Τα τελευταία μέτρα για την κορυφή, αλλά…

Ένα κλικ ακούστηκε, και έκλεισε στη μέση μου η ζώνη του σακιδίου.  Ήταν ο τελευταίος στη σειρά θόρυβος, που μ’ έκανε να πιστεύω πως ήμουν μόνος μου εκεί ψηλά.

«Είμαι ακόμα ζωντανός για να ακούω ήχους, αφού κατάφερα να σχηματίσω τις λέξεις μέσα στο μυαλό του κεφαλιού μου» σκέφθηκα.  Αυτόν τον θόρυβο τον είχα προξενήσει εγώ και όχι το άγριο βουητό του αγέρα ή ακόμα το σάρωμα της ομίχλης.  Φυσικά ήμουν πολύ μακριά και ψηλά για όποια άλλη ανθρώπινη παρουσία.  Δεν είχα να σκεφθώ για το πώς βρέθηκα εκεί, αλλά για το πώς θα ολοκληρώσω αυτό, που από μέρες είχα ξεκινήσει.  Να γυρίσω πίσω δεν ήταν εύκολο.

1
Η Καλιακούδα, ύψ. 2.099 μ. απ το Καρπενήσι

Οι πατημασιές στο χιόνι έσβηναν μέσα σε σύντομο διάστημα, αφού ο αγέρας λυσσομανούσε, σαρώνοντας πίσω μου κάθε τι.  Να εγκαταλείψω τώρα που είχα φτάσει έως εδώ;  Η ομίχλη που είχε καθίσει από ώρες δεν άφηνε περιθώρια για εναλλακτικές λύσεις.

Έκανα μερικά βήματα αργά και σταθερά, προσπαθώντας να σταθεροποιήσω τη θέση μου, και περισσότερο, για να κερδίσω χρόνο.  Η υφή του χιονιού άλλαξε και αυτό το κατέγραψα.  Κοίταξα το altimeter για ακόμα μια φορά, για να δω το ύψος που βρισκόμουν.  Εάν όλα δούλευαν σωστά ήθελα ακόμα ογδόντα μέτρα υψομετρικής διαφοράς.

4
Ανεβαίνοντας

«Στα μέτρα μου» μονολόγησα δυνατά για να κάνω κουβέντα.  Όλα είχαν εξελιχθεί όπως τα είχα σχεδιάσει.  Είχα καλύψει την απόσταση γρήγορα μέχρι τον διάσελο-λαιμό της Καλιακούδας (1), μετά το μικτό πεδίο βράχου και χιονιού που είχε αρκετή κλίση, και τώρα, μπροστά μου, η τραβέρσα στην παγωμένη κόψη που θα με έφερνε  πάνω στην κορυφή.   Σωστός περίπατος με το πιολέ και τα κραμπόν!!

Αφαιρέθηκα… Ξαφνικά άκουσα φωνές και έντονες συζητήσεις γύρω μου.  Προτάσεις κοφτές, ακαταλαβίστικες στην αρχή, που σίγουρα σημείωναν ανθρώπινη παρουσία.

Μέσα στον «θόρυβο» της ομίχλης που αποσταθεροποίησε τις ενδείξεις του οργάνου — η βαρομετρική πίεση έπεφτε — ξεφύτρωσαν, στην αρχή σαν φαντάσματα,  σκιές γνώριμες, οικείες. Μετά πήραν σάρκα και οστά και δεν άργησα να αναγνωρίσω τους συντρόφους μου.

Τώρα τα πράγματα έπαιρναν μια διαφορετική θεώρηση.  Οι κουβέντες έδιναν και έπαιρναν, και  εκείνο το εξωπραγματικό, το διάφανο, το αδιόρατο είχε χαθεί…

– Πόσο θέλουμε ακόμα είπες;

– Τώρα βρήκε να χαλάσει ο καιρός;

– Προς τα πού είναι η κορυφή;

– Ωχ, κόλλησα, δεν μπορώ να σηκώσω το πόδι…

– Κάνε λίγο πιο πάνω απ’ την «κορνίζα» να ασφαλιστούμε…

– Μα αυτό κάνω, αλλά δεν βρίσκω κάτι σταθερό…

– Δεν μπορώ να συνεχίσω.  Να γυρίσουμε πίσω, τι τα θέλουμε…

-Πως να γίνει ρε Μήτσο!

– (ζντουπ) !!!

Η προσφώνηση «Μήτσος» είναι ένα δυνατό κάλεσμα που γεμίζει τον χώρο καθαρά από ξένες προσμίξεις.  Ενεργοποιεί τον καθένα, και όλοι θα γυρίσουν να προσέξουν, καθώς Μήτσος με όνομα  στη συντροφιά δεν υπάρχει…

– Περίμενε να ασφαλιστώ εγώ και μετά να κουνηθείς…

5
..η κλίση της πλαγιάς μεγαλώνει

Είχαμε χωριστεί σε δύο ομάδες και κάποια στιγμή θεωρήθηκε σκόπιμο να δεθούμε.  Από ώρα ο Αργύρης  παρακαλούσε γι’ αυτό,  ο Γιώργης όμως επέμενε ότι δεν είναι αναγκαίο, για να μην «στουκάρουμε» δεμένοι πριν την ώρα μας.  Καλά, πώς είχαμε φτάσει μέχρι εδώ;  Είναι ν’ απορεί κανείς!

Κάναμε μερικές σχοινιές εναλλάξ για να ανοίξουμε πατημασιές σε χιόνι μαλακό, στην ορθοπλαγιά με την ιδιαίτερη κλίση.  Έγιναν μερικά βήματα, περισσότερο όμως προβληματισμού.  Βγάλαμε το μικτό πεδίο βράχου-χιονιού με προσοχή, και όταν μείναμε αντιμέτωποι με το καθαρό μέρος της κορυφής –σίγουροι για το αποτέλεσμα– ήταν εκεί που σμίξαμε εγώ με το όνειρο και οι σύντροφοί μου με τις φωνές τους, καθώς μου έδειχναν από ώρα την πραγματικότητα.

7
..ας δεθούμε

Τώρα οι κουβέντες γυρόφερναν αλλιώτικα και η μόνη ουσιαστική κουβέντα ήταν αυτή που είχε να κάνει με την ασφαλή κίνησή μας.

Είχαμε κολλήσει στο χιόνι και δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε ιδιαίτερα.  Το χιόνι είχε στομώσει και δεν βρίσκαμε ένα σταθερό σημείο στήριξης καθώς η κλίση της ορθοπλαγιάς δυσκόλευε.

Μέσα στην ομίχλη, χωρίς να βλέπουμε τίποτα μπροστά, ήταν θέμα κυριαρχίας περισσότερο, παρά δυνάμεων.  Σ’ ένα πρόχειρο συμβούλιο εκεί στα ψηλά, καθώς ήμασταν δεμένοι με σκοινί, που αυτό όμως δεν ασφάλιζε πουθενά, πήραμε την απόφαση για υποχώρηση.  Η κορυφή έμεινε για την ώρα άφταστη.

6
…παλεύοντας στη ράχη

Αν η ανάβαση είχε τις δυσκολίες της και η κατάβαση δεν υστερούσε.

Κατάβαση με ασφάλεια..  Το σκοινί, αντί να παίζει πρωταρχικό ρόλο, φιγουράριζε ριγμένο  ανάμεσά μας και εμείς αρχίσαμε να κατεβαίνουμε με πατημασιές ανάποδες, ανορθόδοξες –όπως και όταν ανεβαίναμε– λες και δεν θέλαμε να αφήσουμε ίχνη στον τόπο του εγκλήματος!.  Ακολούθησαν διάφορα μισόλογα για την ομίχλη, για κράμπες, για τα χέρια που πόνεσαν να γαντζώνονται σε ότι εξείχε  και όλα αυτά για να διατηρείται η επαφή της ομάδας, η ανάγκη της ανθρώπινης παρουσίας.

Όταν, μετά από ώρα, χαμηλώσαμε αρκετά και συνήλθαμε, αρχίσαμε τα παραδοσιακά.  Έφταιγε η ομίχλη, λίγο η κούραση,  ακόμη και το χιόνι που ήταν μαλακό, ενώ το είχαμε «ζητήσει» σκληρό!

8
…Κατεβαίνοντας

Κόντευε να νυχτώσει τώρα και κάθε τόσο γυρίζαμε και κοιτάζαμε κατά την κορφή, που όμως τα τελευταία μέτρα της εξακολουθούσαν να σκεπάζονται από ένα λεπτό στρώμα ομίχλης.

– Εντάξει, λέγαμε όταν η κουβέντα πήγαινε να συννεφιάσει.

– Τα καταφέραμε, είμαι ευχαριστημένος, εντάξει μωρέ για 50 μέτρα;

– Όχι  80 μέτρα ήταν..

– Αστό τώρα, τι άλλα;

– Μήπως θα βλέπαμε  τίποτα απ’ την κορυφή και να βγαίναμε με τέτοια ομίχλη;  Ωραία θα ήταν να είχαμε καιρό…

– Εντάξει ρε παιδιά, εμένα όλα μ’ αρέσουν αλλά προτιμώ τα πράσινα λιβαδάκια και τα ποταμάκια.  Αυτά με χαλαρώνουν, εκεί πάνω σφίχτηκα, εντάξει;

Όλη την επόμενη μέρα, στον δρόμο της επιστροφής, σταματούσαμε και κοιτούσαμε από διάφορες γωνίες τον κώνο της κορυφής.

9
Μακριά απ τη κορφή, αναμετριόμαστε

Καθώς ξεμακραίναμε, αυτός, ο ολόασπρος, καθάριος, κρυστάλλινος, μαγικός, ασάλευτος  όγκος μάς έδινε το στίγμα της κόψης, αλλά .. από μακριά πια.  Είχαμε χάσει την πρώτη άμεση επαφή και απλώς τώρα κάναμε υποθέσεις, «εξ αποστάσεως»,  «εκ του μακρόθεν».  Ήταν τόσες οι στάσεις μας στον δρόμο της επιστροφής και τόσες οι συζητήσεις μας γι αυτά τα τελευταία μέτρα της κόψης που δεν κάναμε, που γινόταν ολοφάνερο ότι δεν μάς είχε πειράξει καθόλου!

Ας είναι…  Ακόμη και ο τέταρτος της σχοινοσυντροφιάς, που προτιμούσε τα πράσινα λιβαδάκια και τα γάργαρα νερά, ακούστηκε να συμπληρώνει αργά τη νύχτα, στον δρόμο της επιστροφής.

– Μήπως γι’ αυτά τα λίγα μέτρα θ’ άξιζε να τα ξαναπροσπαθήσουμε;

Τάκης Ντάσιος, 1987

Παραπομπές

(1) «Βουνό Καλιακούδα, με την ομώνυμη κορφή του, ύψους 2.099μ., βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νομού Ευρυτανίας, νότια από το Καρπενήσι  και πάνω ακριβώς (νότια) από το Μεγάλο Χωριό (2).  Βουνό άγριο και κατάφυτο από έλατα, καστανιές, οξιές, καρυδιές και που περικλείεται από τις χαράδρες που σχηματίζουν οι ποταμοί Καρπενησιώτης και Κρικελλοπόταμος.  Άλλες κορυφές του είναι Μέγα Ίσωμα, 1.945 μ.,  και Ξεροβούνι 1.561 μ.  Ανάβαση γίνεται από το Μεγάλο Χωριό, υψ. 720 μ., 15 χιλ. από το Καρπενήσι, σε 0400ω.» (Νέζη Νίκου1979: 51)

«Στην τοποθεσία Λακκώματα, σε υψ.1.420 μ. υπάρχει το καταφύγιο (εγκαίνια 29-09-1991) του Ε.Ο.Σ. Καρπενησίου, που διαθέτει 20 θέσεις ύπνου.  Πληροφορίες τηλ. 22370-23051» (Νέζη Νίκου 2010:151).

(2) Οικισμοί πέριξ της Καλιακούδας

«Ανιάδα, υψ. 1.100 μ. οικισμός στις ΒΑ. πλαγιές της Καλιακούδας, 25 χιλ. από το Καρπενήσι.  Στα 1940 είχε 385 κατοίκους, 1951 > 224, 1961 > 210, 1971 > 128, 1981 > 142, 1991 > 137

Συγκρέλλος, υψ. 1.210 μ. οικισμός στις ΒΑ. πλαγιές της Καλιακούδας.  Στα 1940 είχε 446 κατοίκους, 1951 > 178, 1961 > 151, 1971 > 62, 1981 > 118, 1991 > 79.

Καρίτσα(Καρύτσα), υψ. 800 μ. στις ΒΔ. πλαγιές της Καλιακούδας και 22 χιλ. από το Καρπενήσι.  Στα 1940 είχε 241 κατοίκους, 1951 > 165, 1961 > 78, 1971 > 63, 1981 > 81, 1991 > 80».  (Σταματελάτου Μιχαήλ & Βάμβα –Σταματελάτου Φωτεινή: Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια)

Μεγάλο Χωριό (Μεγαλοχώρι), υψ.720 μ. στις ΒΔ. πλαγιές της Καλιακούδας, 17 χιλ. από το Καρπενήσι.  Στα 2011 είχε 219 κατοίκους.  Εδώ βρίσκεται η έδρα του δήμου της Ποταμιάς.  Τα παραδοσιακά σπίτια και τα γραφικά δρομάκια του προσελκύουν πολλούς επισκέπτες όλες τις εποχές του χρόνου.  Κατά την διάρκεια της Κατοχής, Δεκέμβριο του 1942, κοντά στο Μικρό Χωριό άνδρες του ΕΛΑΣ έστησαν πολύνεκρη ενέδρα στους Ιταλούς με αποτέλεσμα το Μεγάλο Χωριό να υποστεί αντίποινα από τους κατακτητές στις 24 Δεκεμβρίου, οι Ιταλοί εκτέλεσαν, έπειτα από βασανιστήρια 11 κατοίκους του Μεγάλου Χωριού και 2 του Μικρού Χωριού στη θέση Άνω Λόγκοβες.  Το 1944 ο οικισμός πυρπολήθηκε από τους Γερμανούς. (Νομός Ευρυτανίας Νο 13, ΔΟΜΗ σ.99)

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Λουκόπουλου Δημητρίου1930: Στ΄ Άγραφα, ένα ταξίδι με εικόνες, σειρά: Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων,  Νο. 57, διάθεσις  Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Ν. Σιδέρη
  • Νέζη Νίκου1979: Τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα
  • Σφήκα Γιώργου1980: Τα βουνά της Ελλάδας, 1η έκδοση, στην ελληνική γλώσσα, εκδ, Ευσταθιάδης & Υιοί Α.Ε.
  • Άτλας Στερεάς Ελλάδας, 1: 50.000 κλίμακας, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗΣ
  • Μηχιώτη Χαρίλαου1990: Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι, γεωγραφική, χωροταξική, ιστορική, οικονομική, πολιτιστική προσέγγιση.  Ευρυτανία (Καρπενήσι, Φουρνά, Μεγ. Και Μικρό Χωριό  κ.λπ.)  Δυτ. Φθιώτιδα (Μαυρίλο, Παλιόκαστρο, Νεοχώρι, Άγ. Γεώργιος κ.λπ.), εκδ. Κασταλία, Αθήνα
  • Χουλιάρα Ε. Αλέξανδρου2008: Κρίκελλο, ένα ευρυτανικό κεφαλοχώρι, ιστορία, πολιτισμός, ανάπτυξη, Αθήνα
  • Σταματελάτου Μιχαήλ & Βάμβα – Σταματελάτου Φωτεινή: Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια, τόμοι, Α΄, Β΄, Γ΄, εκδ. Τεγόπουλος Μανιατέας Α.Ε.
  • Μανιατέα Ηλία, Τεγόπουλου Ιωάννη: Νομός Ευρυτανίας (ιστορία, οικονομία, πολιτισμός, πρόσωπα, γεωγραφία, χάρτες, λαογραφία, μουσεία), Σειρά Ελλάδα Νο 13, εκδ. Δομή

Ιστορικά:  Η μάχη της Καλιακούδας

«Μετά τη νικηφόρα μάχη του Κεφαλόβρυσου – έξω από το Καρπενήσι, στον Καρπενησιώτη ποταμό, όπου υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα  της Ελληνικής επανάστασης κατά το 1823 που είχε ως αποτέλεσμα τον χαμό του Μάρκου Μπότσαρη – οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στο βουνό Καλιακούδα, στα νότια του νομού Ευρυτανίας κι έπιασαν οχυρωμένες θέσεις.  Στόχος τους ήταν να παρενοχλούν τους Τούρκους του Καρπενησίου και να τους εμποδίσουν να κατηφορίσουν προς το Μεσολόγγι, που ήταν ο προορισμός τους.  Πλάι στους Σουλιώτες με αρχηγό τον Κώστα Μπότσαρη, αδελφό του Μάρκου, βρίσκονταν κι οι πολεμιστές του Ζυγούρι Τζαβέλα κι εκείνοι του Ροδόπουλου, που κατέφθασαν από το Μοριά.  «Στην τοποθεσία Λακκώματα, της Καλιακούδας έγινε μεγάλη μάχη μεταξύ των οπλαρχηγών: Τζαβέλα, Γιολδάση, Σιαδήμα, Λόντο, Ροδόπουλο και Κοντογιάννη κατά του Μουσταή πασά όταν οι πρώτοι έφραξαν το δρόμο του πασά προς το Μεσολόγγι. Αναφέρεται επίσης ως στρατόπεδο των ελληνικών απελευθερωτικών δυνάμεων τον Νοέμβριο του 1828, λίγο πριν την απελευθέρωση του Καρπενησίου»..  Στις 28 του Αυγούστου 1823 οι Τούρκοι με ενίσχυση που ήρθε από τα Άγραφα κάνουν γενική επίθεση μα οι Έλληνες κρατούν καλά.  Πάνω στην ώρα της μάχης καταφθάνει κι ο Νίκος Κοντογιάννης, γιος του Μήτσου, με 1.000 Ρουμελιώτες.  Ήταν καιρός ν αφήσουν στην άκρη την έχθρα μεταξύ τους οι Σουλιώτες κι οι Στερεολλαδίτες και να πολεμήσουν πλάι –πλάι αφού δεν το έκαμαν στο Κεφαλόβρυσο [Για τη μάχη της Καλιακούδας, ο Γ. Βλαχογιάννης γράφει, ότι: «ήταν ένα ξεσυνέρισμα των Ρουμελιωτών με το Μάρκο, που πολέμησε μοναχός στο Κεφαλόβρυσο.  Τόσο άγρια ήταν τα πάθη ανάμεσα»].  Το ασκέρι βέβαια του Καραϊσκάκη στάθηκε πάλι μακριά, παρ όλο που τα είχε με τους Τζαβελαίους.  Σε δυο – τρεις επιθέσεις τους οι Τούρκοι αποκρούσθηκαν γερά, γιατί οι Έλληνες ήταν αρκετοί κι οι θέσεις που κατείχαν ήταν πλεονεκτικές.  Υστερότερα όμως, 400 Τούρκοι πέρασαν από ένα απόκρημνο μονοπάτι, που είχαν αφήσει αφύλαχτο ο Γιολδάσης κι ο Σιαδήμας, με αποτέλεσμα να κυκλώσουν τους Έλληνες.  Άγρια και φονική ήταν η συμπλοκή.  Σκοτώθηκαν 150 παλικάρια και μαζί τους οι καπετανέοι Ζυγούρης Τζαβέλας, Νίκος Κοντογιάννης, Δήμος Κίτσιος και Καστανιώτης.  Έτσι ο δρόμος για το Μεσολόγγι ήταν πια ελεύθερος.  Η μάχη της Καλιακούδας κι ο χαμός τόσων παλικαριών συγκίνησε βαθιά τη Ρούμελη, ενώ αναπτέρωσε το ηθικό των Τούρκων.  Οι Τούρκοι, ακολουθώντας το δρόμο για το Μεσολόγγι κι αφού πέρασαν κι από τη Ναυπακτία έσμιξαν με τον Ομέρ Βρυώνη στη Γουριά του Ασπροπόταμου, στις 17 του Σεπτέμβρη»  (Μηχιώτη Χαρίλαου1990: 216). «Το Φθινόπωρο του 1823, μετά τη χαμένη μάχη της Καλιακούδας οι τουρκαρβανίτικες ορδές του Μουσταή και του Τζελαλεντίν μπέη ρήμαξαν τον τόπο.  Ο Καραϊσκάκης που τότε ήταν άρρωστος στο μοναστήρι του Προυσού, για περισσότερη ασφάλεια έφυγε από το μοναστήρι.  Ράχη – ράχη έφτασε στη Ρεντίνα κι από κει πήγε στη Κεφαλονιά».  (Χουλιάρα Ε. Αλέξανδρου2008: 119)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s