Απ’ το χωριό Αλποχώρι, για τις ψηλές κορφές του Ερύμανθου

Έχουμε διαλέξει το χωριό Αλεποχώρι (Αλποχώρι) (1)  για ν’ ανεβούμε στις ψηλές κορφές του Ερύμανθου (2).  Θα μπορούσαμε να βγούμε ψηλά, αν είχαμε διαλέξει τη διαδρομή, από το χάνι του Μίχα και σε λιγότερη ώρα, όμως προτιμήσαμε το μακρύ και κοπιαστικό δρόμο του ποταμού.

Μπαίνουμε νωρίς το πρωί στη ρεματιά, που διατρέχει ο ποταμός Τεθρέας (3) και ανηφορίζουμε  αντίθετα στη ροή του ποταμού.  Νωρίς την Άνοιξη, η πρωινή ψύχρα είναι διαπεραστική.  Με τα σακίδια στην πλάτη για να αποφύγουμε και το κρύωμα,  ανηφορίζουμε για το χωριό νωχελικά. Οι ρεματιές, το ποτάμι, τα πεζούλια, τα αγροτόσπιτα, σκόρπιες καλύβες και η όλη ατμόσφαιρα του τόπου, φέρνει μπροστά μας την Ελλάδα των ψηλών  βουνών.

1
Στο χ. Αλεποχώρι (Αλποχώρι) Αχαϊας Ι

Το  χωριό Αλποχώρι (Αλεποχώρι) Αχαϊας, σε υψόμετρο 570 μ. βρίσκεται στις δυτικές πλαγιές του Ερύμανθου, στα όρια με το νομό Ηλείας.  Είναι  όπως το είχαμε φανταστεί.  Δείγμα ανθρώπινης σοφίας και αρμονικής ζεύξης με το φυσικό περιβάλλον, φωλιασμένο μέσα στη ρεματιά του ποταμού, εντυπωσιάζει.  Το χωριό είναι διατηρητέος οικισμός από το 1976.  Χωρίζεται σε δυο μαχαλάδες, τον Κάτω και τον Πάνω.  Τα σπίτια του στέκονται σφικτά το ένα δίπλα στο άλλο, πέτρινα, δίπατα με στέγες από σχιστόπλακα.  Και εδώ, όπως και στα περισσότερα ορεινά χωριά πια, πολλές από τις σχιστόπλακες στις στέγες, αντικαταστάθηκαν με κεραμίδια και να σκεφθεί κανείς ότι δίπλα στο ποτάμι υπάρχει εργοτάξιο κοπής πέτρας που την κάνουν  εξαγωγή!

2
Στο χ. Αλεποχώρι (Αλποχώρι) Αχαϊας ΙΙ

Στο έμπα του χωριού μας ξαφνιάζει η παρουσία τόσων μικρών παιδιών.  Φωνές εδώ και εκεί, μαζί και αυτές των γουρουνιών και των σκύλων, σωστό πανδαιμόνιο.  Περνάμε την πλατεία του Κάτω Μαχαλά και το μονοθέσιο δημοτικό σχολείο και ανηφορίζουμε στον Πάνω Μαχαλά, καθώς η πορεία μας περνάει απ’ εκεί.  Μέχρι να κάνουμε κατά πάνω, φωνές από τα σπίτια μας καλωσορίζουν – καλημερίζουν και μας καλούν για πρωινό καφέ!

Τα σπίτια είναι σε κάποια απόσταση και πρέπει να φωνάζουμε για να ακουστούμε.  Πού να πρωτο-απαντήσουμε;  Τι να πούμε;  Είναι οι στιγμές που αισθάνεσαι πολύ άνθρωπος, είναι οι στιγμές, που χαίρεσαι για το ανθρώπινο μεγαλείο.

3
συνάντηση στο μονοπάτι..

Χαιρετάμε, ανταποδίδουμε με ευχαριστίες και δικαιολογιόμαστε ότι βιαζόμαστε, «έχουμε ραντεβού με τις κορφές»!..  Όλα αυτά ανάκατα με τα γαυγίσματα των σκυλιών, που συνεχίζουν το τροπάρι τους, γαυγίζοντας σε ξένους  περαστικούς.  Τα παιδιά μας ακολουθούν από πίσω αθόρυβα, παρατηρητικά.

Ο πάνω μαχαλάς φωλιασμένος πάνω σε βράχια είναι πιο όμορφος ακόμη.  Εδώ μένουν κτηνοτρόφοι.  Ο μαχαλάς λέγεται και Τσαλαμιδέϊκα από παλιά, όνομα του τσέλιγκα.  Σπίτια γερά, όπως αρμόζει στα ορεινά, με πέτρα καφετιά βγαλμένη από τον γύρω χώρο.  Το ανθρώπινο κτίσμα δεν ξεχωρίζει εύκολα από το περιβάλλον, παρά τα χρωματιστά παραθυρόφυλλα, που έντονα βαμμένα μπλε, δίνουν μια νότα ξέχωρη.

4
Μονή Ταξιαρχών Ι

Ακόμη και η εκκλησιά που στέκεται  ανάμεσα στα σπίτια μοιάζει να θέλει να μαλακώσει την εικόνα των αυστηρών κάθετων και οριζόντιων γραμμών.  Οι τοξοειδείς καμάρες στα κατώγια είναι λιγοστές.

Ότι δεν καταφέρνουν να πετύχουν τα ίδια τα κτίσματα, το καταφέρνουν τα …απλωμένα ρούχα.  Με τέτοιο ήλιο είναι ευκαιρία να απλώσουν οι νοικοκυρές τις μπουγάδες τους.  Πολύχρωμα ρούχα απλωμένα σε σκοινί, δίνουν μια εύθυμη και ανάλαφρη πινελιά στο σκληρό τοπίο.

Είναι το καλωσόρισμα στον επισκέπτη ή μέρος θρησκευτικής τελετουργίας (ευχές να κρατήσει ο καιρός να στεγνώσουν τα ρούχα τους) κάτι παρόμοιο με τις πολύχρωμες κορδέλες ν’ ανεμίζουν ευχές στον αγέρα, στα μοναστήρια των υψιπέδων  του Θιβέτ.  Τι θυμήθηκα!.

Σταματάμε στην πλατεία και το παιδομάνι συγκεντρώνεται γύρω μας.  Απ τα γύρω σπίτια, πέφτει μήνυμα και αφήνοντας ότι κάνουν, βρίσκονται  στην πλατεία. Διακριτικές φιγούρες, σιωπηλές, κοιτάζουν, ροφούν κάθε μας κίνηση, κάθε μας λέξη.  Πρόσωπα φωτεινά, σοβαρά, μάτια γαλάζια σαν του ουρανού, κεφαλάκια με μαλλιά ξανθά.

5
Μονή Ταξιαρχών ΙΙ

Κοιτάζουν με κείνα τα μάτια που αφοπλίζουν, που  δεν μπορείς να ξεφύγεις.  Είσαι εκτεθειμένος μπροστά τους.  Τους μιλάς, τους χαιρετάς, τους κάνεις μορφασμούς σαν καραγκιόζης, τους παίζεις.  Θέλεις να  επικοινωνήσεις αλλά είναι δύσκολο.  Ρωτάς εάν πάνε στο σχολείο, εάν δουλεύει το σχολείο, εάν έχουν δάσκαλο..  Σου απαντούν όλα μαζί ότι έχουν δάσκαλο και χαίρεσαι πραγματικά.

Τους ρωτάω τι ομάδα είναι και γίνεται σκοτωμός..  Βρήκαμε κάτι να πιαστούμε, ξεπερνώντας την αρχική δυσκολία.

Μανάδες ακούγονται να φωνάζουν τα παιδιά, που τα είχαν στείλει σε δουλειές και αυτά ξεχάστηκαν.  Άλλες τα μαλώνουν ότι μας ενοχλούν!  Αυτά  ξεθαρρεύουν, πλησιάζουν και ρωτούν για τα υλικά που κουβαλάμε.

Κάποιος μεγάλος από παραθύρι ψηλά, αφού βαρέθηκε να μας προσκαλεί για καφέ, μας ρωτάει γιατί το κάνουμε αυτό..

– Μας αρέσει μπάρμπα, ξεφεύγουμε λίγο από την πόλη, παίρνουμε καμιά ανάσα..  Αλλάζουμε τα ρούχα μας, τακτοποιούμε τα υλικά που θα χρειαστούμε και φορτωνόμαστε τα σακίδια στην πλάτη.

Μανάδες  τσιρίζουν και παραδίπλα η γουρουνομάννα σκαλεύει τα μικρά της στη νερόλουτσα..

Από ψηλά ακούγεται η φωνή του μπάρμπα:

– Δεν παίρνετε κανένα από τα παιδιά στην Αθήνα!  Πάρτε κανένα μαζί σας..

– Πού να τα ρίξουμε  στην ζούγκλα; Εδώ είναι καλλίτερα, απαντούμε, χωρίς να το πολυσκεφτούμε..

Κοιτάζω γύρω μου όλα αυτά τα παιδιά και θέλω κάτι να τους χαρίσω.  Δεν μου φτάνει η ειλικρίνειά μου ούτε η καθαρή ματιά μου.  Κάτι θέλει η καρδιά μου, κάτι με σπρώχνει.  Νάχα ένα  ψυγείο παγωτά να τους μοιράσω!  Νάχα κάτι..

Έχω πάνω μου ένα σωρό  χρήσιμα πράγματα για μένα, αλλά άχρηστα για τα παιδιά.  Σκύβω και αδειάζοντας το σάκο μου βγάζω το σακουλάκι με τις καραμέλες.  Γεμίζω την χούφτα μου και τις μοιράζω.  Τα παιδιά διστακτικά χαμογελούν, γελούν αναμεταξύ τους, ανταλλάσουν λόγια και δείχνουν να διασκεδάζουν, πιότερο με τις αστείες  γκριμάτσες που κάνω παρά με τις καραμέλες μου!

6
Στο μονοπάτι Αλποχώρι –Ξαρχίτικα

Αφού χαιρετάμε,  υποσχόμαστε ότι θα ξανασμίξουμε.  (Κάτι αφήνω πίσω μου όταν χωρίζομαι από ανθρώπους).

..Ο σάκος κάθεται τώρα καλλίτερα στη πλάτη, τι κι  αν είναι βαρύς.

Πάνω στην ώρα που λέμε να πιάσουμε το μονοπάτι, μας προλαβαίνουν οι αγελάδες και από πίσω το κοπάδι προβάτων σκαπετάει στην πλαγιά.  Είναι η ώρα που ο ήλιος βρίσκει το χωριό και οι κάτοικοι ξεσκαρίζουν.  Τα ζωντανά βγαίνουν για βοσκή και τα παιδιά μαζεύονται για παιχνίδι.  Όλοι και όλα στο δρόμο τους χρόνια τώρα, με μικρό διάλειμμα τη δική μας παρουσία που αναστατώνει τον τόπο.  Ανθρώπινες εστίες χωμένες στα βουνά, ανθρώπων δραστηριότητες που έρχονται από μακριά και αντέχουν.  Εμείς οχυρωμένοι στης μεγαλούπολης τα τείχη για χρόνια, πιστεύουμε ότι εκεί μέσα μόνο είναι ο κόσμος.  Πόσο λίγο ξέρουμε την ανθρώπινη φύση, πόσο κοντόφθαλμα βλέπουμε!  Κινιόμαστε μηχανικά, δεν ακούμε τη φωνή του διπλανού μας, κατασκευάζουμε  δυστυχώς ό,τι θέλουμε να δούμε, ό,τι θέλουμε ν ακούσουμε  ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει  γύρω μας, μέσα μας, απειρία ευκαιριών, πρωτόγονες φόρμες, αρχέγονες, αληθινές  που διεγείρουν τις αισθήσεις μας, που σε ταξιδεύουν και σε οδηγούν σε καινούργια πεδία.  Αν ξεφεύγαμε από το βόλεμα της συνήθειας,  πόσα καινούργια θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε.

7
Ξαρχίτικα

Παίρνουμε το δρόμο  που ψηλώνει και ανταποδίδουμε τους χαιρετισμούς στις ευχές για «καλό δρόμο».

Πιο κάτω πέφτουμε στο σπίτι του παπά που στέκεται στην πόρτα.  Μας χαιρετάει πρώτος πριν προλάβουμε να τον καλημερίσουμε.  Παραμερίζει από το άνοιγμα της πόρτας και μας τραβάει μέσα για καφέ!

Τρομάζουμε να του πούμε ότι πρέπει να προχωρήσουμε, γιατί έχουμε κάμποσο δρόμο για τις κορφές.  Μας αποστομώνει με λιτές κουβέντες που δεν έχουμε κάτι να αντιτάξουμε.

8
«βγαίνοντας» στο ψηλό διάσελο

Πόσο ανθρώπινες ζεστές και οικείες είναι οι ανθρώπινες κουβέντες.  Σε αφοπλίζουν και σε κάνουν φυσιολογικό.  Δεν φτάνει ο καφές, θέλουν να σε φιλέψουν, να σου προσφέρουν ότι έχουν και δεν έχουν.  Πώς να αρνηθείς;

Χαιρετάμε τους ανθρώπους και τα λόγια  μας για κάμποση ώρα ακούγονται στη ρεματιά, καθώς για άλλη μια φορά ξεκινάμε για τα ψηλώματα.  Μπαίνουμε στο μονοπάτι και στο πρώτο σημείο που αυτό διχαλώνει σταματάμε.  Κάνουμε δεξιά και χαζεύουμε με το ερειπωμένο μοναστήρι των Ταξιαρχών (4), πούναι ριζωμένο σε υψ. 1.100 μ.  Μένουμε με το στόμα ανοικτό.  Οι τοιχογραφίες μας κοιτάνε, τις κοιτάμε και εμείς, σκύβουμε στη θύρα βγαίνουμε απ έξω, κοιτάμε γύρω μας εδώ καταρράκτες, μονοί, διπλοί, τριπλοί, σχίζουν τα βραχώματα, ντουβάρια ίσα μέχρι επάνω.  Εγκλωβισμένοι του τόπου αλλά δεν θέλουμε να ξεκολλήσουμε.

9
στάνες, γρέκι Κατσιδήμα

Κοιτάζουμε κάτω και η ματιά μας συναντάει, στον πάτο της ρεματιάς, δίπλα από την μικρή αυτοσχέδια ξύλινη γέφυρα, το βοσκό (5) που μας κουνάει το χέρι και μας οδηγεί δείχνοντας κατά που πρέπει να κάνουμε.  Η φωνή του δεν φτάνει μέχρι εδώ που είμαστε γιατί ο ήχος του ποταμού Τεθρέα, έχει τον πρώτο λόγο.  Ακολουθούμε πορεία κατά κει, χαμηλώνουμε στη γέφυρα, και από τον τσοπάνο, μαθαίνουμε, μέσα σε λίγα λεπτά, όλες τις λεπτομέρειες της διαδρομής.

10
Ανεβαίνοντας στον Ωλενό

Η ανάβασή μας γίνεται ιδιαίτερη, πριν καλά-καλά αρχίσουμε να σκαρφαλώνουμε.  Το χωριό, οι άνθρωποι, τα παιδιά, ο παπάς, ο τσοπάνος  είναι μέρος του τόπου.   Η μεγάλη ανάβαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν περνά μέσα από την ανθρώπινη παρουσία.  Τότε οι ψηλές χιονισμένες κορφές  γίνονται ακόμη πιο στέρεες.  Στηρίζονται πάνω σ’ ανθρώπινες πλάτες, σε έργα γερά.  Πατημασιά την πατημασιά ανεβαίνουμε  ένα μέτρο ψηλότερα, γεμίζοντας ελπίδα και πίστη, έτσι ώστε να μπορούμε να συνεχίσουμε τη προσπάθεια για τις ψηλές κορφές.

..Η κλίση στη πλαγιά του Ωλονού, μεγαλώνει και το χιόνι είναι παγωμένο. Ο ήλιος της καινούργιας μέρας στέκει αδύναμος.  Αποφασίζουμε να φορέσουμε crampons…  Τώρα πατάμε καλλίτερα και μπορούμε να αγναντεύουμε γύρω μας καθώς ανεβαίνουμε βηματίζουμε κατά την κορυφή..

..Μετά από μέρες, καθώς έψαχνα στο σακίδιο μου για κάποια μικρή πέτρα. που θυμήθηκα ότι είχα φέρει απ’ το βουνό, βρήκα σε μια του τσέπη το σημειωματάριό μου.  Το ξεφύλλισα και είδα ότι είχα καταχωρήσει κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά του βουνού και γέλασα, καθώς σκέφθηκα πόσο λιγοστές, φτωχές και μονοδιάστατες, φάνταζαν εκ των υστέρων αυτές οι γραμμές:-

11
Η κορφή Ωλενός

Δυτικός Ερύμανθος, μέσω της δημοσιάς: Πάτρα – Πύργος, κόμβος χ. Κριθαράκια, κάνουμε αριστερά για τα χωριά: Κυπαρίσσι και Αλποχώρι. 

«Από το Αλ(ε)ποχώρι το μονοπάτι ανηφορίζει σε παλιά χωράφια και μποστάνια, μπαίνει στα έλατα και ύστερα κατηφορίζει προς την ποταμιά 0100ω.  (Πριν κατηφορίσει, φεύγει ένα ανηφορικό παρακλάδι, που πάει προς το μοναστήρι των Ταξιαρχών σε 0030ω.)  Μετά την ποταμιά ακολουθεί  μια μεγάλη ανηφόρα σε πουρναροδάσος και φτάνουμε στα Ξαρχίτικα, όπου γραίκι και νερό σε 0100ω.  Ύστερα τραβερσάρουμε τη νότια όψη της κορφής και με πορεία ανατολική βγαίνουμε στο Μαυρολιθάρι, 0100ω.όπου οκτώ γραίκια και πολλά νερά. Απ’  εκεί στο διάσελο Μουγγίλας – Ωλονού (κάμπος Ωλονού, σε υψ. 1.600-1.680 μ.) σε 0030ω.. Στη συνέχεια σε 0100-0130ω. ανεβαίνει κανείς στην απότομη αλλά βατή κορφή (Ωλονός) ύψους 2.221 μ.»  Αδαμακόπουλος Τριαντάφυλλος1988:144)

Aκόμη και μια παλιότερη περιγραφή μου άρεσε, αυτή που ξεκινούσε απ τον οικ. Γρεβενό και την καταθέτω.. 
«ξεκινώντας από το χ. Γρεβενό, φθάνουμε εις 0045ω. στο χ. Αλεποχώρι.  Μετά 0035ω. φθάνομε εις την θέση, όπου διχάζεται το μονοπάτι δια το Καλέντζι.  0035ω. ακόμη μας φέρνουν εις θέση καλουμένη Χαιροστάματα, απ όπου μετά από 0025ω. φθάνουμε σε ένα καταρράκτη καλούμενο Διαμάντι.  Από το Διαμάντι εις 0040ω. φθάνουμε στις Σκάλες, όπου παύουν τα έλατα.  Εις την απέναντι πλαγιά φαίνεται το εγκαταλελειμμένο μοναστήρι των Ταξιαρχών.  Μετά 0015ω. φθάνομε εις την πηγή Σμενίτσους και μετά 0100ω.  ακόμη εις Γρέκι Κατσιδήμα.  Σύνολο πορείας από Γρεβενό μέχρι κορυφή Ωλονός 0420ω  (Κανέλλη Αντ.1936:8)

Τάκης Ντάσιος, Χειμ. 1989

Παραπομπές

(1) Αλεποχώρι (Αλποχώρι), υψ. 570 μ. «παραδοσιακός οικισμός -ανακηρύχθηκε το 1976 -,  δήμου Τριταίας νομού Αχαϊας.  Στα 1928 είχε 125 κατοίκους, 1940 > 326, 1951 > 225, 1961 > 210, 1971 > 163, 1981 > 166, 1991 > 14».  (Σταματελάτου Μιχαήλ2012:58)

«Η ονομασία του χωριού προέρχεται από το μυθικό Άλπη (ή Άλπα) ή από το γίγαντα ΄Αλπο. Στα 1700 αναφέρεται στη βενετική απογραφή Grimani ως Αλποχώρι Τρανό (Alupocon Trano) και έχει πληθυσμό 27 οικογένειες (113 κάτοικοι).  Στα 1816 αναφέρεται ότι είχε 15 οικογένειες. Από το Αλποχώρι κατάγεται η ιστορική οικογένεια Τσαλαμιδά με προσφορά στο αγώνα του 1821 και στην πολιτική μέχρι τις μέρες μας, όπως και οι αγωνιστές του ΄21 Ανδρικόπουλοι» (Αλποχώρι Αχαΐας Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια)

«Διατηρεί χαρακτηριστικά δείγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής και βρίσκεται φωλιασμένος στα ημιορεινά του Ερύμανθου ή Ωλονού.  Είναι οικισμοί που έμειναν μακριά από το οδικό δίκτυο και την ανάπτυξη, που οι περισσότεροι κάτοικοί τους μετανάστευσαν και οι υπόλοιποι ασχολούνται με την κτηνοτροφία και τη γεωργία.  (Βλέπε φώτο: Αλποχώρι, άποψη του Πάνω Μαχαλά (Τσαλαμιδαίϊκα)».  (Χριστόπουλου Βασίλη1986:1-2)

«Ο οικισμός έχει αμυντική αρχιτεκτονική, που υιοθετήθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.  Στον πλάτωμα του Πάνω Μαχαλά (Τσαλαμιδαίϊκα) ξεχωρίζει η εκκλησία του Αγίου Βλάση, και ο τριώροφος πύργος του Τσαλαμιδά»  (Ντρενογιάννη Γιάννη (Επιμ.)2008:143).

(2) «Ο Ερύμανθος ή Ωλονός, μεγάλος ορεινός όγκος που απλώνεται στα σύνορα των νομών Αχαϊας – Αρκαδίας – Ηλείας.  Με πολλές ψηλές και απότομες κορφές φαντάζει από μακριά σαν εκκλησία γοτθικού ρυθμού.  Κατά την αρχαιότητα θεωρούνταν τόπος διαμονής της Αρτέμιδος και του Πανός.  Εδώ κατά την μυθολογία, η Άρτεμις είχε μεταφέρει τον περίφημο Ερυμάνθιο κάπρο, που είχε γεννηθεί υπό της Κρομμυωνίας Συός της Κορινθίας και ο οποίος όταν μεγάλωσε είχε πραγματικά γίνει η μάστιγα του τόπου και τον σκότωσε τελικά ο Ηρακλής»  (Ροδάκη Περικλή-Τριανταφύλλου Κώστα Επιμ.1960: 1024)

Βουνό Ερύμανθος ή Ωλονός με ψηλότερη κορφή Ωλονός ή Γρανίτης ύψους 2.224 μ. στα νότια του νομού Αχαϊας.  Προσέγγιση του δυτικού Ερυμάνθου μέσω της δημοσιάς: Πάτρας – Πύργου, κόμβος Κριθαράκια, αριστερά για το χωριό Αλεποχώρι.  Στη συνέχεια μονοπάτι ανηφορίζει μέσω του ποταμού Τεθρέα στο διάσελο Μουγγίλας – Ωλενού.  Απ’ εκεί ανάβαση σε υψηλό διάσελο, απ’ όπου μπορεί να προσεγγίσει κανείς τις δυο αντικριστές κορφές: Μουγγίλα 2.169 μ. και Ωλονός 2.221 μ.

(3) Ποταμός Τεθρέας, που πρωτοσχηματίζεται στα ανατολικά του Δυτικού Ερυμάνθου, εκεί στο ψηλό διάσελο, ανάμεσα των κορφών 2.223 μ. και 1.892 μ.  Διέρχεται απ τα χ. Αλποχώρι και χ. Κριθαράκια και χαμηλότερα ονομάζεται Παράπειρος ποταμός, όπου μαζί με τον Πείρο ποταμό εκβάλει στη παραλία της Κάτω Αχαϊας.

(4) Εγκαταλελειμμένο μοναστήρι των Ταξιαρχών Αλποχωρίου δήμου Τριταίας

(5) Ποιμενικά Ερύμανθου:  «η οικονομία του βουνού στηρίζεται περισσότερο στην κτηνοτροφία και λιγότερο στον τουρισμό.  Κάθε χωριό έχει τα στανοτόπια του και τα γραίκια του στο βουνό.  Διάσελο Ωλονό 12 γραίκια, Κάμπος Ωλονού 3, τοποθεσία Λακκώματα Γρεβενού 8 κλ.  Αρκετά γραίκια μετεωρίζονται σε τελείως απόμακρα σημεία, όπως αυτά στις δυτικές ράχες του κώνου του Ωλονού (στα Ξαρχίτικα, 1.231 μ. και μερικά ψηλότερα, στα 1.580 μ..  Ένα μεγάλο μέρος των λιβαδιών είναι ιδιόκτητα και τα τελευταία χρόνια τα διεκδικούν δικαστικά οι γύρω κοινότητες.  Υπάρχουν πολλοί νέοι στα γραίκια, φαινόμενο μοναδικό για τον ορεινό Μωριά.  Οι τσομπαναραίοι του Ερύμανθου συντηρούν τη φέτα σε βαρέλια δρύϊνα, που τα κρύβουν σε ίσκιους ή σπηλιές (χαρακτηριστική η σπηλιά-ψυγείο στη Λιθαρόστρουγγα Λακκωμάτων με σιδερένια καγκελόπορτα!)». (Aδαμακόπουλου Τριαντάφουλλου & Σία1988:141-2)

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Κανέλλη Αντ.1936: «Ερύμανθος» στο Βουνό, μηνιαίο δελτίο ελληνικού ορειβατικού συνδέσμου, έτος Γ΄, αριθμ. 25, Ιανουάριος 1936

Ηλιόπουλου Ν. Κ.1937: «Ποιμενικά της Ηλείας», τόμος ΙΒ΄            

Ροδάκη Περικλή, Τριανταφύλλου Κώστα (Επιμ.)1960: Γεωγραφία – Ἀτλας της Ελλάδος, τόμος Β΄, εκδ. ΑΤΛΑΣ

Νέζη Νίκου1979: Τα Ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα

Σφήκα Γιώργου1980: Τα βουνά της Ελλάδας, 1η έκδοση, Αθήνα

Χριστόπουλου Βασίλη1986:  «Αχαϊα», στο Πελοπόννησος Α΄, σειρά Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, εκδ. οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ

Αδαμακόπουλοου Τριανταφύλλου, Ματσούκα Πηνελόπη, Χατζηρβασάνη Βασίλη1988: Τα βουνά του Μωρηά, εκδόσεις Πιτσιλός, Αθήνα

Ευρετήριο & χάρτες πόλεων1995: Πελοπόννησος, 1: 250.000, No 5, ROAD EDITIONS

Ψημένου Στέφανου2004: Ανεξερεύνητη Πελοπόννησος, ROAD εκδόσεις Α.Ε.

Ντρενογιάννη Γιάννη (Επιμ.) 2008: Πελοπόνησος( Καλάβρυτα, Πάτρα, Χελμός, Παναχαϊκό, Ερύμανθος) σειρά Ανακαλύψτε την Ελλάδα, Νο 20

Οδικός και περιηγητικός Άτλας2009: Πελοπόννησος, κλίμακας 1: 50.000, εκδόσεως ΑΝΑΒΑΣΗ

Νέζη Νίκου2010: Τα Ελληνικά βουνά, γεωγραφική εγκυκλοπαίδεια, Ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη) τόμος 2, έκδ. Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας Αναρρίχησης, Κληροδότημα Αθ. Λευκαδίτη, Αθήνα

Σταματελάτου Μιχαήλ,&Βάμβα – Σταματελάτου Φωτεινή2012:Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας, Τόμος Α΄, ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Δ.Ο.Λ.

Advertisements

3 thoughts on “Απ’ το χωριό Αλποχώρι, για τις ψηλές κορφές του Ερύμανθου

  1. Ότι ωραιότερο, συγκινητικό και ανθρώπινο έχω διαβάσει, τώρα και πολύ καιρό! 😉

    «Κινιόμαστε μηχανικά, δεν ακούμε τη φωνή του διπλανού μας, κατασκευάζουμε δυστυχώς ό,τι θέλουμε να δούμε, ό,τι θέλουμε ν ακούσουμε ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει γύρω μας, μέσα μας, απειρία ευκαιριών, πρωτόγονες φόρμες, αρχέγονες, αληθινές που διεγείρουν τις αισθήσεις μας, που σε ταξιδεύουν και σε οδηγούν σε καινούργια πεδία. Αν ξεφεύγαμε από το βόλεμα της συνήθειας, πόσα καινούργια θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε»…
    Μπράβο και για τις εξαιρετικές φωτογραφίες! 🙂

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s