Στην χειμωνιάτικη ανάβαση στον Προφήτη Ηλία του Ταϋγέτου, υπάρχει και η επιστροφή..

                                                                                                               με την σκέψη στον Κώστα Κυρμιζάκη

Νύχτα ακόμη ακούστηκε το: «σήκω, πρέπει να φεύγουμε για πάνω, θα μας πάρει η μέρα και δεν θα κάνουμε τίποτα..» αλλά η απάντηση ήταν ένα μούγκρισμα.  Ακολούθησαν πολλά τέτοια μέχρι να ακουσθεί έναρθρος λόγος, αλλά είχαμε κιόλας καθυστερήσει αρκετά.  Με το πρωινό γεύμα σχεδόν στο πόδι, αρματωθήκαμε σακίδιο και υλικά, εγώ μουρμουρίζοντας διάφορα και ο Γιωργάκης να χαμογελά.  Με αργές άρρυθμες κινήσεις πιάσαμε το σηματοδοτημένο μονοπάτι, που οδηγούσε μέσα από το δάσος στο καταφύγιο του Ε.Ο.Σ. Σπάρτης, στον Ταΰγετο (1).  Όλα ήταν παγωμένα και γλιστρούσαν.  Ο καιρός έδειχνε φιλικός και οι ψηλές κορφές είχαν ζωντανέψει στο φως του ήλιου, που είχε βγει από ώρα.

Το μονοπάτι μέσα στο δάσος δεν φαινόταν από το χιόνι που ήταν μπόλικο, ευτυχώς όμως υπήρχε  σήμανση ψηλά στα δένδρα.  Στην πηγή Βαρβάρα σταματήσαμε για πρωινό, να γεμίσουμε τα παγούρια μας και να βριστούμε για μια ακόμα φορά, καθώς η ώρα δεν ήταν η καλλίτερη για την ανάβαση, που θέλαμε να επιχειρήσουμε.  Βγήκαμε στο καταφύγιο και το χιόνι ήταν πολύ.  Κοιτάξαμε κατά την κορφή Σιδηρόκαστρο και εγκαταλείψαμε,  έχοντας κάνει την ίδια στιγμή τη σκέψη ότι ήταν αδύνατον να μπορέσουμε ν’ ανέβουμε μέχρι εκεί και να είμαστε κάτω πριν νυχτώσει.  Είπαμε ότι δεν είχαμε πάρει τον κατάλληλο εξοπλισμό διαβίωσης για bivouac εκεί ψηλά και αποφύγαμε διακριτικά να τονίσουμε ότι δεν ξεκινήσαμε νύχτα ακόμη για να το καταφέρουμε.  Κάτι μουρμούρισα για τους οδηγούς βουνού στις Άλπεις, που για να καταφέρουν αναβάσεις στις ψηλές κορφές σπρώχνουν τους ενδιαφερόμενους να ξυπνούν μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα και να περπατούν με τους φακούς κεφαλής..

1
Ορειβατικό καταφύγιο Ε.Ο.Σ. Σπάρτης, τοποθεσία Βαρβάρα, ύψ. 1.550 μ.

«Δεν ξέρουν αυτοί»!  ακούστηκε η φωνή δίπλα μου, αλλά δεν είχα όρεξη ν απαντήσω..

Αλλάξαμε εύκολα το στόχο και στοχεύσαμε τον προφήτη Ηλία, που ήταν πάνω απ το κεφάλι μας.  Για να κάνουμε τη διαδρομή πιο ενδιαφέρουσα είπαμε να επιχειρήσουμε την κατευθείαν  ανάβαση και όχι την κλασσική, που έκανε τραβέρσες για να βγει στις  «Πόρτες» και μετά στην κορφή του Προφήτη Ηλία.  Διαβάσαμε τη σχετική πινακίδα, που σημείωνε ότι η ανάβαση στην κορφή ήταν 0330ω,  κοιτάξαμε τη θέση του ήλιου και τα ρολόγια μας και αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε.

Τα πρώτα βήματα στο χιονισμένο πεδίο ήταν δοκιμασία σκληρή, λες και ήθελε να μας αποθαρρύνει, για να εγκαταλείψουμε.  Το χιόνι ήταν μπόλικο και η κλίση μας κούραζε.  Έπρεπε να καλύψουμε την απόσταση από το ύψος του μονοπατιού που βρισκόμασταν, νότια, και ν’ ανεβούμε πάνω απ’ το στήθωμα.  Πιάσαμε την πλαγιά. Το απόλυτο χιόνι διαδέχτηκε ένα μικτό πεδίο με βράχια που όμως έκρυβε τα δικά του.  Προσπαθώντας να χρησιμοποιούμε τα ξέχιονα βραχάκια, θέλαμε να δώσουμε μια ανάσα στην κούραση που μας είχε επιβληθεί κιόλας.

3
Ανεβαίνοντας κατευθείαν στη κορφή

Τα σύννεφα γυρόφερναν την κορφή του βουνού, δίνοντας εικόνες ανυπέρβλητης ομορφιάς.  Όσο κερδίζαμε σε ύψος τόσο η θέα μας αποζημίωνε.

Όταν βγήκαμε πάνω από το στήθωμα, ο αγέρας μας υποδέχτηκε, αλλά τα πόδια μας κινήθηκαν με μεγαλύτερη ευκολία λόγω της καλλίτερης ποιότητας του χιονιού.  Μπροστά μας και πάνω είχαμε την κόψη που οδηγούσε κατευθείαν στην ψηλή κορφή.

Μέχρι αυτή την στιγμή περπατούσαμε σε απόσταση ο ένας απ τον άλλο και στο σημείο αυτό βρήκαμε την ευκαιρία να σμίξουμε και να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις.   Φορέσαμε τα κραμπόνς, βγάλαμε το σκοινί, τα  «καρυδάκια»   και τους ιμάντες.  Στο πρώτο κομμάτι η κλίση έδειχνε ήπια, για τη συνέχεια έπρεπε να εκτιμήσουμε απ’ εκεί τα πράγματα.  Πιάσαμε την ράχη που ήταν εντυπωσιακά όμορφη.  Σε λίγο  η κλίση άρχισε να μεγαλώνει και γίναμε περισσότερο προσεκτικοί.  Το χιόνι ήταν καλό και τα γκραμπόν «δούλευαν».  Περάσαμε ένα απότομο «ζωνάρι».  Ασφαλίζοντας ο ένας τον άλλο, με τον προπορευόμενο να ανοίγει βήματα, καλύψαμε κάμποσα κάθετα μέτρα.  Σε κάποια σημεία αυτοασφαλιστήκαμε σε προεξοχές βράχων και φτάσαμε στο στενό πέρασμα.

5
Στη κορφή του Πρ. Ηλία, ύψ. 2.404 μ.

Περάσαμε με προσοχή το στένεμα ανάμεσα από τα βραχάκια, κάνοντας  τα εύκολα δύσκολα, καθώς από  λάθος κίνηση  «βραχώθηκα» στα αριστερά μου, ενώ  στα δεξιά ήταν ομαλότερα.  Άφησα να περάσει ο Γιωργάκης μπροστά ασφαλίζοντάς τον.  Μετά το πέρασμα, το πεδίο είχε μεν κλίση αλλά ήταν ομαλό και τα κραμπόν ανέλαβαν να βοηθήσουν.

Πάνω στην πορεία, άρχισε το στομάχι μου να διαμαρτύρεται έντονα, με αποτέλεσμα να μην έχω δυνάμεις  να πάρω τα πόδια μου.  Στο σημείο που ήμασταν ήταν αδύνατο να σταθούμε για ένα κολατσιό και η μόνη λύση ήταν το πλάτωμα της κορφής.  Μέχρι εκεί έπρεπε να καλύψουμε μια απόσταση, που δεν ήταν μεγάλη αλλά τα πόδια δεν τράβαγαν.

4
κατάκορφα, μια γουλιά νερό..

Ο Γιωργάκης ανέλαβε να ανοίξει για δεύτερη φορά βήματα, μιας που εγώ τα είχα «παίξει» λιγάκι.  Όσο κερδίζαμε σε ύψος τόσο η κλίση γινότανε  ομαλότερη και αυτό μας φανέρωσε σε λίγο την κορφή.  Με την ανάσα κομμένη από κούραση και την ψυχή να λιγοψυχά, βγήκαμε κατάκορφα, στη κορφή του Προφήτη Ηλία, ύψους 2.405 μ.  Καρφώσαμε τα πιολέ και δέσαμε τα σακίδια και τα σώματά μας,  γιατί πολύ εύκολα θα μπορούσαμε να παραπατήσουμε και να βρεθούμε σε καμιά ρεματιά.

6
Ξαπόσταμα στη κορφή..

Η θέα ήταν ξεχωριστής ομορφιάς  λόγω του ύψους και της ώρας της ημέρας.  Ο ήλιος κατρακυλούσε γρήγορα, με το φως να διαπερνά χαμηλότερα απ τα σύννεφα, που και αυτά με τη σειρά τους είχαν ξαπλώσει πάνω στις κορφές.  Τόση ομορφιά δεν μπορούσα να την χωρέσω μέσα μου, τέτοια μεγαλοσύνη δεν μου ανήκε.  Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για να δω εάν ονειρεύομαι.  Δεν πίστευα ότι στεκόμουν πάνω εδώ.  Ξέχασα του στομαχιού τις φωνές, ξέχασα την κούραση, ξέχασα τον χρόνο, αλλά δεν ξέχασα τον παιδικό μου φίλο τον Κώστα, που περνούσε δύσκολες στιγμές.  Δεμένος με το σκοινί προχώρησα μέχρι την άκρη της κορφής, εκεί που κάτω απ τα πόδια μου ήταν σκεπασμένο στο χιόνι το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και προσευχήθηκα.  Με τη δύναμη που μου είχε απομείνει, έστρεψα  την σκέψη μου στον φίλο μου και ήταν σαν να βρεθήκαμε και πάλι μαζί, όπως παλιά,  ανάμεσα στα σύννεφα και τις ψηλές κορφές.  Η σκέψη μου βυθίστηκε στο απόλυτο κενό, εκεί που δεν υπήρχε πόνος, θλίψη και δυστυχία.  Μια γαλήνη κυριαρχούσε, εικόνες απαλές περνούσαν δίπλα μου και μου χαμογελούσαν.  Όλα γινόντουσαν μέσα σε μια υπέροχη σιωπή.

7
Κοιτάζοντας νότια, οι κορφές Σπανακάκι, Άγιος Γιώργης, και το δάσος Βασιλικής

 Φωνές άκουσα δίπλα μου και αισθάνθηκα κάποιον να με τραβάει. Τρόμαξα και πήγα να γείρω, όταν κατάλαβα ότι απ την άλλη άκρη του σκοινιού ήταν ο Γιωργάκης.  Έπρεπε να βιαστούμε, έπρεπε να κάνουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται γιατί το σκοτάδι δεν θ΄ αργούσε.  Είχαμε λιγότερο από δύο  ώρες φως και έπρεπε να προλάβουμε να πέσουμε χαμηλά.  Ρίξαμε βιαστικά μπουκιές στο στομάχι και όση ώρα γινόταν αυτό είπαμε να ακολουθήσουμε την κλασσική κατάβαση, που ήταν σημαδεμένη, ώστε και η νύχτα να μας έβρισκε να μην εμπόδιζε την κίνησή μας.

9
Κοιτάζοντας δυτικά, το Χαλασμένο βουνό (Σαράκα), ύψ. 2.204 μ.

Χαιρετήσαμε την κορφή και την πανδαισία χρωμάτων και εικόνων.  Πιάσαμε την ομαλή ραχούλα, αποφύγαμε το ρήγμα που η σχετική πινακίδα προειδοποιούσε και χωρίς αυτή πηγαίναμε κατευθείαν μέσα και κάναμε μια μικρή στάση στις «πόρτες» να χαιρετήσουμε τα χρώματα της δύσης.  Τα σημάδια ήταν πολύ καλά και αυτό μας ανακούφισε.  Συνεχίσαμε να χάνουμε ύψος βουλιαγμένοι στις εμπειρίες μας, αλλά δεν μπορούσαμε να χαλαρώσουμε διότι είχαμε δρόμο ακόμη μπροστά και η νύχτα έτρεχε.  Κάναμε μεγάλες τραβέρσες για να παρακάμψουμε ντουβάρια και να πέσουμε ομαλά στα πιο κάτω πλατό με τους μεταλλικούς στύλους να σηματοδοτούν την κατεύθυνση.

11
Κοιτάζοντας βόρεια, η Αθάνατη Ράχη ύψ. 2.182 μ.

 Είχαμε χάσει κάμποσο ύψος πια και το φως ολοένα και λιγόστευε.  Το μονοπάτι ήταν στα πόδια μας και είπαμε να βγάλουμε τα γκραμπόν.  Το κάναμε και αυτό και δεν αργήσαμε να βρεθούμε κολλημένοι σε παγωμένο στήθωμα!  Καταριόμασταν την ώρα και την στιγμή που είχαμε βγάλει τα γκραμπόνς και που θα έπρεπε να τα ξαναβάλουμε και πάλι.  Επιστρατεύσαμε όλες μας τις δυνάμεις και με προσοχή καλύψαμε τα λίγα μέτρα χωρίς αυτά, και ουφ! ξεκολλήσαμε.  Η πορεία μας ακολούθησε το μονοπάτι, που ολοένα έχανε ύψος και το σώμα μας έδειχνε πια σημάδια «ξεβιδώματος».

Πλησιάσαμε τα πρώτα έλατα και το χιόνι ήταν πολύ. Η πορεία  μας έγινε κουραστική καθώς χάσαμε την ευκολία της κατηφοριάς.  Με σφιγμένα τα δόντια, πιέσαμε  όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε τα βήματά μας, και φτάσαμε στο καταφύγιο την ώρα, που το σκοτάδι μας είχε πιάσει για τα καλά.  Μπορούσαμε να διανυκτερεύσουμε στο θολωτό του καταφυγίου, αλλά λόγω της κούρασης που κουβαλάγαμε και της ψυχικής ευφορίας της ανάβασης που είχαμε πετύχει, θεωρήσαμε λογικότερο να συνεχίσουμε χαμηλότερα, να βγούμε σε ξέχιονο!  Ονειρευόμασταν μία καλλίτερη βράδια, ανάλογη μιας τέτοιας ανάβασης.

Την πορεία μας μέσα απ’ το δάσος την αποκλείσαμε, διότι θα ήταν αρκετά δύσκολο να διαβάζουμε με τους φακούς κεφαλής τα σημάδια στα δένδρα.  Προτιμήσαμε  τη σιγουριά του δρόμου, πιστεύοντας ότι έστω και πιο αργά θα μας έβγαζε στα σίγουρα.  Σύντομα καταλάβαμε  ότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα.  Δρόμος δεν υπήρχε από το χιόνι και έπρεπε να βρίσκουμε σημάδια εδώ και εκεί για να πιστοποιούμε την ύπαρξη του δρόμου κάτω απ αυτό.   Το χιόνι μας έφτανε μέχρι το γόνατο και η κίνηση κουραστική.

Δύσκολη η κορφή αλλά τούτη η επιστροφή μέσα στην νύχτα δυσκολότερη.  Το πιο εύκολο  ήταν τώρα να χάσουμε τον δρόμο και αντί να βρεθούμε στον οικισμό της Ντόριζας να βγούμε στο Γύθειο!

Τα πράγματα ολοένα γινόντουσαν και πιο δύσκολα.  Απ την άλλη κατεύθυνση το σκοτάδι δεν άφηνε περιθώρια.  Κάτι τα σημάδια στα δένδρα που οδηγούσαν το διεθνές μονοπάτι Ε4 στην Παναγιά Γιάτρισσα, κάτι οι κλίσεις του δρόμου που έπρεπε να υπολογίζουμε, κάτι που δεν βρίσκαμε σημάδια και σταματούσαμε, είχαμε πέσει σε προβληματισμό.  Όταν φτάσαμε σε διχάλα, εκεί που έφευγε δρόμος δεξιά μας, τότε ήταν που τα χρειαστήκαμε.  Βάλαμε τα δυνατά μας, υπολογίσαμε νοητά, κατευθυνσιακά πού έπρεπε να κινηθούμε και συνεχίσαμε.  Σταματήσαμε κάμποσες φορές, μετρήσαμε τα αστέρια και την κίνηση μας προς τα βόρεια, κάναμε κάμποσες προσευχές και προχωρήσαμε ακόμη.  Τα πράγματα ήταν δύσκολα.  Η κίνησή μας γινόταν ανάμεσα σε έλατα και προσπαθούσαμε από το άνοιγμα που άφηναν να υπολογίσουμε την ύπαρξη δρόμου, άρα και την κατεύθυνσή του.  Προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε υπερυψωμένα χώματα στις άκρες του δρόμου,  χώματα που δεν τα είχε σκεπάσει το χιόνι, ίχνη από κάποιο όχημα.  Μάταια! Το χιόνι και η νύχτα είχαν συμμαχήσει για τα καλά.

Περάσαμε κάποιο σημείο που μας μπέρδεψε περισσότερο, διότι έκανε κάτι για αριστερά, απότομα.  Αφήσαμε πίσω μας μια λάκα με στάνες και καλοκαιρινές καλλιέργειες και συνεχίσαμε την πορεία μας.  Η πρώτη ανάσα ήταν όταν συναντήσαμε πινακίδα που οδηγούσε  στα δεξιά σε κάποιο χωριό.  Δυσκολευτήκαμε να την διαβάσουμε μέσα από σκάγια τουφεκιών, που είχε «φάει»,  αλλά υποθέσαμε ότι πάμε καλά.

Ο δρόμος ήταν ακόμη μακρύς αλλά κάτι «φώτιζε».  Σφίξαμε τα δόντια και διανύσαμε την απόσταση,  που μας χώριζε από το διάσελο.  Εάν όλα ήταν όπως τα είχαμε υπολογίσει και θέλαμε να είναι, μετά το διάσελο, ο δρόμος θα έπεφτε και θα μπορούσαμε να συνδεθούμε με τον γνώριμο χώρο της προηγούμενης μέρας.

Ευτυχώς, μέσα στη νύχτα, με τη βοήθεια των αστεριών, βρεθήκαμε να κατηφορίζουμε στο «γνώριμο» πεδίο.  Τα χιόνια λιγόστεψαν και ο δρόμος φάνηκε κανονικά.  Δεν άργησε να φανούν και τα πρώτα ξέχιονα κομμάτια.  Ανακούφιση.. Είχαμε καταφέρει να επανέλθουμε στη βάση μας, μετά από ώρα που βαδίζαμε στον δρόμο!

13
στο ξωκλήσι..

Η κούραση, μέσα από τα μουσκεμένα ρούχα μετατράπηκε σε ρίγη και το χαλάρωμα σε μαρτύριο.  Μετακινηθήκαμε  μέσα στη νύχτα  χαμηλότερα και δεν βλέπαμε την ώρα και την στιγμή να κατασκηνώσουμε.  Αν και πτώματα, αναζητήσαμε τούτη την ώρα κάτι καλλίτερο απ’ την προστασία του αντισκήνου μας, για την νύχτα.  Για καλή μας τύχη, πριν τον οικισμό Ντόριζα, δίπλα στον δρόμο, το λευκό χρώμα ενός ξωκλησιού, ήταν ό,τι καλλίτερο μπορούσαμε να ζητήσουμε.  Ανοίξαμε την πόρτα, αδειάσαμε τους σάκους με τα στεγνά ρούχα μέσα και αλλάξαμε.  Με το φως των κεριών και συντροφιά τις επιβλητικές μαρτυρίες των εικόνων γευματίσαμε με δυσκολία.   Ολόγυρα λίγες καρέκλες, ένα τραπέζι, η σκούπα και οι φλοκάτες για στρωσίδια.  Η ώρα ήταν μόλις 2200, αλλά ο χρόνος είχε  σταματήσει, τώρα πια δεν είχε νόημα.  Έξω και μέσα από το ξωκλήσι όλα έδειχναν ήρεμα και φυσικά.

Μέσα στη ζεστασιά του υπνόσακου, η κούραση ήταν τέτοια, που δεν μπορούσαμε να ξεκουραστούμε.  Ο Γιωργάκης μουρμούρισε δίπλα μου:  «Τα πιέσαμε τα πράγματα σήμερα.  Τελικά είμαστε πολύ τυχεροί…  Θα μπορούσαμε να είμαστε ακόμη εκεί πάνω»!

Το φως απ το αναμμένο φυτίλι στη καντήλα, πάνω απ την αγιογραφία Κωνσταντίνου & Ελένης τρεμόπαιξε, σημάδι ότι τέλειωνε το λάδι του…

Τάκης Ντάσιος, 1995

Παραπομπές

(1) «Ταΰγετος, 2.405 μ., πολύ μεγάλο βουνό, το ψηλότερο της Πελοποννήσου, με όψη οροσειράς, στα σύνορα των Ν. Λακωνίας και Μεσσηνίας.  Έχει μεγάλα και ωραιότατα δάση με έλατα και ρόμπολα.  Από τον Ταϋγετο πηγάζουν ο Ευρώτας ποταμός που χύνεται στο Λακωνικό κόλπο και ο Νέδας ποταμός που χύνεται στο Μεσσηνιακό κόλπο.  Τον Ταϋγετο αυλακώνουν πολλοί χείμαρροι οι οποίοι σχηματίζουν μεγάλες χαράδρες με πιο ονομαστές του Βυρού, της Κοσκάρακας, του Νέδα και της Λαγκάδας.  Η χαράδρα του Βυρού μήκους 20 χιλ. εφάμιλλη σε αγριότητα με το φαράγγι του Βίκου στην Ήπειρο, αρχίζει από την κορυφή σχεδόν της Μαυροβούνας και φτάνει μέχρι την Καρδαμύλη.  Το πέρασμά της αδύνατο σχεδόν γιατί τα παλιά μονοπάτια έχουν κλείσει από την οργιώδη βλάστηση.  Πολύ εντυπωσιακή είναι και η χαράδρα που αρχίζει από τη Λαγκάδα και φτάνει μέχρι το χωριό Τρύπη, που είναι δίπλα στο δρόμο Σπάρτης –Καλαμάτας.  Η ψηλότερη κορφή του είναι ο Προφήτης Ηλίας, όπου και ομώνυμο εκκλησάκι.  Άλλες ψηλές κορφές είναι: Αθάνατη Ράχη ή Ομορφοξάγνατο 2.369 μ. Μαρμαρόκαστρο 2.228 μ., Μαυροβούνα ή Βασιλική 1.908 μ., Νεραϊδοβούνα 2.025 μ., Χαλασμένο Βουνό 2.204 μ.   Στη θέση Βαρβάρα, υψ. 1.600 μ. 0300ω. περίπου από τον οικισμό Ντόριτσα (Τόριζα) της Παλαιοπαναγιάς, υπάρχει καταφύγιο, που διαθέτει 25 κρεβάτια.  Πληροφορίες ΕΟΣ Σπάρτης τηλ. 27310-22574.  Από το καταφύγιο στην κορυφή του Ταϋγέτου σε 0200ω. περίπου.  Η διαδρομή Ντόριτσα (Τόριζα)–καταφύγιο –κορυφή Προφήτης Ηλίας είναι σημαδεμένη.  Αναβάσεις μπορούν να γίνουν και από άλλα χωριά του Ν. Λακωνίας και Μεσσηνίας»  (Νέζη Νίκου 1979:37-8)  Σημείωση για περισσότερα και αναλυτικότερα σχετικά με τον ορεινό όγκο του Ταΰγετου βλέπε Νέζη Νίκου2010: 102-6)

Διαδρομή μας: Διανυκτέρευση στις Πηγές Μαγγανιάρη.  Την επομένη ανάβαση στο καταφύγιο του ΕΟΣ Σπάρτης, τοποθεσία Βαρβάρα, ύψ. 1.600 μ. κατευθείαν επάνω στην ψηλότερη κορφή, Προφ. Ηλίας 2.405 μ..  Επιστροφή από τη σημαδεμένη διαδρομή μέσω Πόρτες ΠλάκεςΛακκώματα  στο καταφύγιο αρχικά και, ακολουθώντας τον χωματόδρομο, μέσω τοποθεσίας Μαγγανιάρη, στο ξωκλήσι, υψ. 950 μ. (διανυκτέρευση) πριν τον κόμβο Πολιάνα – Τόριζα.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Χαϊδεμένου Χ. Ηλία1977: Η άγνωστη Μάνη, έκδοση Β΄, Αθήναι

Σατωμπριάν1979: Οδοιπορικό, η Ελλάδα του 1806, από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ, μτφρ. Ανδρέα Καραντώνη, σειρά: Κλασσική λογοτεχνία Νο 8, σ.57 —81, εκδ. Δωδώνη

Νέζη Νίκου1979: τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα

Alta Ann Parkins1979: Εικόνες της Μάνης, 1η έκδοση 1971, εκδ. Γ.Κ. Ελευθερουδάκης Α.Ε., Αθήνα

Σφήκα Γιώργου1980: Τα βουνά της Ελλάδας, σειρά Ελληνική φύση, Αθήνα

Παναγιωτούνη Ν. Πάνου1981: Ο Ταϋγετος στο έργο του Νικηφόρου Βρεττάκου, εκδ. «Δωδεκάτη ώρα», Αθήνα

Αδαμακόπουλου Τρ., Ματσούκα Π.. Χατζηρβασάνη Β.1988: Τα βουνά του Μωριά, σειρά: οδηγός για τα Ελληνικά βουνά, εκδ. Πιτσιλός, Αθήνα

Γεωργιάδη Βασίλη(Επιμ.)1992: Πρακτικά Α’ Ορειβατικού Συνεδρίου, Σπάρτη 19-20 Ιουλίου 1991, έκδ. Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου Σπάρτης

Τσίπηρα Κώστα1992: στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, σειρά: πεζοπορία – ορειβασία, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη

Πελοπόννησος, 1: 250.000 Κλίμακας, No 5, εκδ. ROAD EDITIONS

Ρήγα Αναστάσιου1995: Ορεινές διαδρομές Πελοποννήσου Ε4 Ευρωπαϊκό μονοπάτι μεγάλων διαδρομών, έκδ. Ε.Ο.Ο.Σ.

Τσίπηρα Κώστα1997: στα Ελληνικά βουνά, (Γ’ μέρος), 50+1 άγνωστες πεζοπορικές και ορειβατικές διαδρομές, σειρά: πεζοπορία – ορειβασία, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη

Explorer2003: Τα βουνά της Ελλάδας, πεζοπορικές διαδρομές στην Ηπειρωτική Ελλάδα,

Ντρενογιάννη Γιάννη(Επιμ.)2003: Η Ελλάδα σε 40+1 χάρτες (Καλαμάτα, Πύλος, Γύθειο, Αρεόπολη) Νο 27, Χαρτεκδοτική Ελλάδος

Ντρενογιάννη Γιάννη(Επιμ.)2003: Η Ελλάδα σε 40+1 χάρτες ( Σπάρτη, Νεάπολη, Μονεμβασία, Κύθηρα) Νο 28+29, Χαρτεκδοτική Ελλάδος

Τσίπηρα Στεφ. Κώστα2007: Χάρτινα ταξίδια, εκδόσεις Κέδρος

Γεωφυσικός & τουριστικός χάρτης: Ταϋγετος, Οδηγός πεδίου (Σπάρτη, Μυστράς, Ξηροκάμπι, διαδρομές μονοπάτια) κλίμακας 1: 25.000, εκδ, Ανάβαση

Οδικός και περιηγητικός Άτλας2009: Πελοπόννησος, κλίμακας 1:50.000 εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Νέζη Νίκου 2010: Τα Ελληνικά βουνά, γεωγραφική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 2, Ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη), έκδ. Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας Αναρρίχησης, Κληροδότημα Αθ. Λευκαδίτη

Advertisements

One thought on “Στην χειμωνιάτικη ανάβαση στον Προφήτη Ηλία του Ταϋγέτου, υπάρχει και η επιστροφή..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s