρταινες από νερό και γύριζες στα πλάγια, ο υπνόσακος γινόταν μούσκεμα.

9
..στην τέντα

Για να σπρώξουμε τον χρόνο της νύχτας, αραδιάζαμε  όποια ιστορία  θυμόμασταν από τις περιπέτειες στα βουνά και μετά πιάσαμε να επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά ό,τι είχε να κάνει με τον τόπο.  Τον Κατσαντώνη τον πήγαμε και τον φέραμε πέρα –δώθε, κοντέψαμε να τον χώσουμε κι αυτόν κάτω απ την τέντα, στη Φιδόσκαλα κολλήσαμε και τη Βατόσκαλα και στο «στοιχειό» τα χρειαστήκαμε. Αλλά ό,τι και να κάναμε, έτσι όπως ήμασταν, μια χαψιά θα μας έκανε εύκολα – παραδίδομαι!.  Στις τοποθεσίες: Λουπάτου και Σπανορούλα δεν τα βρίσκαμε κατά που πέφτουν γιατί μέσα στη νύχτα δεν τολμούσαμε να βγούμε έξω και να ψάχνουμε!.  Το μόνο σίγουρο ήταν τα φώτα απ το χωριό του Μάραθου, που έλαμπαν χαμηλά, τελευταία φορά που τα είδα, όταν έβγαλα το κεφάλι μου έξω για να αναπνεύσω.  Να βρέχει, νάμαστε μούσκεμα, να περιμένουμε να ξημερώσει, γράφοντας και εμείς τη δική μας ιστορία.

10
Απ τη κορφή Προσηλιάκι, ύψ. 1.861 μ. κοιτάζοντας βόρεια, κορφές Αγράφων ανάμεσα στο τόξο:Κουκουρούντζος – Σβώνη

Σε γενικές γραμμές η περίοδος του αναγκαστικού ύπνου, έπαιζε τον ρόλο υγρόμετρου, καθώς κάθε στιγμή μπορούσαμε να ξέρουμε τι καιρό κάνει έξω.  Μπορεί να είχαμε περιορίσει αισθητά τον αέρα αλλά αυτός εύρισκε περάσματα ανάμεσα από τις πέτρες και το κάτω μέρος της τέντας και νάσου και αυτός στη συντροφιά μας.

Κάποια στιγμή απροσδιόριστης ώρας ο μεσαίος ανασηκώθηκε για να πιει νερό.  Ένα «ωχ» ακούστηκε.  «Το παγούρι έχει παγώσει και το νερό είναι πάγος.  Έπεσε η θερμοκρασία».  «Ωραία» είπε ο άλλος, «θα γυρίσει σε βοριά και θα διώξει τη βροχή»!.

Όταν το φως της καινούργιας ημέρας έσπασε το πυκνό σκοτάδι, είχαμε χορτάσει «δροσιά», δεν χρειάζονταν να κάνουμε και πρωινό πλύσιμο και έτσι περάσαμε στον καφέ.  ‘Όση ώρα προσπαθούσα να ανάψω το γκαζιεράκι σημείωσα την απόλυτη ησυχία, που επικρατούσε γύρω.  «Δεν πρέπει να έχει χαράξει ακόμη» ακούστηκε ο Γιωργάκης, που θέλει να παρατείνει τον πρωινό ύπνο με όλες τις συνθήκες, όταν είμαστε στο βουνό.  «Πάντως πρέπει να είναι καλή μέρα η σημερινή, έκοψε και ο αέρας, θα είμαστε μια χαρά»!..

Ο τρίτος της παρέας δεν άντεξε και θέλησε να βγει έξω από το αμπρί. Για λίγο γίναμε μαλλιά κουβάρια μέχρι να μπορέσει να βρει την έξοδο.

Ένα καινούργιο «ωχ» ακούστηκε.  «Δεν φαίνεται τίποτα έξω και ψιχαλίζει.. Είναι τάβλα ο καιρός, δεν κουνιέται τίποτα, μόνο ομίχλη»..

11
Απ τη κορφή Προσηλιάκι το χ. Μάραθος

Εμείς, ψύχραιμοι, κάναμε σαν να μην συμβαίνει τίποτα.  Ήπιαμε τα ζεστά μας, φτιάξαμε τα σακίδια, κάναμε τους δυνατούς καλύτερους συνδυασμούς για να αντιμετωπίσουμε τη βροχή που είχε αρχίσει κιόλας και έμεινε το τελευταίο ή πρώτο βήμα.  Έπρεπε να βγούμε από το αμπρί, ο τελευταίος να το ξεστήσει και να το χώσει  στο σακίδιο.  Το σχέδιο πέτυχε στη θεωρία, αφού μέχρι να το μαζέψουμε είχαμε κιόλας γίνει μούσκεμα και συμφιλιωθεί με το νερό της βροχής.

Ευτυχώς από την προηγούμενη μέρα ξέραμε πώς θα «σπάζαμε» τη διαδρομή μας, εάν ο καιρός άλλαζε.  Είχαμε σημαδέψει χαμηλά το μαντρί και το δρόμο που οδηγούσε πίσω στο διάσελο της Φιδόσκαλας.  Κατηφορίσαμε κατά κει, με βάση τις ενδείξεις της πυξίδας, αγκαλιασμένοι με την ομίχλη και παρέα με την βροχή.

12
Κοιτάζοντας βόρεια, η βροχή που έρχεται

Η νύχτα που πέρασε είχε σκεπάσει τα πάντα.  Το αμπρί μας είχε φέρει σιμότερα – οι σύντροφοι και φίλοι στα δύσκολα φαίνονται – και η ομίχλη με την βροχή μας έδεσαν και πάλι για τα καλά.  Τα λόγια της προηγούμενης μέρας είχαν χάσει την δύναμή τους, τα στοιχεία της φύσης τα πήραν και τα έριξαν κατά τις ρεματιές.

Τυχαία πέσαμε πάνω στο χαρακτηριστικό μαντρί και δεν δυσκολευτήκαμε να βρούμε τον δρόμο.  Ανακούφιση, γιατί μπορεί να μην βλέπαμε τη μύτη μας, αλλά ξέραμε τώρα ότι κάποια στιγμή θα φτάναμε στον πολιτισμό.

Είχαμε πάρει αρκετή βροχή πάνω μας και μέσα μας, ώστε απ’ ένα σημείο και πέρα ήταν παραπανίσια.  Ο δρόμος είχε την ώρα του, είχε όμως και τη σιγουριά, σ’ αυτό το τοπίο που μόνο το αδιάβροχο του συντρόφου φαινόταν.

Όταν μετά από ώρα είχαμε μελώσει, τα δένδρα, τα βράχια και οι πλαγιές άρχισαν να χορεύουν στα μάτια μας.  Ήταν ένα παιχνίδι της ομίχλης με το κυνηγητό της βροχής, που στο αγραφιώτη σκηνικό έδινε ανεπανάληπτες παραστάσεις.

Όσες φορές και να ξαναγυρίζουμε στ Άγραφα, τόσο πιο πολύ δενόμαστε με τον χώρο.  Μια ακατανίκητη έλξη κρατά τα πόδια μας και ας δείχνουν ότι τρέχουν..

14
 Κοιτάζοντας βόρεια τις  κορφές των Αγράφων 

Η βροχή πάνω μας ήταν καλή συντροφιά, καθώς οι μεταξύ μας κουβέντες είχαν χάσει την δύναμη τους αλλά όχι και την συνοχή.

Φτάσαμε στο διάσελο και πήραμε τον δρόμο προς τα κάτω.  Ο δρόμος είχε γίνει ένα τεράστιο αυλάκι και τα χώματα κατρακυλούσαν εύκολα.  Διαλέξαμε ένα παράλληλο δρόμο απ αυτόν που είχαμε ανέβει για να κατηφορίσουμε, ελπίζοντας να κόψουμε δρόμο και να πέσουμε κατευθείαν στο χωριό Χρύσου.

Το τοπίο ήταν πολύ όμορφο και αφού μπήκαμε σε δασική ζώνη, μπορούσαμε τώρα να βλέπουμε καλύτερα γύρω μας.  Δρόμοι δασικοί, κτηνοτροφικοί, βατοί τους θερινούς μήνες μόνο.  Τους υπόλοιπους μήνες είναι αδιάβατοι από αυτοκίνητα, γιατί εύκολα χαλάνε από τα νερά.  Κάθε άνοιξη τα μηχανήματα προσπαθούν να τους επαναφέρουν για τις ανάγκες των λιγοστών κατοίκων της περιοχής.

15
Πέτρινο μαντρί ψηλά στο Προσηλιάκι στην ομίχλη

Κατηφορίζοντας στη ρεματιά ανακαλύψαμε παλιά στοιχεία ανθρώπινης ζωής.  Κονάκια, αγροικίες γκρεμισμένες, παλιά πεζούλια που μαρτυρούσαν καλλιέργειες, το Παλιοχώρι.  Ακολουθώντας μια αυθαίρετη διαδρομή μέσα στη ρεματιά, με βάση ένα παλιό μονοπάτι, βγήκαμε τυχαία στον ‘κεντρικό’ δρόμο, αυτόν που συνέδεε τα χωριά Δάφνη και Χρύσου.

Για ατυχία μας όμως πέσαμε πάνω σ’ ένα σημείο που ο δρόμος είχε κλείσει!  Τα μηχανήματα είχαν κλείσει τον τόπο και μέσα στη βροχή που συνέχιζε, τα μουγκρητά των μεγαθηρίων που πάσχιζαν να μετακινήσουν ολόκληρο βουνό και την ομίχλη, δείχναμε απίστευτα μικροί και ασήμαντοι.  Οι άνθρωποι του δρόμου, απαθείς,  μας διαβεβαίωσαν ότι σε 30 λεπτά θα είχαν ανοίξει τον δρόμο.  Ο δρόμος αυτός ήταν η μόνη οδική σύνδεση με τα χωριά!

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει πια.  Οι δρόμοι δεν μπορούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους ηρωικούς κατοίκους των Αγράφων.  Το καλύτερο μέσο ήταν το ζώο και στην πιο σίγουρη  περίπτωση το πόδι.

Τα Άγραφα είναι καμωμένα γι αυτά.

Εδώ στ’ Άγραφα λένε, ότι: «όταν  ο Θεός, έκτισε τον κόσμο, πέρασε όλο το χώμα από ένα μεγάλο κόσκινο.  Όλο το ψαχνό χώμα που βγήκε απ τις τρύπες του σχημάτισε τους κάμπους και τις εύφορες πολιτείες.  Οι πέτρες και τα στουρνάρια απόμειναν στο κόσκινο σαν άχρηστα.  Αναποδογυρίζοντας το κόσκινο το έριξε κάτω και αυτά σχημάτισαν τ΄  Άγραφα». Τ’  Άγραφα φτιάχτηκαν για να γνωρίσει ο άνθρωπος την ομορφιά της φύσης μέσα από τις δυσκολίες και την αέναη προσπάθειἀ του.

16
Κατεβαίνοντας με ομίχλη και βροχή

Χαιρετήσαμε τους ανθρώπους του συνεργείου, ακολουθώντας μια στενή λουρίδα ανάμεσα σε βουνά από χώματα και καταφέραμε να περάσουμε το δυσκολότερο κομμάτι της διαδρομής μας. Έμοιαζε πιο πολύ με ανάβαση βουνού παρά με ευθεία διάνοιξη δρόμου.  Στο σημείο που η πινακίδα έδειχνε αλλαγή πορείας προς μοναστήρι, αφήσαμε τον δρόμο και κάναμε κατά κει. Ήταν καιρός πια να ασχοληθούμε με τα βρεγμένα κουφάρια μας.  Ρίξαμε έξω από τους σάκους τα βρεγμένα και ανασυνταχτήκαμε πριν αποφασίσουμε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής.

Είχαμε καταφέρει να απεγκλωβιστούμε απ την  απομόνωση των βουνών, και πατούσαμε τώρα σε ευκολότερο πεδίο.   Η βροχή συνέχιζε να πέφτει και ένα γλυκό μέλωμα μας τύλιξε μετά από ώρες τρεχαλητού.  Έτσι είναι, όπως το άγριο μέλι, καρπός κοπιαστικής και επίπονης συγκομιδής στον αγραφιώτικο χώρο..  θέλαμε δουλειά ακόμη.

Τούτη τη φορά μάθαμε πώς θάπρεπε να προσεγγίζουμε τον χώρο.  Δεν φτάνει η σιγουριά ενός εξοπλισμού.  Θέλει καρδιά και πιότερα ψυχή για να μεθέξει κανείς στον «ευλογημένο καρπό» της σκληρής γης.  Έτσι είναι τ’ Άγραφα και όσο εμείς κολλάμε στην ασφάλεια ενός αντίσκηνου και τη σιγουριά ενός ακόμη δρόμου, θα μας διαφεύγει η ουσία ενός τόπου, που προσκαλεί μεν αλλά δεν προκαλεί.

Τάκης Ντάσιος, 1992

Παραπομπές

(1) Οι κορφές Κόψι, Καυκί, Προσηλιάκι εμπεριέχονται στο βιβλίο τα ελληνικά βουνά του Νίκου Νέζη, κάτω από τον τίτλο: «Σβόνι (Άγραφα) 2.042 μ. βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του ν. Ευρυτανίας ανάμεσα στους ποταμούς Μέγδοβα και Αγραφιώτη.  Ανήκει στη νότια Πίνδο και αποτελεί τμήμα του μεγάλου ορεινού συγκροτήματος των Αγράφων».

Το συγκεκριμένο ορεινό τόξο που προσεγγίζουμε, βρίσκεται ανάμεσα απ τις υδάτινες ροές των ποταμών Μέγδοβα και Αγραφιώτη και περιλαμβάνει τις κορφές: Κόψι 1,939 μ., Καυκιά 1.725 μ., Προσηλιάκι 1.861 μ. Πουλί 1.670 μ.,  Κουκοτός 1.601 μ. και Κόφτρα 1.508 μ.  Πέριξ αυτών των κορφών βρίσκονται οι οικισμοί: Μαυρομμάτα, Γάβρινα, Μάραθος, Καμάρια και οι μικροοικισμοί των Αγράφων: Παραμερίτα, Μίκρα, Λίπα,   Υπάρχει οδική διάσχιση του ορεινού αυτού τόξου κατά τους θερινούς μήνες, απ τα νότια > βόρεια διάσχιση.  Απ τη δημοσιά Βίνιανη – Μαυρομμάτα,  και πιο συγκεκριμένα απ το ύψος του Μοναστηριού Μεταμόρφωση του Σωτήρα, χωμάτινος δρόμος ανηφορίζει διέρχεται απ τις τοποθεσίες: Λακκούλες, Μαλιουγιάννη, Γερούκος, διέρχεται ανάμεσα απ τις κορφές Κόψι και Καυκί και πέφτει από πίσω (Φιδόσκαλα), κάτω απ την κορφή Προσηλιάκι.

(2) Μαυρομμάτα (έως το 1928 Έλσιανη), υψ. 870 μ.  στα ανατολικά Άγραφα, ΔΒ. Του Καρπενησίου, νομού Ευρυτανίας.  Στα 1928 είχε 316 κατοίκους, στα 1940 > 463, 1951 > 262, 161 > 201, 1971 > 124, 1981 > 98, 1991 > 73.  «Το χωριό με λιγοστά σπίτια σκαρφαλωμένα στη πλαγιά, σκόρπια ανάμεσα στα περιβόλια.  Το γραφικότερο και ομορφότερο χωριό απ όσα περάσαμε.  Στο μοναδικό μικρομάγαζο του Κάτω Μαχαλά, σ ένα πλακόστρωτο φυσικό εξώστη, πάνω από 2-3 βρύσες είναι τοποθετημένοι δυο καναπέδες από πελεκημένα κλαδιά.  Εκεί ήπιαμε καφέ, μας κέρασαν γλυκό φραγκοστάφυλο σπουδαίο, ήπιαμε γάλα γελαδινό, πήραμε λίγο ψωμί και ανηφορίσαμε για το περίφημο Κύφι ( τ΄ Κύφ το λένε)» (Βουνά, τ.3(141):50)

Χ. Χρύσω, (έως το 1928 Χρύσον), υψ. 720 μ. οικισμός στα Ανατολικά Άγραφα, στα ΒΔ. του Καρπενησίου νομού Ευρυτανίας.  Στα 1928 είχε 306 κατοίκους, στα 1951 > 487, 1961 > 290, 1971 > 144, 1981 > 114, 1991 > 83.

«Παλιά η Χρύσου λεγόταν Μεγάλη Χρύσου.  Ήταν μεγάλο και πλούσιο χωριό, με 400 οικογένειες.  Κάποτε, λόγω μιας επιδημίας ευλογιάς, ξεκληρίστηκαν οι 80 οικογένειες και σιγά –σιγά ξέφτισε.  Προπολεμικά, (1940), είχε 70 σπίτια και άλλα τόσα σκόρπια στη περιφέρειά της.  Η Χρύσου ζούσε από την κτηνοτροφία, μα μετά την απαγόρευση της γίδας, δυστυχία και πείνα έπεσε στο χωριό». (Βουνά τ.3. (141):49)

Χ. Δάφνη (έως το 1928  Κουφάλα), υψ. 600 μ.  Οικισμός στα Ανατολικά Άγραφα, ΒΔ. του Καρπενησίου νομού Ευρυτανίας.  Στα 1928 είχε 529 κατοίκους, στα 1940 > 550, 1951 > 490, 1961 > 508, 1971 > 399, 1981 > 412, 1991 > 302

Χ. Μάραθος, (έως το 1928 Μύρησι), υψ. 900 μ.  στα Ανατολικά Άγραφα, ΒΔ. του Καρπενησίου νομού Ευρυτανίας.  Στα 1928 είχε 472 κατοίκους, στα 1940 > 324, 1951 > 387, 1961 > 361, 1971 > 232, 1981 > 123, 1991 > 73.  Αναφέρεται ωε γενέτειρα του αρματολού Κατσαντώνη

Χ. Γάβρινα, υψ. 800 μ. στα ανατολικά Άγραφα, δήμου Βίνιανης, νομού Ευρυτανίας.  Στα 1928 είχε 131 κατοίκους, στα 1940 > 133, 1951 > 96, 1961 > 74, 1971 > 64, 1981 > 33, 1991 > 51.

(3) Προσηλιάκι, ο ορεινός όγκος ύψους 1.861 μ. πάνω απ τους οικισμούς Μάραθος και Γάβρινα.  «Προσηλιάκ (προσηλιάχος), μα όλοι τον προφέρουν Προσηλιάκ΄ και πιέζουν εμφατικά με κάποια επιμονή το κάπα.  Προφέρουν Προσηλιά – και μετά στιγμιαία διακοπή τονίζουν ένα «κ» γλυκύτατο και δαγκώνουν ταυτόχρονα τα δόντια σαν να κολλούν.  Άλλωστε, όλες τις ονομασίες τις συγκόπτουν: τ΄ Κόψ΄ (Κόψη), Σβών΄ (το Σβώνι), Κήφ΄ (του Κήφου)» (Βουνά τ. 6 (144): 50).  Στα νότια της κορφής, τοποθεσία Λάπατο, υψ. 1.200 μ. επί της ροής του Γαβρενίτικου ρέματος, που διέρχεται απ τον οικισμό Γάβρινα.  Η τοποθεσία Λάπατο, οριοθετείται ανάμεσα στις κορφές Μάραθος 1.600 μ. και Καυκιά 1.739 μ.  Μονοπάτι ανηφορίζει απ το χ. Γάβρινα, περνά δεξιά της τοποθεσίας Λάπατο (Σκάλα στο Λάπατο) και συνδέεται στα ανατολικά της κορφής Προσηλιάκι με την Φιδόσκαλα..   Απ το χ. Μάραθος, μονοπάτι ανηφορίζει στον μικροοικισμό Πλάτανοι, βγαίνει στη Βρύση Λάπατα και ψηλότερα «σκάει»  βόρεια της κορφής Προσηλιάκι, όπου συνδέεται με την Φιδόσκαλα.      Ο Λουκόπουλος Δημήτριος στο βιβλίο του Στ Άγραφα ένα ταξίδι με εικόνες, σ. 156-157,ότι: Ο Κατσαντώνης λημέριαζε στου Προσηλιάκου.  Ράχη είναι.  Αυτού ξεκαλοκαίριαζαν και οι βλάχοι.  Ο Αρχιτσέλιγκας, ο Γαλανός, έστειλε γράμμα στο Βεληγκέκα.  Το πήγε ένας πιστικός: «Εδώ στου Προσηλιάκου βρίσκεται ο Κατσαντώνης», έγραψε, «μας ζήτησε ψωμί, αλλά δεν του δώσαμε«  Αυτά ήταν τα σχέδια.  Ο Αντώνης ήταν φίλος με τους βλάχους, πως μπορούσαν να μην του δώσουν ψωμί!  Και άλλο τελευταία στο γράμμα έγραφε: «πεθαμένοι απ την πείνα είναι οι κλέφτες».  Όλα αυτά για να καταφέρει τον Βεληγκέκα να βρει κείνο που χάλευε (επιζητούσε).  Όπως τούβρε δα!.  Εκείνος ο κουτός, τα πίστεψε όλα.  Πήρε τα ασκέρι του, τράβηξε το σύρραχο – σύρραχο, ωσπού πετάχτηκε μέσα κατάραχα..  Παρακάτω από κει είναι ένας διάσελος.  Απάνω το διάσελο χόρευαν οι Κατσαντωναίοι.  Είδε η Τουρκιά και ρίχτηκε κατ απάνω τους, ίσια τον κατήφορο.  Ο Κατσαντώνης παραμέρισε και πήρε ένα πλαγάκι, παραπέρα απ το διάσελο μέσα στα έλατα χωμένο.  Είναι ένα μέρος στεφάνι, σαρμανίτσα, που λέει ο λόγος, απ όπου κι αν έρχεσαι θέλεις δεν θέλεις νεκεί θα περάσεις.  Φειδόσκαλα λέγεται η θέση και εκεί που στενεύει πολύ , το λεν Πορτούλα.  Είναι σαν πόρτα.  Έπιασαν για ταμπούρια πανώστρατα και κατώστρατα οι κλέφτες τα έλατα και τις πέτρες.  Ο Κατσαντώνης ρίζωσε πίσω από ένα χοντρό έλατο και καρτέραε.  «Κανένας μη ρίξει» του είπε.  «Θέλω να τον πιάσω ζωντανό.  Φρόντιζε να πιάσει εμένα κι αντίς αυτό θα τον πιάσω γω»!.  Κάποτε  ξαγνάντεψαν κι οι Τούρκοι.  Μπροστά πήγαινε ο Βεληγκέκας.  Ανέβηκε τη Σκάλα και μπήκε στη Πόρτα, από κοντά ακολούθαε τ ασκέρι.  Πετιέται ο Κατσαντώνης άξαφνα απ τον έλατο, ρίχνεται απάνω του και τον αρποκόλλησε στα χέρια.  Όξω τις πιστόλες κι οι δυο να σκοτώσει ένας τον άλλον.  Ένας απ τους συντρόφους του, ο Καραγιάννης, άμα τους είχε στα χέρια πιασμένους κέρωσε απ το φόβο.  Αν κάμει έτσι και ρίξει πρώτος ο Βεληγκέκας, είπε πάει ο Αντώνης!.  Λησμόνησε και διαταγές κι όλα.  Βάνει το ντουφέκι στο μάτι, το φέρνει με τρόπο και ρίχνει.  Μπαμ, κάτω ο Βεληγκέκας.  Βλέπου οι Τούρκοι τον ντερβέναγα, όπου έπεσε, σκορπίστηκαν σαν λαγοί.  Πήραν οι κλέφτες τον σκοτωμένο, έσκαψαν και τον έθαψαν εδεκει κοντά.  Είναι το ακόμα το μνήμα του  και λέγεται «στου Βεληγκέκα το μνήμα».

(4)  Φιδόσκαλα, «Χαμηλότερα της κορφής Προσηλιάκι, συναντάμε το διάσελο της Φιδόσκαλας, υψ. 1.600 μ. που την είπαν έτσι γιατί το παλιό στενό μονοπάτι ελίσσεται ανεβαίνοντας σαν φίδι).  Βόρεια, πεζοπορώντας, μετά από 00.30ω.ανάβαση απ το φιδωτό «σύρμα» φτάνει κανείς στην πρώτη ράχη της Φιδόσκαλας. υψ. 1.800 μ. και μετά από 00.15ω. στην «Ντεβαδόραχη» (Κοκκαλίνα), υψ. 1.730 μ.» (Βουνά τ.10(148):45)   Στις μέρες μας εποχικός δρόμος έχει ανοιχτεί πάνω στο παλιό μονοπάτι της Φιδόσκαλας, συνδέοντας την Έλσιανη μέσω της τοποθεσίας Ξεφόρτωμα, με τα Καμάρια Αγράφων.  [Ξεφόρτωμα, ονομασία όπου εκεί ξεφορτώνουν οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια τους στις μέρες μας.  Ο Τριάδης Μιχόπουλος, συνεχίζοντας την παράδοση των παλιών, την Άνοιξη ανεβαίνει με το κοπάδι του απ το Αγρίνιο με το φορτηγό αυτοκίνητο μέχρι το χωριό Μαυρομμάτα και μετά συνεχίζει πεζός, τη Φιδόσκαλα για να φτάσει στη Νιάλα Αγράφων, όπου ξεκαλοκαιριάζουν κτηνοτρόφοι στα θερινά κονάκια τους]. Ο δρόμο διχαλώνει, αριστερά κάνει (υψηλό πέρασμα) για τη Νιάλα και ευθεία για τον οικισμό Καμάρια των Αγράφων, με την ψηλότερη κορφή της περιοχής να ξεχωρίζει, Μαράθια ή Σβώνη (Σβών΄), ύψ. 2.042 μ.  Η Ειρήνη Σπανδωνίδη στο βιβλίο της Τραγούδια της Αγόριανης (Παρνασού), σ.12, με το τίτλο «Ο Αντώνης σκοτώνει τον Βελή –Γκιέκα», 1804, αναφερόμενη στο βιβλίο του Δημ. Λουκόπουλου  Στ Άγραφα, σ. 156 και στα Βουνά του Κατσαντώνη, σ. 143, δέχεται ότι: Η μάχη έγινε στο Προσηλιάκο και ότι ο Καραγιαννάκης πυροβόλησε το Γκέκα και όχι ο Αντώνης.  Αυτή η αγραφιώτικη πληροφορία του Λουκόπουλου Δημ. θα είναι η σωστή και την επιβεβαιώνει ο στίχος του Ιατρ. Σ. 51, όπου: .. Εύγα να πολεμήσουμε ‘ψηλά σ’ το Προσηλιάκο.  Τα γύρο βουνά διηγούνται τις παλικαριές του Κατσαντώνη,  Η Σπανορούλα πούναι ψηλά και αντίκρυ στη κορφή Προσηλιάκο.  Ο Λουκόπουλος Δημ. μας μεταφέρει περιγραφή του παπά Λάμπρου Μπαλωμένου της Μύρεσης, ότι τους παράγγειλε ο Βεληγκέκας πως έρχεται να τον ανταμώσει, σαν οπού έλαβε το γράμμα του  – από του Χρύσου, όπου τον φιλοξενούσε ο παπάς παράγγειλε ο Βεληγκέκας στον Κατσαντώνη, πως θέλει να τον ανταμώσει, κι εκείνος του απάντησε με γράμμα απ του Γαλανού τη στάνη, σαν θέλει, ας έρθει τον περιμένει στη Σπανορούλα.  Ο τρομερός ο κλέφτης έπιασε τη Σκάλα στο Λάπατο.  Προσπέρασαν οι Τούρκοι το καραούλι του.  Δίχως να το καταλάβουν έπεσαν στην φάκα.  Πίσω το καραούλι, από μπροστά το κλεφτολήμερο.  Ανάμεσα από δυο φωτιές Κατσαντωναίικες βρεθήκαν.  Το σχέδιο το είχε κάμει ο Κατσαντώνης από πριν.  Έριξε στο δρόμο, που πάει από το Λάπατο κατά τη Σπανορούλα μια μπάτσα (ελατόκλαδο).  Σ αυτή την μπάτσα.   «αυτήν την μπάτσα όταν θα πατήσει, θα του το στείλω.  Αν ιδήτε πως το βόλι μου δεν τον πέτυχε, ρίξτε σεις.  Να ξέρετε όμως!  Πριν από μένα κανείς σας δεν πρέπει ν αδειάσει το τουφέκι του»!  είχε πει στους συντρόφους του.  Μπροστά απ όλο τα ασκέρι πήγαινε ο Βεληγκέκας, πίσω του ο γραμματικός του ο Ράγγος.  Πατώντας τη μπάτσα, του ήρθε το βόλι του Κατσαντώνη.  Με το πρώτο έπεσε κιόλας.  Ο Ράγγος σήκωσε το τουφέκι του για να πυροβολήσει, μα δεν πρόφτασε.  Τον πρόλαβε το βόλι των Κατσαντωναίων, ίσια του τόστειλε κάποιος Χοντρογιάννης και τον πέτυχε στο μάτι.  Άναψε έπειτα ο τόπος απ το τουφεκίδι.  Φωτιά από δω κι από κει οι Κατσαντωναίοι, φωτιά κι από ανάμεσα οι Τζοχανταραίοι.  Επτά –οκτώ Αρβανίτες έπεσαν στον τόπο, πολλοί και λαβώθηκαν.  Οι άλλοι σκόρπισαν σαν οπού σκορπίζουν τα γίδια όταν τους ρίχνονται οι λύκοι για να τα φάνε.  Οι Κατσαντωναίοι πήραν απάνω κατά τις κορφές των βουνών.  Οι Τούρκοι ξαναγύρισαν τότε, πήραν το κουφάρι του ντερβέναγα, πήραν και τον λαβωμένο τον Ράγγο και παν τον κατήφορο.  Τους έφεραν στου Χρύσου.  Εκεί έθαψαν και τον Βεληγκέκα.  Το μνήμα του ήταν ακόμα ως τα τελευταία χρόνια.  Το χάλασε ένας – οι πέτρες υπάρχουν, τις είδα –έβγαλε τις πέτρες του στην άκρη απ το χωράφι του για να μην του το χαλούν!  Τι κρίμα!  Ύστερα απ το κατόρθωμά του ο Κατσαντώνης τράβηξε για την Παραμερίτσα, ένα άλλο βουνό, πέρα μακριά από δω, εκεί ξεκαλοκαίριαζαν Σαρακατσαναίοι» (Λουκόπουλου Δημητρίου1930;141-144)

(5) Η Βατόσκαλα, που αναφέρεται ο Στέφανος Γρανίτσας στο βιβλίο του Tα ήμερα του βουνού και του λόγγου, που το «στοιχειό» τοποθετείται ανάμεσα στα χ. Κερασοχώρι και Μάραθος.  Παλιά, το μονοπάτι που συνέδεε τους οικισμούς διέρχονταν από: Κάστρο, Καυκί 1.753 μ., Λακκώματα, Μύτη 1.530 μ., (αριστερά κάνει για οικ. Κλοπουκίτσα), ενώ ευθεία τοποθεσία Βατόσκαλα που ανεβαίνει στον όγκο Ουρανός 1.622 μ. και πέφτει στο χ. Μάραθος (Μύρησι). Αργότερα δρόμος (υψηλή διαδρομή) συνέδεσε τα χωριά Κερασοχώρι –Κλοπουκίτσα – Μάραθο -΄ Άγραφα. (χαμηλή διαδρομή) μέσω Αγραφιώτη ποταμού > Μάραθος.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Γρανίτσα Στέφανου1921:Tα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, κεφ. «το στοιχειό» σ.9-15.  Πρώτη έκδοση 1921, εκδ. οίκος Ελευθερουδάκη, 1η δημοσίευση της συλλογής έγινε απ τις στήλες της Εφημερίας Εστία, στα 1912 -1914.
  • Λουκόπουλου Δημητρίου1929:Στ Άγραφα, ένα ταξίδι με εικόνες, σ.155-158, σειρά: Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Νο 57, εκδ. Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Ν. Σιδέρη, εν Αθήναις,
  • Λουκόπουλου Δημητρίου 1934:Στα βουνά του Κατσαντώνη, εκδ. Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Ν. Σιδέρη, εν Αθήναις
  • Σπανδωνίδη Ειρήνη1939:Τραγούδια της Αγόριανης (Παρνασού) εκ. Πυρσός Α.Ε.
  • Χάρτης Γ.Υ.Σ.1971, φύλλο χάρτου Φουρνά, κλίμακας 1: 50.000
  • Χάρτης Γ.Υ.Σ. 1971, φύλλο χάρτου Άγραφα, κλίμακας 1: 50.000
  • Μάλαμα Λάμπρου1971:Κατσαντώνης και κληρονομιά (ιστορικό μυθιστόρημα) 1770-1810, απ τις μεγάλες εθνικές μορφές και τις αθάνατες εποποιίες του λαού μας, σειρά λαϊκή βιβλιοθήκη
  • Στούμπου Κώστα1974: Άγραφα μια χιλιόχρονη δημοκρατία, Αθήνα
  • Νέζη  Νίκου1979:τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα
  • Βουνά, εκδίδεται από τον Ελληνικό Ορειβατικό Σύνδεσμο Αθηνών 1982:«Οδοιπορικό στα Άγραφα, ημερολόγιο μιας ορειβατικής ομάδας, Ιούλιος 1940», Αριθμός 2 (140), 3 (141), 6 (144), 7 (145), 10 (148)
  • Χάρτης Γ.Υ.Σ. 1985: φύλλο χάρτου Άγραφα, κλίμακας 1: 50.000
  • Γκιόλια Α. Μάρκου1999:Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεότερους χρόνους (1393-1821), Εκδ. Πορεία, Αθήνα
  • Ντάσιου Τάκη1999: Στ Άγραφα, εκδόσεις Μίλητος
  • Μπουμπουρή Κώστα2002: Κατσαντώνης εποποιία και θρύλος
  • Χάρτης περιηγητικός και πεζοπορικός 2004:Άγραφα, κλίμακας 1: 50.000, σειρά Πίνδος, 50, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ
  • Χάρτης περιηγητικός & πεζοπορικός2009: Ευρυτανικά βουνά, κλίμακας 1: 50.000, σειρά 50, 2.4/2.5 εκ. ΑΝΑΒΑΣΗ
  • Σταματελάτου Μιχάλη, Σταματελάτου – Βάμβα Φωτεινή2012: Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας, τόμοι Α’, Β’, Γ’, εκδ. ΤΑ ΝΕΑ
  • Προβόπουλου Γ. Ηλία2014:Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων (Πως μετά τη φοβερή δεκαετία του ΄40 οι άνθρωποι στη Νεράϊδα (Δολόπων) Καρδίτσας κατάφεραν και ανέστησαν το χωριό τους), σειρά Μικρές Πατρίδες, εκδ. Παρουσία
  • Καραγεώργου Κ. Γεωργίου2015: ΤΑ ΆΓΡΑΦΑ,  η ιστορία τους (1430-1830) μέσα από την παράδοση και τις παντός είδους μαρτυρίες στις εκκλησίες, στα μοναστήρια και στο δημοτικό τραγούδι.  Οι κλέφτες και οι αρματολοί.  Αντιπροσωπευτικές εικόνες από την κοινωνική και ιδιωτική ζωή.  Οι αρετές των κατοίκων, Αθήνα

Advertisements

2 thoughts on “Αγραφιώτικα βουνά, εκεί που οι ευκολίες χάνονται ..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s