H αποτυχία μας χειμερινής ανάβασης και το κέρδος της βραδιάς που ακολούθησε

Όλα ήταν υπολογισμένα σωστά, τα υλικά στα πόδια μας, ο καιρός σκανδαλιστικά μοναδικά μαζί μας για τέτοια εποχή – καρδιά χειμώνα – η διάθεση υψηλή, οι κορφές του Ερύμανθου (1) ολόγυρα να προκαλούν και να λαμπυρίζουν βουτηγμένες στο χιόνι και  μέσα στην κοιλάδα του ποταμού Σελινούντα να επικρατεί μυστηριακή ησυχία.

1
Απ το δρόμο Καλάβρυτα –Χαλανδρίτσα

Τα αεροπλάνα που πετούσαν πάνω από το κεφάλι μας ήταν πολύ ψηλά για να τα προσέξουμε και να χαλάσουν την ατμόσφαιρα.  Έπρεπε να σηκώσουμε  το κεφάλι ψηλά, στον βαθύ μπλε ουρανό, για να τα δούμε, όταν το πολύ άσπρο του χιονιού μας είχε κουράσει. Ήταν τότε, που η  ματιά μας κατέγραφε τη μεγάλη άσπρη γραμμή που άφηναν πίσω τους, που πιστοποιούσε ότι ο καιρός ήταν μαζί μας τουλάχιστον για το επόμενο εικοσιτετράωρο.  Κάποια στιγμή μάλιστα αφεθήκαμε να τα χαζεύουμε.  Ήμασταν ανάμεσα σε δύο αεροδιαδρόμους.  Αυτά που πήγαιναν προς την πρωτεύουσα και περνούσαν νοητά πάνω από τον Ερύμανθο και αυτά πού έφευγαν από κει και περνούσαν πάνω από τον Κορινθιακό για να οδηγηθούν δυτικά.  Γραμμές απ εδώ, γραμμές απ εκεί, μας είχαν ζώσει και ο ουρανός έδειχνε μια τεράστια πίστα χιονιού με τους σκιέρ να γλιστρούν πάνω κάτω.

2
Οι κορφές Τρεις Γυναίκες, Καλλιφώνι

Εκτιμήσαμε την κορφή Καλλιφώνι (2)  και το ύψος της, «μετρήσαμε» το χιόνι της και την απόσταση που μας χώριζε από αυτήν και είπαμε να κάνουμε κατά κει, μέρα μεσημέρι.  Φορτωθήκαμε τα σακίδια και πήραμε το δασικό δρόμο που ανηφόριζε έως το Λεχουριώτικο διάσελο, όπως μας είχαν συμβουλέψει δυο βοσκόπουλα χαμηλότερα στην κοιλάδα.

3
Οι κορφές Τρεις Γυναίκες, Καλλιφώνι, Μουγγίλα Ερυμάνθου

Ήταν εκεί πού σταματήσαμε για να ζητήσουμε πληροφορίες   Μας έδειξαν τον «φρέσκο» δρόμο, που είχαν ανοίξει μόλις πέρυσι, αυτόν που ένωσε την Άνω Βλασία με το χωριό Λεχούρι (3) απ την άλλη μεριά.  Μας έδειξαν τα χαρακτηριστικά βράχια που θα μπορούσαμε να αφήσουμε εκεί τον δρόμο και να ακολουθήσουμε το μονοπάτι στα ριζά τους για να βγούμε γρηγορότερα στη ράχη, γλιτώνοντας τον κύκλο.

Πάνω εκεί ρώτησα εάν ο δρόμος περνάει για τις Τρεις γυναίκες  και το ένα βοσκόπουλο χαμογέλασε.  Δίστασε να απαντήσει και κοίταξε το άλλο.  Μέχρι να καταλάβουν τι ζητούσα, βιάστηκα να δώσω εξηγήσεις ότι έψαχνα την κορφή από πίσω που λέγεται Τρεις γυναίκες και ότι.. δεν έχουμε γυναίκες μαζί.  Τότε τα βοσκόπουλα ξαναγύρισαν στα συγκαλά τους.  «Δεν το ξέρουμε το μέρος από πίσω.  Εμείς κινιόμαστε  εδώ από πάνω»…

-Θέλει καμιά δυο ώρες μέχρι την κορφή; ρώτησε ο συνορειβάτης μου και τα βοσκόπουλα κούνησαν το κεφάλι τους.

4
Οικ. Άνω Βλασσία (Βλασιά) Αχαϊας

Αυτά τα είχαμε όμως πια αφήσει πίσω, καθώς είχαμε αρχίσει να βαδίζουμε στο δρόμο για τα ψηλά.  Βέβαια κάτι δεν μας πήγαινε και πολύ καλά, καθώς το χιόνι ήταν μπόλικο και πολύ μαλακό.  Νωρίς άρχισαν τα ξεφυσήματα και τα μουρμουρητά.  Ο ήλιος να καίει πάνω στα κεφάλια μας, τα έλατα να μην σαλεύουν καθόλου, τα πουλιά να έχουν πάθει «αφωνία» από το δυνατό ήλιο και να προσπαθούν να βολευτούν στα σκιερά, γιατί μέσα στο καταχείμωνο τούτος ο καιρός ήταν απάτη.  Είχαν παραβιαστεί οι νόμοι της φύσης.

Εμείς όμως δεν μπορούσαμε να ξεπεράσουμε τα δικά μας όρια.  Το χιόνι είχε στήσει παιχνίδι.  Η ώρα περνούσε και εμείς  συνεχίζαμε να βαδίζουμε μη λέγοντας να πάρουμε κάποιο ύψος.  Πηγαίναμε-πηγαίναμε και όλο στο ίδιο σημείο βρισκόμασταν.  Ο δρόμος είχε καταντήσει βασανιστικός. Όλο το διάσελο βλέπαμε και στο διάσελο δεν φτάναμε.  Κάναμε να σηκώσουμε το κεφάλι ψηλά και να αγνοήσουμε τη φοβέρα του δυνατού ήλιου και παντού  χιονισμένες κορφές.  Από δω κορφές, μπροστά κορφές και τελειωμό δεν είχαν.

Συνεχίζαμε να περπατάμε και για να σπάσουμε την κούραση και την μονοτονία του ήχου μας, βαλθήκαμε να συζητάμε  για τα δικά μας.

7
Στάνες και πίσω ο όγκος Καλλιφώνι, ύψ. 1.998 μ

Διαλέγαμε τα σκιερά και πάνω που κάναμε κάνα-δύο βήματα στον «αφρό» και λέγαμε ότι κάτι γίνεται, πάλι χωνόμασταν μέχρι το γόνατο στο χιόνι.  Ο ένας μπροστά και ο άλλος από πίσω να εκμεταλλεύεται τις πατημασιές του πρώτου.  Ο πρώτος να αγκομαχά και ο δεύτερος να δίνει κουράγιο.  Κάθε τόσο  σταματούσαμε  για να πάρουμε ανάσα.  Οι ώρες περνούσαν και το διάσελο να μην λέει να φανεί.  Είχαμε αρχίσει να βγαίνουμε «εκτός» από πλευράς χρόνου.  Δεν θέλαμε πολύ για να μας πιάσει η νύχτα στο διάσελο και δεν είχαμε ακόμη καταλήξει για τη διανυκτέρευση.

Άρχισαν  τα πρώτα ακουστά μουρμουρητά, για την πορεία μας και για το αβέβαιο αποτέλεσμα να βγούμε στην κορφή του Καλλιφωνίου.   «Προχώρα και βλέπουμε» ήταν ο αντίλογος, αλλά δεν έπειθε.  «Προχώρα για να προχωράμε, δεν έχει και μεγάλη σημασία το τέρμα της διαδρομής… και να νυχτώσουμε, θα έχουμε ωραίο φεγγάρι και από τον δρόμο μπορούμε να χαμηλώσουμε εύκολα».

«Έχεις πάρει τον φακό;» ρώτησε ξανά ο συνορειβάτης μου.  «Τον έχω» απάντησα, ενώ αγκομαχούσα να σηκώσω το πόδι από το βάθος του χιονιού.  Μια το ένα, μία το άλλο, το όλο σύστημά μου έδειχνε ξεχαρβαλωμένο κάρο.

Φτάσαμε επιτέλους στην χαρακτηριστική στροφή που μας είχαν μιλήσει τα βοσκόπουλα.  Ο δρόμος έφευγε δεξιά κάνοντας κύκλο για να βγει στο διάσελο και εμείς έπρεπε να φύγουμε αριστερά μέσα στην ρεματιά.  Ψάξαμε από εδώ και από κει πουθενά μονοπάτι.  Με τέτοιο χιόνι δεν ήταν δυνατό να φανεί και μετά, άμα μπαίναμε στο δάσος, δεν ήταν εύκολη η πορεία σε τέτοιο πεδίο.  Εγκαταλείψαμε τη σκέψη για να κόψουμε δρόμο από το μονοπάτι, αφού μονοπάτι δεν βρίσκονταν και συνεχίσαμε χωρίς όρεξη απ το δρόμο.

Πήραμε λίγο ύψος ακόμη και κοιτάζοντας το altimeter είδα ότι ήμασταν μόνον στα 1.45Ο μέτρα.  Περπατούσαμε τρεις ώρες και ήμασταν ακόμη τόσο χαμηλά!  Η κορυφή ήταν 2.ΟΟΟ μέτρα περίπου και με τα δεδομένα που είχαμε, θα φτάναμε κατά το  σούρουπο.  Έπρεπε να λάβουμε υπ όψη μας την επιστροφή και την κούραση που θα είχαμε φορτωθεί  μέχρι να χάσουμε το ύψος, που θα είχαμε πάρει.  Τί θα είχαμε αφήσει για τον ερχομό της νύχτας;

Έπρεπε να ζυγίσουμε τα δεδομένα και να πάρουμε μια απόφαση.  Ήταν η στιγμή, που η κάθε απόφαση που θα παίρναμε θα είχε να κάνει και με την συνέχεια της πορείας μας.

Θέλαμε νυχτοπερπατήματα στο χιόνι συντροφιά με το φεγγαρόφωτο και  κούραση  ή θέλαμε κατασκήνωση και στεγνό έδαφος, με τη φωτιά να συναγωνίζεται την φλόγα του ολόγιομου φεγγαριού;

5
Στάνες στα ψηλώματα..

Αποφασίσαμε να πούμε την άποψή μας ο καθένας, να ακουστεί από το ύψος αυτό που είχαμε φτάσει και ας αφήναμε τα υπόλοιπα να πάρουν τον δρόμο τους.  Διαλέξαμε και τις δύο προοπτικές και επειδή ήμασταν δύο δεν λυνόταν το πρόβλημα.  Συνεχίσαμε να κάνουμε λίγα βήματα προς το διάσελο που είχε αρχίσει να φαίνεται από το σημείο που ήμασταν, αλλά αυτό δεν έλεγε πια τίποτα.  Ξαναείπαμε την προσωπική άποψη ο καθένας μας και αυτήν την φορά βάλαμε και επιχειρήματα δυνατότερα.  Το φεγγάρι ήταν μέσα σ όλα, η ποιότητα του χιονιού αποτελούσε ένα μυστήριο αν θα άλλαζε καθώς θα έπεφτε το φως, αλλά κείνο που έμενε αναπάντητο ήταν η κούραση  και το πώς θα ήμασταν τα μεσάνυχτα..  «Κοντά στα μεσάνυχτα να ροβολάμε για κάτω;  Θα είμαστε σωστά φαντάσματα»!

«Το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας το σκέφτεσαι;». «Μπορούμε να επιχειρήσουμε ξανά για την κορφή  φεύγοντας πολύ πρωί και περισσότερο προσαρμοσμένοι στο πεδίο».

Κοίταξα άλλη μια φορά κατά το διάσελο, κοίταξα άλλη μια φορά κατά την κορυφή του Καλλιφωνίου και γύρισα την πλάτη σ’ αυτή.

Πήραμε την κατηφόρα χρησιμοποιώντας τις πατημασιές μας, που δεν βοηθούσαν και πολύ διότι το χιόνι είχε γίνει περισσότερο «σούπα» και έτσι δεν άλλαξε και πολύ απ’ το σκηνικό της ανηφόρας.  Χαμηλώναμε σιγά-σιγά και η κούραση είχε κάνει την εμφάνισή της.  Ήμασταν πάνω-κάτω κάμποσες ώρες να βουτηγμένοι στο μαλακό χιόνι.  Ήταν όλα υπέροχα, αλλά ο υπέροχος καιρός έκανε το χιόνι ακατάλληλο για τα σχέδιά μας.  Για άλλη μια φορά θέλαμε να παίξουμε με τους δικούς μας κανόνες σε ξένο χωράφι.

6
Η κορφή Αγία Αναστασία

Όταν πατήσαμε ξέχιονο έδαφος ήταν σαν να είχαμε πατήσει… την κορυφή!   Η μέρα κρατούσε ακόμη.   Ριχτήκαμε στην δουλειά μιας και είχαμε απόθεμα δυνάμεων.  Ο ένας να στήσει το αντίσκηνο και ο άλλος να ξαμοληθεί να μαζέψει ξύλα για τη φωτιά.  Το μέρος ήταν όμορφο αφού έκανε ένα μπαλκόνι απ το οποίο μπορούσες να αγναντεύεις ολόκληρη την κοιλάδα του ποταμού Σελινούντα μέχρι το Παναχαϊκό και γύρο χιονισμένες κορφές.  Όλα τα είχαμε γύρω μας, μόνον την πατημασιά μας στην κορφή Καλλιφώνι δεν είχαμε, αλλά το κέφι ξαναγύρισε μέσα μας, καθώς οι κορφές στον κυρίως όγκο του Ερύμανθου μάς είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον.  Είχαμε αρχίσει κιόλας να σκεφτόμαστε  πια απ αυτές θα διαλέγαμε για την επόμενη μέρα.

Μέχρι να στηθεί το αντίσκηνο, μέχρι να αρχίσει η προετοιμασία για ένα ζεστό πρώτο ρόφημα, η διαδικασία για την επιχείρηση φωτιά είχε μπει μπροστά.  Ήταν πολύ σημαντικό αυτό γιατί δεν μπορούσες να ξεγελαστείς με την καλοκαιρία που επικρατούσε.  Μόλις έπεσε για τα καλά το φως, μέσα στην κοιλάδα η υγρασία περόνιαζε το σώμα και ήταν αδύνατη η παραμονή μας έξω απ το αντίσκηνο.

Όλα ήταν κιόλας μούσκεμα, και παρ’ όλο που επικρατούσε απόλυτη άπνοια, η υγρασία τάδινε όλα.   Στην άκρη του μπαλκονιού στήσαμε δυο σειρές από πέτρες μεγάλες και σχηματίσαμε την φωτιά ‘του κυνηγού!!  Ξεκινήσαμε με λίγα ξερά φυλλαράκια μετά μεγαλύτερα κλαδάκια και δεν άργησε να σχηματιστεί μια πρώτη φωτεινή εστία.  Αυτή ήταν η αρχή.  Ακολούθησαν  κάμποσες προσπάθειες γιατί η φωτιά δεν ήθελε, αλλά εμείς επιμείναμε.  Μπορεί να είχαμε εγκαταλείψει την κορυφή αλλά εδώ εκ του ασφαλούς έπρεπε να ετοιμάσουμε τον ερχομό της νύχτας και να περιμένουμε την εμφάνιση του ολόγιομου φεγγαριού.  Τα δώσαμε όλα για να γίνει η  σπίθα φωτιά.  Με τα  μεγαλύτερα ξυλάκια ήταν όλα πιο βολικά.  Ακολούθησαν τα ακόμα μεγαλύτερα και πιο πίσω τα κούτσουρα, που περίμεναν για το πανηγύρι.

8
Η «μυτερή κορυφή», Αγία Αναστασία, ύψ. 1.697 μ.

Η φωτιά σπίθισε μέσα στο δειλινό, τη στιγμή που τα χρώματα της δύσης χάνονταν και άφηναν τη θέση τους στον ερχομό της νύχτας.  Οι γύρω κορφές κρατούσαν ακόμη φως και το Καλλιφώνι έδειχνε τη μεγαλοπρέπειά του ντυμένο στα χρυσά.  Για μια στιγμή σκέφθηκα την ανάβασή μας σ αυτό και το λαχτάρησα.  «Το κάθε τι έχει την ομορφιά του και δεν μπορώ να τα έχω όλα» σκέφθηκα.  Δίπλα στη φωτιά που όλο και δυνάμωνε, άφησα την ματιά μου να χαϊδεύει τις ολόχρυσες κορφές, που συναγωνιζόντουσαν σε ομορφιά η μια την άλλη.  Το μακρινό Παναχαϊκό, που το είχαμε γνωρίσει άλλες εποχές, τώρα φάνταζε μαγικό.  Ήταν το τελευταίο φως της ημέρας που, φεύγοντας, άφηνε πίσω του την καλλίτερή του χρωματική πινελιά.

Βρήκαμε δυο ξεχωριστές πέτρες που αποτέλεσαν το κάθισμά μας δίπλα στη φωτιά και τούτη τη φορά δείχναμε να έχουμε ενεργήσει ανάλογα με τους κανόνες που όριζε ο τόπος.

Η νύχτα μας βρήκε καθισμένους  γύρω απ την φωτιά που μας ζέσταινε και συγχρόνως μας έδινε μια αίσθηση  γαλήνης.  Μπορούσαμε να καθόμαστε έξω, στην ύπαιθρο, καταχείμωνο και να απολαμβάνουμε την ομορφιά της φύσης.

10
Σκαρφαλώνοντας..

Μετά από τις χρυσαφένιες χιονισμένες κορφές,  που σε πείσμα της νύχτας κρατούσαν παράξενα φως, η νύχτα, καθώς έπεσε, επέβαλε τους δικούς της κανόνες.  Τώρα το κέντρο της φύσης ήταν τούτη η φωτιά που έκαιγε δυνατά ανάμεσά μας.  Αν οι κορφές είχαν «κλέψει» το φως και δεν έλεγαν να το αφήσουν, τούτη η φωτιά με τις σπίθες παρακαλούσε να την κάνουμε ακόμη πιο δυνατή.  Τα ξύλα που «έπεσαν» ήταν απλά δοσμένα για να κρατήσουν τη φλόγα δυνατή.  Την ησυχία της νύχτας σεβάστηκαν όλα τα πτερωτά του δάσους, που είχαν βολευτεί στη βραδινή τους φωλιά.  Το νερό του ποταμού ακούγονταν αλλά ο ήχος της φωτιάς δεν μπορούσε  να του  θυμώσει  γι αυτό.

Σήμερα μια τέτοια μέρα, στην καρδιά του χειμώνα, ίσως όλα να δικαιολογιόντουσαν, και εμείς λαθρεπιβάτες μπορούσαμε να χαιρόμαστε.  Η φωτιά σπίθισε, έτριξε, έγλυψε και ψήλωσε στον ουρανό.  Σπίθες  που δεν κρατιόντουσαν ξεπήδησαν για να πάνε να συναντήσουν ψηλά τις άπειρες αστροφεγγιές.  Γιορτή κάτω, γιορτή και  πάνω..

Στο στερέωμα του ουρανού τούτη τη νύχτα ήταν αμέτρητοι οι καλεσμένοι.  Δεν ήξερες πού να πρωτοκοιτάξεις και σε ποιόν αστερισμό να κρατήσεις τη ματιά σου.  Ο πρίγκιπας Ωρίων, με τη στολή του και το σπαθί του  δέσποζε στα νότια του στερεώματος, απέναντι από τον πολικό αστέρα και την εντυπωσιακή Μεγάλη Άρκτο.  Ανάμεσα τους αμέτρητοι αστερισμοί και ένας ουράνιος ποταμός, ο Γαλαξίας να προσπαθεί να πνίξει τη συγκέντρωση.

Ολούθε η σιωπή της νύχτας που είχε τους κανόνες της.  Εκεί που δεν ακούγονταν τίποτα, όλο και κάτι ξέφευγε.  Θες κάποια παραφωνία στη ροή του ποταμού, θες το θρόισμα στο γειτονικό έλατο, σημάδι ότι το πουλί γύρισε πλευρό, θες ο ήχος του γκιώνη, θες και η παράταιρη παρουσία ενός αεροπλάνου που απρόσεκτα διέκοψε τη γιορτή.  Ακόμη και η υγρασία υποχώρησε και άφησε στη θέση της ένα γλυκό κάψιμο να μας τσουρουφλίζει.

Ήταν ο ήλιος της ημέρας πριν ώρες και τώρα ερχόταν να προστεθεί και αυτός της θερμής φλόγας..

Ακολούθησε το φαγητό με λιτές κινήσεις, αλλά πλούσιο σε περιεχόμενο.

Η νύχτα θέλει φαγητό και το βουνό ποδάρια..

Η φλόγα είδε και αποείδε ότι δεν μπορεί να ελευθερωθεί από τη συντροφιά μας και βάλθηκε να κάνει θράκα.  Ρίξαμε και τις πατάτες στην χόβολη και τελειώσαμε με το πρώτο πιάτο.  Μετά από την προσπάθεια της ημέρας, τούτες οι ώρες ήταν βάλσαμο.  Όλη η ομορφιά του τόπου, είχε τη δυνατότητα τώρα, μετά από το τρέξιμο όλης της ημέρας, να καθίσει αναπαυτικά πάνω μας και εμείς της το επιτρέψαμε.

Πολλές φορές στοχεύουμε πράγματα που φαίνονται υψηλά και σπουδαία ενώ την ίδια στιγμή χάνουμε το περιεχόμενο της ουσίας. Τούτες οι στιγμές ανάπαυλας, κάπου στο βάθος της κοιλάδας δεν υστερούσαν απ αυτές της κατάκτησης μιας  κορφής.  Εάν η ψηλή κορφή δεν μας «κάθισε», μας πρόσφερε μια βραδιά αλλιώτικη, γεμάτη ομορφιά, και μυσταγωγία.

Δεν έχει προσπάθεια κατάκτησης και αυτή η σχέση; Το άναμμα της φωτιάς;  Η ετοιμασία ενός φαγητού με λιτά μέσα; Η αποκρυπτογράφηση των ήχων; Η συντροφιά της νύχτας; Η παράδοση σ αυτή;

Οι πατάτες δεν άργησαν να γίνουν.  Τις βουτυρώσαμε, τις αλατίσαμε κι έγιναν γλύκισμα.  Με το «γλυκό» νάσου και ο ερχομός του φεγγαριού.  Τόση ώρα καρτέρι, τόση ώρα να  βλέπουμε το φως του στις απέναντι πλαγιές, τόση ώρα ανυπομονησίας, τόση ώρα προσπάθειας της νύχτας να σκεπάσει το «φως» των χιονισμένων κορφών, μάταια.  Δεν είχε χαθεί για τα καλά το φως της ημέρας, που κρατούσαν οι κορφές και από την ανατολή έκανε την εμφάνιση του ολόγιομο φεγγάρι.

Ήταν η ώρα  που δεν μας κρατούσε άλλο η ζέστη της φωτιάς.  Είχαμε πάρει πολύ, τώρα θέλαμε να υποδεχτούμε τον ερχομό τού φεγγαριού και γι αυτό βηματίσαμε μέσα στη νύχτα κατά την μεριά του, λες και πηγαίναμε να το προϋπαντήσουμε.  Μάταια!  Λάθος δρομολόγιο είχαμε διαλέξει.  Όσο πηγαίναμε προς αυτό τόσο αυτό δεν έλεγε να φανεί, αφού το Καλλιφώνι  το έκρυβε.  Γυρίσαμε πίσω και καθίσαμε στο αγνάντι, περιμένοντας να κάνει αυτό την πρώτη κίνηση.  Ο τόπος φώτισε για τα καλά, προηγήθηκε η αυλή του και πάνω στην ώρα σκαπέτησε από την χιονισμένη ράχη, κάνοντας τον τόπο μέρα.  Τούτο το φως, τα ξαναζωντάνεψε όλα, οι κορφές γέμισαν φως, τα πουλιά άρχισαν τις φωνές και η φωτιά χλόμιασε.

Μια νύχτα με «φως» ημέρας, μια παρουσία που άλλαξε το σκηνικό του τόπου, μια ψευδαίσθηση, μια άλλη διάσταση στον χώρο.  Ακόμη και η απεραντοσύνη του στερεώματος με τους άπειρους αστερισμούς έσβησε, αφήνοντας ψηλά στον ουρανό, τη δύναμη μιας Μεγάλης Άρκτου και ενός Ωρίωνα.  Γυρίσαμε απ τη αναγνωριστική βόλτα στον κύκλο της φωτιάς και λουφάξαμε αποσβολωμένοι.

Στο φως του φεγγαριού είχαμε τη δυνατότητα να περιεργαστούμε τώρα τις γύρω κορφές.  Μια καλλίτερη ματιά, αυτή που μας έδινε η παραμονή μας στον χώρο, έπεσε πάνω στην «μυτερή κορφή» (4), που χωρίς να έχει το ύψος του Καλλιφωνίου, εντούτοις μας «αιχμαλώτισε».  Μιλάγαμε και ξαναμιλάγαμε όλο γι αυτήν.  Όσο προχωρούσε η νύχτα μας εύρισκε να συμφωνούμε για τον επόμενο στόχο, την κορφή που θα επιχειρούσαμε το πρωί.  Ήταν απόλυτη η συμφωνία μας,  στο τέλος της ημέρας, καθώς είχαμε δώσει τον χρόνο στον εαυτό μας να πάρει ανάσα.

Η νυχτερινή εγκατάστασή μας είχε παίξει καταλυτικό ρόλο πάνω μας και το μέλωμα αυτής ήταν η  ομόφωνη απόφασής μας.

9
Κοιτάζοντας δυτικά οι ψηλές κορφές του Ερύμανθου

Μια ακόμη ζεστή κούπα τσαγιού, μας ξαναγύρισε στην πραγματικότητα, γιατί είχαμε ξεχαστεί για τα καλά.  Η δύναμη της φωτιάς έπεσε και γι αυτό δεν έφταιγε το φως του φεγγαριού.  Αφήσαμε τα τελευταία ξύλα να γίνουν θράκα  και τα σκεπάσαμε με πέτρες.  Η νύχτα είχε προχωρήσει και αν αφηνόμασταν μπορούσε να μας βρει η μέρα.  Συρθήκαμε για το αντίσκηνο.  Είχαμε χορτάσει από γεύσεις και από τα μυστικά μηνύματα της νύχτας.  Ρίξαμε μια τελευταία ματιά ολόγυρα, χαιρετήσαμε το φως του φεγγαριού, που μας «άνοιξε» τα μάτια και κρατήσαμε στην σκέψη μας την αυριανή κορφή.

Η γαλήνη και η πληρότητα είχαν καθίσει πάνω μας, καθώς μπορούσαμε τώρα να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε την αυριανή κορφή και μέσα απ το αντίσκηνο.  Είχαμε πάρει τόσο φως μέσα μας, είχαμε γεμίσει με τόσες κορφές, που η αυριανή έμοιαζε να είναι  απλά μια αποφασιστική δρασκελιά, ένα ακόμη κάλεσμα. Τούτη η μυτερή κορφή ήταν πραγματικότητα, την είχαμε δει με το φως της ημέρας, την είδαμε και με το φως της νύχτας.  Ήταν εκεί, ήταν για μας, απλά για το Καλλιφώνι δεν τόχαμε υπολογίσει σωστά!

Τάκης Ντάσιος, 1994

Παραπομπές

(1) Ερύμανθος (Ολονός ή Ωλονός ή Ωλενός), ύψ. 2.223 μ.  «μεγάλο ορεινό συγκρότημα στη νότια πλευρά του νομού Αχαΐας και στην ΒΑ. πλευρά του νομού Ηλείας.  Στα ΝΑ. χωρίζεται από το συγκρότημα Καλλιφώνι με αυχένα / διάβαση, ύψους 1.430 μ., απ όπου αρχίζουν να σχηματίζονται οι ποταμοί Σελινούς και Ερύμανθος.

(2) Το Καλλιφώνι, ύψ. 1.997 μ. αποτελείται από πολλούς επιμέρους ορεινούς όγκους, όπως: Καλλιφώνι, Ψηλές Κορυφές, Τρεις Γυναίκες, Κάκαβος, Καρβελού, που μπορούν να θεωρηθούν ξεχωριστά βουνά.  Επειδή το ανάγλυφο της όλης περιοχής είναι αρκετά δαιδαλώδες, ίσως η ονομασία Ανατολικός Ερύμανθος να ήταν πιο αντιπροσωπευτική από την ονομασία Καλλιφώνι, που είναι η ονομασία μόνο ενός μέρους του συγκροτήματος.  Η ψηλότερη κορυφή είναι το Καλλιφώνι, ύψ. 1.997 μ., ενώ μερικές απ τις ψηλές είναι: Καρβελού 1.617 μ., Μαλακάδι 1.755 μ., Μαχαιράς ή Μαχαίρα 1.586 μ., Σκουτέλι 1.757 μ., Τρεις Γυναίκες 1.834 μ. και Ψηλαί Κορυφαί ( ή Ψηλές Κορυφές) 1.879 μ.  Έχει ενταχθεί στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000»  (Νέζη Νίκου 2010:41)

«Η ανάβαση στην κορφή Καλλιφώνι, ύψ. 1.998 μ. δεν είναι λιγότερο επίπονος.  Από τη Βλασιά σε 0030ω. φθάνουμε εις το υπό ολίγων μοναχών κατοικούμενο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου [αντρικό μοναστήρι κοντά στο χ. Κάτω Βλασία της επαρχίας Καλαβρύτων.  Η ίδρυση του μοναστηριού ανάγεται στον 16ο αιώνα.  Το καθολικό ανακαινίστηκε στα 1892, μοναχοί 2]  (Κοκκίνη Σπύρου1976:100), και μετά από 0015ω. στην Καλογερόβρυση   Από εδώ ένα μονοπάτι το οποίο διασχίζει υπέροχο δάσος ελάτων μας φέρνει σε 0100ω. εις την πηγή Σκαφίδια.  Περνούμε κατόπιν το διάσελο Μαλακάδι, το οποίο χωρίζει το Καλλιφώνι από τη κορυφή Μαχαίρα και σε 0130ω. φθάνουμε στη κορυφή.  Σύνολο πορείας 0315ω.  Η κατάβαση απαιτεί μόνον 0200ω.»  (Περράκη Αντ.1936:9)

«Το Καλλιφώνι, 1997 μ. είναι πιο ομαλό και αρκετά δασωμένο: μια τυπική ασβεστολιθική κορφή με γυμνό κεφάλι.  Στη ΒΑ. ράχη του φωλιάζουν οι δύο Βλασίες (Άνω και Κάτω).  Στη νότια μεριά του Καλλιφωνίου χώνεται το Λεχούρι, που επικοινωνεί με τη Βλασία από το Λεχουριώτικο διάσελο, ύψ. 1.550 μ ανάμεσα στην 1.997 μ. και το Σκουτέλι  Πάνω από την Βλασία ανοίγεται μια όμορφη γεμάτη νερά και δάση κοιλάδα, όπου τρέχει ένα μικρό ποτάμι, που δεν είναι άλλο από το Σελινούντα στο ξεκίνημά του.  Η κοιλάδα αυτή σχηματίζεται ανάμεσα στο Καλλιφώνι και τη Λεπίδα κι έχει για προσκεφάλι το δὐσβατο Μαχαιρά, ύψ. 1.878 μ., έναν κάπως ανεξάρτητο όγκο του βουνού, που λέγεται και Ψηλές Κορφές)» (Αδαμακόπουλου Τριαντάφυλλου & Σία1988:138-140)

(3) Άνω Βλασία (Ἀνω Βλασιά), υψ. 880 μ. οικισμός στις πλαγιές του Ερυμάνθου, δήμου Καλαβρύτων νομού Αχαϊας.  Στα 1928 είχε 358 κατοίκους, 1940 > 522, 1951 > 283, 1961 > 305, 1971 > 226, 1981 > 296, 1991 > 329.  Όμορφος οικισμός με στιβαρά παραδοσιακά σπίτια, που τον έχτισαν στις αρχές του 17ου αιώνα βοσκοί από τον Άγιο Βλάσιο της Ευρυτανίας.

Λεχούρι, υψ. 980 μ. οικισμός στις πλαγιές της κορφής Σπαρτοκατάρραχο Ερυμάνθου δήμου Αροανίας νομού Αχαΐας.  Στα 1928 είχε 408 κατοίκους, 1940 > 453, 1951 > 370, 1961 > 304, 1971 > 227, 1981 > 183, 1991 > 124.

(4) «Μυτερή κορυφή» που ανεβήκαμε: ή Ανώνυμη κορφή (Ανάβασης) ή Αγία Αναστασία (Νέζη Νίκου), ύψ.1.696 μ.  Γύρω μας ακόμη ο δύσβατος Μαχαιράς ή Μαχαίρα ή Ψηλές Κορφές 1.878 μ, ο όγκος της Λεπίδας 1.894 μ. και το Κρεκάκι 1.693 μ. – 1.641 μ. Σημείωση: Το ανάγλυφο της όλης περιοχής είναι αρκετά δαιδαλώδες και περίπλοκο

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Περράκη Αντ.1935: «Δυο μέρες στον Ερύμανθο» στο ΒΟΥΝΟ, του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, Αύγουστος, Αριθ, 20
  • Κανέλλη Αντ.1936: «Ερύμανθος» στο ΒΟΥΝΟ, Μηνιαίο Δελτίο Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, έτος Γ΄, Αριθμ. 25
  • Σαρρή Ιωάννου1936: «Η εξερεύνηση της Δρακότρυπας του Ερύμανθου» στο ΒΟΥΝΟ του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, Σεπτέμβριος, Αριθ. 33
  • Καρακατσάνη Α. Σταθακοπούλου Θ.1973: Αχαΐα –Ηλεία, σειρά Οδηγοί της Ελλάδος, έκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
  • Σφήκα Γιώργου1980: Τα βουνά της Ελλάδας, Αθήνα
  • Αδαμακόπουλου Τρ., Ματσούκα Π., Χατζηβαρσάνη Β.1988: Tα βουνά του Μωριά, οδηγός για τα ελληνικά βουνά, εκδ. Πιτσιλός, Αθήνα
  • Τσίπηρα Κώστα1992: Στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, σειρά: πεζοπορία –ορειβασία, κεφ. Ερύμανθος, 45η διαδρομή Χάνια του Μίχα –διάσελο Μουγγίλας –Κορυφή, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη
  • Ντρενογιάννη Γιάννη (Επιμ.)2008: Πελοπόννησος (Καλάβρυτα, Πάτρα, Χελμός, Παναχαϊκό, Ερύμανθος, σειρά Ανακαλύψτε την Ελλάδα, Νο 20, ειδική έκδοση της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ
  • Οδικός και περιηγητικός Άτλας2009:Πελοπόννησος,1:50.000 κλίμακας, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ
  • Νέζη Νίκου 2010: Τα Ελληνικά βουνά, γεωγραφική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 2, Ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη), εκδ. Ε.Ο.Ο.Α. & Κληροδότημα Αθ. Λευκαδίτη
  • Σταματελάτου Μιχαήλ, Βάμβα-Σταματελάτου Φωτεινή2012: Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας, εκδ. Δ.Ο.Λ. ΤΑ ΝΕΑ

Advertisements

One thought on “H αποτυχία μας χειμερινής ανάβασης και το κέρδος της βραδιάς που ακολούθησε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s