Ανάμεσα στη κοιλάδα του ποταμού Ρουστιανίτη και στο χιονισμένο ζυγό των Κοκκαλίων

Γυροφέρνοντας..

Όταν έφτασα στο χαρακτηριστικό διάσελο της μεσοράχης, με υποδέχτηκε το μεγάλο σύγχρονο εικονοστάσι στην άκρη του δρόμου.  Σταμάτησα για μια μικρή ανάσα και γρήγορα προχώρησα.  Η πρωινή ψύχρα τούτο το πρωινό, στην καρδιά του χειμώνα δεν άφηνε περιθώρια για χαλαρώματα.  Ήταν πολύ νωρίς.  Το Γαρδίκι Ομιλαίων (1) μπροστά μου, κεφαλοχώρι, με υποδεχόταν με την πινακίδα του στο δρόμο για τον στόχο μου. που ήταν το βουνό Κοκκάλια (2)  και όχι τούτη τη φορά η Οξιά (Γραμμένη Οξιά ή Σαράνταινα).  Η  πορεία μου δεν περνούσε μέσα από αυτό και «προ των πυλών»  έκανα δεξιά.  Σχεδίαζα να χωθώ όσο γίνεται πιο βαθειά στην κοιλάδα του ποταμού Ρουστιανίτη (3).  Είναι παραπόταμος του Σπερχειού και η φιδόσυρτη πορεία του στα χαμηλά με είχε αιχμαλωτίσει.

1
Το χ. Πουγκάκια Φθιώτιδας

Άφησα το δρόμο της μεσοράχης και ακολούθησα το παλιό μονοπάτι.  Η παρουσία του παλιού εικονοστασιού, στην άκρη του δρόμου, με τράβηξε. Σίμωσα κοντά του και με υποδέχτηκε με το χαραγμένο πάνω του: «χαίρε διαβάτη», και από κάτω: «εις μνήμην Απ. Μηζαθρόπουλου δολοφονηθέντος την 5.1.1943, Α. Αθανασίου»..

2
Μαγαζί στο χ. Πουγκάκια

Έσκυψα στην πλαγιά και διέκρινα τη μισοσβυσμένη γραμμή  του παλιού μονοπατιού.  Κούνησα το κεφάλι και  έγειρα κατά κει καθώς αναγνώρισα την παλιά στράτα, που ένωνε την μεσοράχη με το επόμενο χωριό.  Εδώ οι παλιές αγροικίες, εκεί τα χαλάσματα και τα παλιά πεζούλια, παρέκει η πηγή, χωρίς να το καταλάβω με έβγαλαν στην αντίπερα όχθη, όπου η έξοδος του μονοπατιού, σηματοδοτημένη με ένα ακόμη εικονοστάσι.

Εκεί που πήρα ανάσα, από πάνω στο ύψωμα με υποδέχθηκε η υπέροχη εκκλησιά.  Σωστό  έργο τέχνης με τη σχιστόπλακα στη στέγη και τα παστέλ χρώματα στους τοίχους.  «Παλιό μοναστήρι θα ήταν» σκέφθηκα και ροβόλησα στην πετρόκτιστη πηγή με το θρησκευτικό μοτίβο να στέκει  προμετωπίδα.

3
Αγροικία του χωριού

Ήμουν κιόλας στο χωριό Παλιοχώρι (4). Οι άνθρωποι είχαν βγει στους μπαξέδες βλέποντας την χειμωνιάτικη ηλιόλουστη μέρα, καθώς ήταν ευκαιρία να προετοιμάσουν τα ανοιξιάτικα εποχιακά.  Ανταλλάξαμε «καλημέρες»  «πώς από δω;» και όλα τα γνωστά.  Πέρασα μπροστά απ το υπέροχο δίπατο παλιό οίκημα, παντοπωλείο του Κωνστ. Μπούρα και στην επόμενη στροφή «χαιρέτησα» ένα σπίτι που είχε «ντυθεί»  στα καλαμπόκια.  Σ’ όλη την πρόσοψή του είχαν κρεμάσει καλαμπόκια για να ξεραίνονται.  Εδώ και εκεί σπιτικά, υπέροχα κτίσματα ορεινής λαϊκής αρχιτεκτονικής.  Εικόνες μαγικές μέσα στην πρωινή ησυχία του τόπου.

4
Βλάχικος συνοικισμός του χ. Πουγκάκια

Οι εκκλησιές στα χωριά αποτελούν καμάρι των κατοίκων, και  έχει η κάθε μία τη δική της μοναδική ιστορία. Εάν υπάρχει και μοναστήρι, τότε αυτό αποτελεί καύχημα ολόκληρης της περιοχής.   Στις βρύσες και τα γεφύρια διακρίνεις ένα συναγωνισμό.  «Το νερό του χωριού μας είναι μοναδικό» ακούς να λένε, και το πετρόκτιστο γεφυράκι τους ονομαστό.  Οι άνθρωποι μετριόντουσαν ανάλογα με τα έργα που άφηναν πίσω τους.  Επειδή το κάθε τι που γίνονταν ήθελε χρήματα και κόπο, οι ορεινοί άφηναν πίσω τους τη σφραγίδα της κοινωνικής τους προσφοράς.  Τα κοινά έργα συλλογικής συνεισφοράς και εργασίας κάνει περήφανους τους ανθρώπους των ορεινών.

Δεν έπρεπε να χασομερώ.  Βίασα τα βήματά μου και τέλειωσα με το Παλιοχώρι.  Το επόμενο χωριό ήταν τα Πουγκάκια, που απείχε τρία χιλ., απ’ όπου είχα προγραμματίσει ανάβαση στα ψηλά.

Συνέχισα να ονειρεύομαι και να «αναστηλώνω»  τον τόπο όπως φανταζόμουν ότι θάπρεπε να ήταν παλιά.  Κόσμος, φωνές από τα πεζούλια, παιδιά, ζώα και σφυρίγματα, πειράγματα, καμινάδες να καπνίζουν, κουδούνια από ζωντανά να στήνουν τραγούδι συμφωνικής ορχήστρας και να με προσπερνούν και γω να μένω πίσω..

5
Στο χ. Παλιοχώρι Φθιώτιδας

Μπήκα στο χωριό Πουγκάκια και κοντά στη βρύση Καστανά στάθηκα να ρωτήσω τον μπάρμπα για τον δρόμο του βουνού.  Με κοίταξε καλά-καλά και αφού με ρώτησε «από πού ξεφύτρωσα;», θέλησε να μου πει για τη διαδρομή μου.  «Έχει δυο δρόμους για τα ψηλά» μου είπε, «διαλέγεις και παίρνεις».  Άφησα την πλατεία του χωριού και τους λιγοστούς ανθρώπους του καφενείου, που άφησαν την κουβέντα τους και παρακολουθούσαν τις κινήσεις μου, τους χαιρέτησα και είπα να συνεχίσω, γιατί ήθελα ώρα μέχρι την ράχη.

Ανηφορίζοντας

Προτίμησα τη διαδρομή που έκανε κύκλο και πλησίαζε στη ράχη μαλακά, παρά αυτόν που ανηφόριζε κατευθείαν επάνω.  Είχα την ευκαιρία να χαζέψω στην πρωινή χειμωνιάτικη λιακάδα και μ άρεσε. Απ το χωριό  κατηφόρισα στο ποτάμι, πέρασα από το ξύλινο γεφυράκι απέναντι και βρέθηκα να βηματίζω αντίθετα από τον στόχο μου.  Είπα να ακολουθήσω τα λόγια του μπάρμπα και να πάω στα σίγουρα. ‘Έτσι είχα να καλύψω κάμποση απόσταση σε χωμάτινο δρόμο.  Ο δρόμος ήταν καθαρός και η λιακάδα με έκανε τεμπέλη.  Πέρασα έναν οικισμό και ρώτησα την θειά που σκάλιζε στο πεζούλι «εάν πηγαίνω καλά».  Εγώ της μίλαγα για την ράχη που φανταζόμουν ότι πήγαινα και αυτή μου είπε ότι «αυτός ο δρόμος βγάζει στο Καρπενήσι»!!.  Στο τέλος κατάλαβα ότι κάπου θάπρεπε  θα τον αφήσω και θα πιάσω το μονοπάτι αλλά αυτή σίγουρα θα κατάλαβε ότι κάποιο «αλλόκοτο πράγμα» πέρασε και χάθηκε.

6
Η οροσειρά Κοκκάλια

Συνέχισα να παίρνω ύψος αργά-αργά και τα χιόνια με υποδέχτηκαν.  Όσο ανέβαινα κοιτούσα για το παλιό μονοπάτι, που σίγουρα θα υπήρχε και που θα με οδηγούσε στην μεσοράχη, αλλά δεν το έβλεπα.  Όταν έφτασα σε κόμβο εκτίμησα την κατάσταση και αποφάσισα να αφήσω τον δρόμο και να ακολουθήσω τη λογική μου.  Παρακινδυνευμένη επιλογή γιατί τις περισσότερες φορές μπλέκω και γελούν και οι πέτρες.

Σημάδεψα τη ράχη στο σημείο που αυτή είχε το χαμηλότερο ύψος και αποφάσισα να φτάσω εκεί.  Σύντομα διαπίστωσα ότι δεν ήταν εύκολη υπόθεση.  Τα χιόνια έγιναν περισσότερα, τα έλατα  έκρυβαν τον ορίζοντα και το μονοπάτι που ανακάλυπτα κάθε τόσο χανόταν.  Έτσι αποφάσισα να παίρνω ύψος κάνοντας ζιγκ-ζαγκ, πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα τελειώσει το ύψος και θα φτάσω στη ράχη.  Συγκεντρώθηκα σ αυτό το παιχνίδι που ήταν ιδιαίτερα κουραστικό, γιατί το χιόνι έγινε μπόλικο και η απομόνωση του δάσους σύντροφός μου.

7
«Γιατάκι» (προφύλαξη απ τον αέρα) επί της κορυφογραμμής

Ήμουν σε σωστή πορεία ή είχα για άλλη μια φορά χαθεί;

Ανέβαινα αγκομαχώντας και παρατήρησα ότι είχα κουραστεί.   Κάποια στιγμή τα έλατα τέλειωσαν, ο ορίζοντας  φάνηκε και δεν άργησα να βρεθώ μεσόρραχα.  Το χιόνι ήταν μπόλικο και μαλακό.  Το ψηλότερο σημείο της κορυφογραμμής Κοκκάλια ήταν μακριά και έπρεπε να καλύψω κάμποση απόσταση πάνω στη ράχη για να φτάσω μέχρι εκεί.

Τώρα δεν είχα να προβληματιστώ για την πορεία μου. Η πορεία ήταν φανερή και η ομορφιά της μεσοράχης ιδιαίτερη, καθώς έβλεπα απ τη μιά το Βελούχι και από την άλλη τα Βαρδούσια.

8
Ψηλά που «πιάνεται» ο Ρουστιανίτης ποταμός

Αποφάσισα να βαδίσω τη ράχη ακολουθώντας τα ίχνη ζώου πάνω στο χιόνι, εξασκώντας την παρατηρητικότητά μου και την περιέργειά μου.  Είχαν σαφή πορεία και πήγαιναν στην κατεύθυνση που ήθελα και εγώ.  Το χιόνι πατιόταν καλά και κάπου-κάπου συναντούσα και ξέχιονα κομμάτια, ανάλογα με το πώς τα είχε φυσήξει ο αέρας.  Βρέθηκα στις πρώτες νερομάνες του βουνού, εκεί που πρωτοσχηματίζονται τα νερά του ποταμού Ρουστιανίτη.  Μικρές λιμνούλες παραμέριζαν τα χιόνια και ξέφευγαν από την κάτασπρη κυριαρχία του χιονιού.  Αυτές και, τα άφαντα κάτω από το χιόνι ρυάκια, τα «καφετιασμένα» χιόνια μαρτυρούσαν παρουσία νερού από κάτω.

Εκεί «κατά πως πέφτουν τα νερά» ακούς τους τσοπαναραίους το καλοκαίρι να σου μιλούν, για το δικό τους μέρος, για τα βοσκοτόπια τους.  Πρόκειται για τα βοσκοτόπια που βρίσκονται ανάμεσα στα χωριά Παλιοχώρι και Πουγκάκια.  Εδώ πάνω υπάρχει και η  τοποθεσία «στου Αλή τον κάμπο», μια ομαλή ράχη, που τερματίζει σε μια κορφούλα.  Πάνω της στέκεται ένας «κούκουρος» ( ή «γιατάκι». πέτρες καθ ύψος στοιβαγμένες, η μια πάνω στην άλλη).  Χρησιμοποίησα αυτά τα σημάδια για να προσανατολιστώ, πολύ χρήσιμο για κάποιον που βρίσκεται στο βουνό με καιρό.  Από κούκουρο σε κούκουρο βγήκα στην κορυφή.  Βρισκόμουν κατάκορφα, πάνω στη μεσοράχη, σε υψ. 1.716 μ., που συνδέει δυο νομούς: Φθιώτιδας και Ευρυτανίας και τα βουνά Γραμμένη Οξιά με το Βελούχι.

9
Ο Ρουστιανίτης ποταμός

Τα νερά κυλούσαν μισά κατά την Φθιώτιδα και μισά κατά την Ευρυτανία.  Αυτό το μακρύ «σαμάρι», ο ζυγός, που μοιάζει με τείχος, χωρίζει δύο κόσμους, τον κόσμο των καμπίσιων της Φθιώτιδας και των βουνίσιων της Αιτωλίας.  Όριο και γέφυρα τούτη η μακριά ράχη που μπορεί να μην είχε την επιβλητικότητα κάποιας ψηλής κορφής αλλά είχε την ομορφιά και την θέα της ζεύξης των γύρω κορφών.

Το κρύο ήταν έντονο και το ένιωσα αμέσως.  Λούφαξα στο «γιατάκι» (4) για μια ανάσα και για να σκεφθώ τη συνέχεια της πορείας μου.  Όλη αυτή την περιοχή γύρω μου, οι ντόπιοι την ονομάζουν «Κοκκάλια» (5), γιατί ο τόπος είναι σπαρμένος από κόκκαλα.  Ο λαός όλα τα παρατηρεί και δεν διστάζει να δώσει στο κάθε τι που βλέπει και μια εξήγηση.  «Στρατός» λέει «μεγάλος χάλασε δω πέρα.  Πόλεμος έγινε εδώ στα παλιά χρόνια.  Δεν έθαψαν τους νεκρούς και από τότε βρίσκονται τα κοκκαλάκια».

10
Στη ρεματιά

Κατεβαίνοντας

..τα σύννεφα όλο και πύκνωναν.  Σκέπασαν τις γύρω ψηλές κορφές και ήρθαν και κάθισαν και στην ραχοκοκαλιά των Κοκκαλίων.  Άφησα την κορφή και πήρα τον δρόμο για τα χαμηλά με οδηγό τα νερά του Ζηλερορέματος, αρχή του ποταμού Ρουστιανίτη.  Τούτη τη φορά προτίμησα να ακολουθήσω μια πιο ελεύθερη διαδρομή, αφού είχα μια καλλίτερη αντίληψη από ψηλά για τον χώρο.  Χαμηλότερα διέκρινα τον δρόμο, που τον σκέπαζαν τα χιόνια.  Κατευθύνθηκα προς τα εκεί, αφού στόχευσα πρώτα να περάσω από τη στάνη που διέκρινα ενδιάμεσα.  Το χιόνι ήταν μπόλικο και ο δρόμος άφαντος.  αναζήτησα μονοπάτι, που λογικά θα έπρεπε να φεύγει από τη στάνη.

Δεν άργησα να το ανακαλύψω.  Με ανακούφιση το ακολούθησα και φυσικά σε λίγα μέτρα το έχασα.  Το χιόνι ήταν πολύ και μέσα στα έλατα δεν ήταν εύκολο να το βρεις. Ακολούθησα ελεύθερη πορεία, προσπαθώντας να ανακαλύψω κομμάτια του.  Για λίγο τα κατάφερα αλλά μόνο για λίγο.  Ήταν εκεί που ένιωθα πανευτυχής και.. ήμουν μέσα στο δάσος και πάλι και δεν είχα καμιά επικοινωνία με τον τόπο γύρω.  Συνέχισα να κατηφορίζω και να χάνω σιγά-σιγά ύψος σε μια αντίθετη πορεία απ’ αυτήν που έκανα όταν ανέβαινα. Το δάσος ήταν πυκνό και με κλίση.  Γρήγορα έχασα το μονοπάτι και τα κομμάτια του και βρέθηκα να βαδίζω με οδηγό το ένστικτό μου.

Στο πεδίο διέκρινα σημάδια  ανθρώπινης ζωής.  Συνάντησα λάστιχο νερού που οδηγούσε σε βαρέλι και που πάνω του είχε λινάτσα για να κρατά έξω φύλλα και κλαδιά από τα έλατα, καθώς και σωρούς από ποστιασμένα  ξύλα, αλλά και ίχνη από γιδόστρατα.  Σημάδια καλοκαιρινής κτηνοτροφικής ζωής.

Αποφάσισα να διακόψω τη διάσχιση του δάσους και να πέσω χαμηλά.  Μπήκα σε ένα ρεματάκι που γρήγορα με έριξε…στον δρόμο.  Ανάσανα, καθώς είχα τώρα αντίληψη του χώρου.  Τα νερά έτρεχαν από όλες τις πλευρές του βουνού προς τη μεριά του χωριού που πήγαινα και εγώ.  Το χωριό δεν φαίνονταν αλλά ήμουν στη σωστή πορεία.

Πάνω που έφτασα σε κόμβο, νάσου μια θειά, που είχε βγάλει τις γίδες στη βοσκή.  Την ρωτάω για την πορεία μου και για τον γρηγορότερο δρόμο να βρεθώ στο χωριό και αυτή – αφού προσπαθεί να συνέλθει από την ξαφνική παρουσία μου -,με στέλνει να ακολουθήσω ένα μικρό μονοπατάκι για να βγω στον Βλάχικο οικισμό που είναι ο γιος της εκεί, και θα μου πει!

11
Ξυλογέφυρο στο ποτάμι

Στο ποτάμι..

Αποφασίζω να ακολουθήσω τη συμβουλή της και πέφτω σε καταρράκτες και νερά, που κόντεψα να πνιγώ.  Ευτυχώς που αποζημιώθηκα από την ομορφιά του οικισμού, που δεν απείχε πολύ από το χωριό.  Τώρα ήμουν στον δρόμο για το ποτάμι.  Τα ατίθασα νερά των κορφών και των κλιτών (πλαγιών) είχαν κιόλας αφήσει το άτσαλο παιχνίδι τους και είχαν συμπτυχθεί σε σοβαρό ποταμάκι.

Έφτασα στο γεφυράκι, υψ. 900 μ.,  που είχα πρωτοσυναντήσει το πρωί, και τώρα έπρεπε να το περάσω.  Το νερό είχε τέτοια ορμή και δύναμη, που το νερό περνούσε πάνω από το γεφύρι.  Δεν είχα άλλο τρόπο να ξεπεράσω το εμπόδιο.  Έβγαλα αρβύλες και ότι άλλο μπορούσα και τα κρέμασα στον ώμο μου.  Ότι γλίτωνα καλά ήταν, διότι μετά θα έπρεπε να στεγνώνω για ώρα.  Μπήκα στο γεφυράκι και μετά από ένα σύντομο ντους, ήμουν στην άλλη όχθη.  Αυτό ήταν!  Είχα γίνει μούσκεμα και  έπρεπε να ανασυνταχθώ, αν ήθελα να εμφανιστώ στο χωριό.  Ο ήλιος κρατούσε ακόμη και τα ριγμένα στο έδαφος καφετιά φύλλα, ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία για ανάσα και για στέγνωμα.  Απ τη θέση αυτή είχα μια πανοραμική θέα στην κοιλάδα του ποταμού Ρουστιανίτη, που έφτανε να βλέπω μέχρι και τη συμβολή του με τον Σπερχειό ποταμό.

12
Διπλό εικονοστάσι, το παλιό και νεότερο

Μετά από ώρα, τούτη η αναγκαστική καθυστέρηση μου έδινε την δυνατότητα να συμμαζέψω τις σκέψεις μου.  Τα νερά δίπλα μου φώναζαν πια.  Είχα διανύσει τόσο δρόμο όλη μέρα, είχα βηματίσει μέχρι τις χιονισμένες κορφές, αλλά τη λαλιά του νερού όλο και την παραμελούσα.  Είχα στυλώσει τα μάτια μου στις ψηλές κορφές, στις εντυπωσιακές μύτες των γύρω ορεινών συγκροτημάτων.  Όσο εγώ προσπαθούσα να μιλήσω με τις ψηλές κορφές τόσο δίπλα μου το τραγούδι του νερού πάσχιζε να μου αποσπάσει τη ματιά μου, να σκύψω πάνω του.  Εγώ είχα τα μάτια και τη σκέψη στα ψηλά, δεν είχα μάτια να κοιτάξω χαμηλά.

Καθισμένος τώρα στο στεγνό ζεστό βράχο, δίπλα στο ποτάμι, για να στεγνώσω, ήταν η πρώτη φορά, που αναγκαστικά διέθετα τον χρόνο μου πάνω του.  Η γυαλάδα του ήλιου πάνω στα νερά τα αναβάθμιζε σε φλέβα  χρυσού που κατρακυλούσε.  Ένα ασταμάτητο κελαριστό τραγούδι, ένας αγώνας δρόμου να προλάβουν το μεγάλο ποτάμι, να σμίξουν με τον μεγάλο αδελφό.  Αφουγκράστηκα το μήνυμα του νερού, προσπαθώντας  να πιάσω κάποια σταγόνα απ τις τόσες που αναπηδούσαν έξω απ τον δρόμο τους αλλά εγκατέλειψα την ιδέα, μπας και βρεθώ εκ νέου στο νερό.

«Ευτυχής όποιος ξυπνάει από το δροσερό τραγούδι του ρυακιού, από μια πραγματική φωνή της ζωντανής φύσης.  Κάθε καινούρια μέρα έχει γι αυτόν το δυναμισμό της γέννησης.  Την αυγή, το τραγούδι του ρυακιού είναι ένα τραγούδι νιότης, ένα ελιξίριο ξανανιώματος.  Ποιος θα μας δώσει το φυσικό ξύπνημα, ένα ξύπνημα μέσα στη φύση;» (Bachelard Gaston1985:39)

Σίγουρα είχα μεθύσει με το τραγούδι του νερού,  είχα μελώσει με την ομορφιά της φύσης, αλλά πιο σίγουρα – και χαιρόμουν γι αυτό – ήταν η μοναδική στιγμή της ημέρας, που ζούσα με όλες μου τις αισθήσεις.  Άνοιξα τα μάτια μου και διαπίστωσα ότι ήμουν στο δάσος, και γύρω μου ρούχα πολύχρωμα απλωμένα.  Προσγειώθηκα, καθώς ο ήλιος είχε από ώρα γείρει.  Τα ρούχα μου είχαν στεγνώσει και έπρεπε να ανασυνταχτώ.

«Είναι απόλαυση να ακολουθώ το ποτάμι, να περπατάω κατά μήκος της όχθης του, στη σωστή κατεύθυνση, προς την κατεύθυνση του νερού που κυλάει, του νερού που οδηγεί τη ζωή αλλού, στο γειτονικό χωριό»  (Bachelard Gaston1985:12)  Ευχαρίστησα σιωπηλά το μάθημα του ποταμού, φορτώθηκα το σακίδιο και στεγνός πήρα τον δρόμο για το χωριό.

Τάκης Ντάσιος, 1994

Παραπομπές

(1) Γαρδίκι Ομιλαίων, ύψ. 1.000 μ. οικισμός του νομού Φθιώτιδας στις πλαγιές του όρους Οξιά, ΝΔ. της Λαμίας του δήμου Σπερχειάδος.  Στα 1928 είχε 1.018 κατοίκους, 1940 > 1.183, 1951 > 645, 1961 > 468, 1971 > 344, 1981 > 398, 1991 > 393

Πουγκάκια, ύψ. 900 μ. οικ. του νομού Φθιώτιδας στις πλαγιές του όγκου Κοκκάλια, ΝΔ. της Λαμίας νομού Φθιώτιδας δήμου Σπερχειάδος.  Στα 1928 είχε 457 κατοίκους, 1940 > 411, 1951 > 295, 1961 > 211, 1971 > 172, 1981 > 209, 1991 > 132.

Παλιοχώρι, ύψ. 900 μ. οικισμός του νομού Φθιώτιδας στις πλαγιές της οροσειράς Κοκκάλια, στα ΝΔ. της Λαμίας δήμου Σπερχειάδας.  Στα 1928 είχε 277 κατοίκους, 1940 > 300, 1951 > 272, 1961 > 248, 1971 > 185, 1981 > 186, 1991 > 219

Δήμος Τυμφρηστού, επαρχία Φθιώτιδας, απογραφή 1896)

Δήμος Τυμφρηστού (5.922 κ.): Μαυρίλο (333 κ.), Ζημιανή (509 κ., Δίκαστρο από το 1927), Ζιόψη (676 κ., Ασπρόκαμπος από το 1927), Κανάλια (425 κ.), Κάψη Μεγάλη (402 κ.), Κάψη Πέρα (512 κ.), Κάψη Μεσαία (205 κ.), Λευκάδα (399 κ.), Μερκάδα (397 κ.), Νεοχώρι (311 κ.), Παλιόκαστρο (470 κ.), Παλιοχώρι (242 κ.), Περίβλεπτο (279 κ.), Πιτσιωτά (363 κ.), Πουγκάκια (399 κ.).

«..Μετά τα Καμπιά, στα 50 χιλ. Λευκάδα και στο 64 χιλ. το Γαρδίκι Ομιλαίων, υψ. 1.050 μ.  Θαυμάσιο χωριό με έλατα και κρύα νερά, που είναι από τα πιο ωραία κέντρα παραθερισμού.  Απέναντι το βουνό της Σαράνταινας (Οξιά), το μοναδικό δάσος της «Οξιάς».  Δρόμος από το Γαρδίκι οδηγεί στα ελατοχώρια Παλιοχώρι και Πουγκάκια, δροσεροί τόποι..»  (Ροδάκι Περικλή, Τριανταφύλλου Κώστα1960:571)

(2) Κοκκάλια, ύψ. 1.720 μ., «ορεινός όγκος στη ΝΑ πλευρά του νομού Ευρυτανίας και στη δυτική πλευρά του νομού Φθιώτιδος.  Αποτελεί το βόρειο τμήμα της μεγάλης ανώνυμης οροσειράς (Κοκκάλια-Ᾱλογοβούνι-Οξιά) που εκτείνεται νότια του ορεινού συγκροτήματος του Τυμφρηστού (ράχη Τυμφρηστού -1.200 μ.) μέχρι τον ποταμό Εύηνο ή Φίδαρη) στα νότια.  Στα δυτικά ο Κρικελλοπόταμος τον χωρίζει από την ανώνυμη οροσειρά Νεραϊδοβούνι-Πύργος-Τσούμα, ενώ στα ανατολικά οι απολήξεις του φθάνουν μέχρι τον ποταμό Σπερχειό.  Τα πετρώματά του είναι φλύσχης.  Η ψηλότερη κορφή είναι το Καστρί, ύψ. 1.720 μ.  Άλλες ψηλές κορφές Καψάλα 1.502 μ., Κουτσούβαρι 1.500 μ. -1.347 μ.   Ανάβαση στην κορυφή μπορεί να γίνει από τον οικ. Πουγκάκια, ύψ. 1.000 μ. σε 0330ω. περίπου ή από κάποιο σημείο του δρόμου. υψ. 1.320 μ. για Κρίκελλο, όπου διασταύρωση για μνημείο «Γαλατών», ύψ. 1.420 μ. σε 0200ω. περίπου»  (Νέζη Νίκου 2010:160)

«Η Οξιά και τα Κοκκάλια είναι η γέφυρα ανάμεσα στα δυο μεγάλα ορεινά (Βαρδούσια και Βελούχι) κομμάτια της Ρούμελης.  Τα Κοκκάλια φτάνουν μέχρι τη ράχη Τυμφρηστού και εκεί αγγίζουν το Βελούχι.  Είναι μια σαφής ράχη με αραιά δένδρα στην κόψη, αλλά πυκνά δάση στα γύρω».   (Αδαμακόπουλου Τριαντάφυλου1986: 139-140)

(3)   Ποταμός Ρουστιανίτης, ξεκινά απ τα ψηλώματα της οροσειράς Κοκκάλια, ανάμεσα απ τις κορφές, 1..716 μ. – 1.665 μ. με κατεύθυνση ανατολική.  Στην αρχή του ονοματίζεται Ζηλερόρεμα, διέρχεται κάτωθεν χ. Πουγκάκια, Μαστοραίϊκα, Κανάλια, Μονής Παναγιάς Ρούστιανης (6), Κάτω Κανάλια, κάτωθεν τοποθεσίας Ρούστιανη, κάτωθεν χ. Λευκάδα και σμίγει με τον Σπερχειό ποταμό.

(4)  Τειχάκι, κοίλο από πέτρες όρθιες, που υψώνουν συνήθως οι βοσκοί, μέχρι μισό  μπόι, όπου μπορεί να λουφάξει κανείς, προστατευόμενος απ τον αέρα.

(5)  Κοκκάλια, η μάχη των Αιτωλών με τους Γαλάτες.  Στα 279 π. Χ. μια πολυάνθρωπη στρατιά Γαλατών με αρχηγό το Βρένο εισέβαλε από τη Μακεδονία, μέσω Θεσσαλίας στην Στερεά Ελλάδα με τελικό σκοπό να λεηλατήσουν το Μαντείο των Δελφών.  Όμως στις Θερμοπύλες οι Έλληνες με πρώτους και καλύτερους του Αιτωλούς τους αναχαίτισαν.  Ο Βρένος θέλοντας ν’ αναγκάσει τους Αιτωλούς να φύγουν από τις Θερμοπύλες έστειλε 40.000 Γαλάτες με αρχηγούς τον Ορεστόριο και τον Κόμβουτι και εισέβαλαν στην Αιτωλία.  Έφτασαν μέχρι το Κάλλιο, το οποίο λεηλάτησαν και προέβησαν σε ανήκουστα ανοσιουργήματα και καταστροφές.  Οι Αιτωλοί πληροφορούμενοι το γεγονός εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και έσπευσαν στην Αιτωλία.  Έτσι ο Βρέννος πέρασε τις Θερμοπύλες.  Οι Γαλάτες του Ορεστόριου και του Κόμβουτι, μετά την καταστροφή του Καλλίου ξεκίνησαν να συναντηθούν με το κύριο σώμα των Γαλατών.  Στην επιστροφή τους έφτασαν μέχρι τα Κοκκάλια, όπου τους περίμεναν οι Αιτωλοί.  Εκεί δόθηκε σκληρή μάχη και συντρίφτηκαν.  Ο Γκιόλιας Μάρκος στο Ιστορία των αρχαίων Ευρυτάνων, σ. 99, αναφέρει «η επιχώρια παράδοση διέσωσε πως η τελική συντριβή των Γαλατών πραγματοποιήθηκε στην επικράτεια των Ευρυτάνων, στην στρατηγική θέση Κοκκάλια της περιοχής Κρικέλλου, όταν επέστρεφαν από την καταστροφή του Καλλίου.  Η παράδοση επιβεβαιώθηκε κι από αρχαιολογικά τεκμήρια.  «Στο πεδίο της μάχης διατηρούνταν μέχρι και το 1838 τα λιθοδομικά ερείπια αρχαίου οχυρωματικού πύργου ή μάλλον τροπαίου που στήθηκε εκεί, ενώ το μέρος ήταν κατάσπαρτο από πολυάριθμα ανθρώπινα οστά ζυμωμένα κυριολεκτικά με το χώμα.  Επίσης βρέθηκαν θραύσματα σιδερένιων όπλων, μία περικεφαλαία, ένα ξίφος, τεμάχια από ακόντια και μαχαίρια καθώς και νομίσματα»  (Αρχαιολογική Εφημερίς, 1838, σ.90)

Στα Κοκκάλια (Ευρυτανία, Φθιώτις) «κοντά στο χωριό τη Λάσπη (Άγιος Νικόλαος) στο βουνό, έγινε τον παλιό καιρό μεγάλος πόλεμος και σκοτωμός.  Ακόμα ως τώρα βρίσκονται εκεί πολλά κόκκαλα, γι’ αυτό και τον τόπο τον έβγαλαν Κοκκάλια.  Οι οχτροί σκοτώσαν ύστερα από τον πόλεμο και ένα πλήθος παιδιά, κι αυτά βγαίνουν τη νύχτα και κλαίνε.  Και από το κλάψιμο αυτό ονομάστηκε και το χωριό Κλαψί.»   (Πολίτη Γ. Νικολάου1904: 7)

(6) «Το μοναστήρι της Παναγίας της Ρούστιανης («Γενέσεως της Θεοτόκου»), ιδρύθηκε επί Τουρκοκρατίας (πιθανώς γύρω στον ΙΕ’ αιώνα), από μοναχούς που βρήκαν καταφύγιο στα βουνά της παραποτάμιας Ρουστιανίτικης γης, απέναντι από τον οικισμό Κανάλια (στο σημερινό νομό Φθιώτιδας).  Σύμφωνα με τα στοιχεία από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ήταν κυρίαρχο, ανδρικό, κοινοβιακό μοναστήρι, με δύο μετόχια: το Μετόχι της Ζωοδόχου Πηγής στον οικισμό Πίτσιον και το Μετόχι του Αϊ-Γιάννη στη Λευκάδα».  (Περιοδικό. «Στερεοελλαδική Εστία» έτος Γ’, Σεπτέμβρ.-Δεκέμβρ. 1962, τ.17-18)

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Καλτσά Δ. 1979: «Ο γάμος στο χωριό Πουγκάκια στη Φθιώτιδα» στο περιοδικό ΦΘΙΩΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ (ΦΣ)

Καραγιάννη Αθ.1982: «Η λαϊκή ξυλογλυπτική στα Πουγκάκια» στο περιοδικό ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ (ΓΧ)

Bachelard Gaston1985: Το νερό και τα Όνειρα, δοκίμιο πάνω στην φαντασία της ύλης, μτφρ. Τσούτη Έλση, 2η έκδοση, εκδ. Χατζηνικολή

Αδαμακόπουλου Τριαντάφυλλου, Χατζηρβασάνη Βασίλη, Ματσούκα Πηνελόπη1986: Τα βουνά της Ρούμελης, οδηγός πεδίου για τα ελληνικά βουνά, εκδ. Πιτσιλός,

Τσαρού Θ.1982: Το χωριό μου το Γαρδίκι (Ομιλαίων), Αθήνα

Κορέλη Λευτέρη1987: Το Γαρδίκι Ομιλαίων και η ιστορία του, Αθήνα

Μηχιώτη Χαρίλαο1990: Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι, γεωγραφική, χωροταξική, ιστορική, οικονομική, πολιτιστική προσέγγιση Ευρυτανία: Καρπενήσι, Φουρνά, Μεγ. και Μικρό Χωριό κ.λπ.) Δυτ. Φθιώτιδα (Μαυρίλο, Παλιόκαστρο, Νεοχώρι, Άγ. Γεώργιος κ.λπ.), εκδ. Κασταλία, Αθήνα

Τσίπηρα Κώστα1992: Στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, σειρά: πεζοπορία-ορειβασία, σ. 152-3, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη

Γκιόλια Α. Μάρκου 1999: Ιστορία των αρχαίων Ευρυτάνων, εκδ. Πορεία, Αθήνα

Χουλιάρα Γιώργου-Περικλής2006: «Ο δρόμος είναι άσωτος…» ΕΛΑΣ, Δημοκρατικός Στρατός, Πολωνία, 1941-1958, εκδ. Οιωνός

Χουλιαρά Αλέξανδρου2008: Κρίκελλο, ένα Ευρυτανικό κεφαλοχώρι, ιστορία, πολιτισμός ανάπτυξη, Αθήνα

Οδικός και περιηγητικός Άτλας2009: Στερεά Ελλάδα, κλίμακα 1: 50.000, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Νέζη Νίκου2010:Τα ελληνικά βουνά, γεωγραφική εγκυκλοπαίδεια, Ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη), τόμος 2, εκδ. Ε.Ο.Ο.Α., Κληροδότημα Αθ. Λευκαδίτη

Σταματελάτου Μιχαήλ, Βάμβα-Σταματελάτου Φωτεινή2012: «Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας», έκδ. Δ.Ο.Λ. ΤΑ ΝΕΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s