Σπονδή για βροχή

Ἐνα πρωινό, πριν καιρό,  κατέβαινα από τις ανατολικές πλαγιές του Παρνασσού (1).  Είχα τελειώσει με μια διαδρομή μου στο βουνό και είχα πάρει το δρόμο της επιστροφής.  Κόντευε να τελειώσει ο μήνας Οκτώβρης και ο καιρός δεν έλεγε να αλλάξει.  Όλα είχαν στεγνώσει, το έδαφος πολύ σκληρό, οι γεωργοί τραβούσαν τα μαλλιά τους περιμένοντας τη βροχή για τη σπορά –ακόμη και τα πουρνάρια ολόγυρα έδειχναν βασανισμένα– και οι τσοπάνηδες με τα ζωντανά τους απελπισμένοι. (1α)

1
Ακόμη και στα ψηλώματα, έχει μέρες να βρέξει.

Το καλοκαίρι είχε ξεχαστεί, τα πρωτοβρόχια δεν έλεγαν να φανούν και ο τόπος αναστέναζε, κουρασμένος από την ξηρασία.  Μόνο ελπιδοφόρο μήνυμα, τα σύννεφα της υγρασίας που έκαναν την εμφάνισή τους το πρωί, όταν ο ήλιος έβγαινε, μετά όμως, το έβαζαν κι αυτά στα πόδια.

Κατηφόρισα στη μικρή κοιλάδα που σχηματιζόταν ανάμεσα σε λόφους και πλαγιές του κυρίως κορμού του Παρνασσού και είχα προορισμό το Σ.Σ. Δαύλειας.  Άφησα τη μονή Ιερουσαλήμ και πήρα το δρόμο για το χωριό, που λιαζόταν στον πρωινό ήλιο.  Στο κάτασπρο εικονοστάσι, στην άκρη του δρόμου, σταμάτησα για ανάσα και ν’ απολαύσω το σκηνικό που ανοιγόταν μπροστά μου.

2
Το καρστικοποιημένο υψίπεδο του Ακρινού Νερού, στη βάση των Μαύρων Λιθαριών

Την ησυχία του τόπου διέκοψαν οι φιγούρες δύο Αλβανών, που με το τσουβάλι στον ώμο, μπήκαν στη σκηνή.  Σαστίσαμε στιγμιαία και μετά αυτοί, αποφάσισαν να περάσουν τον δρόμο και να συνεχίσουν, ανάμεσα στα χωράφια, πορεία ελευθέρας ‘βοσκής’, προς αναζήτηση καμιάς ευκαιριακής απασχόλησης στο επόμενο χωριό και εγώ κατηφόρισα προς το χωριό Δαύλεια (2).  Καθώς έμπαινα, έκανα την σκέψη ότι είναι πολύ όμορφο χωριό, μεγάλο, σφιχτοδεμένο, με ρουμελιώτικο χρώμα, κάτι που στα περισσότερα χωριά, έχει χαθεί.

3
έξω απ το χωριό Δαύλεια

Στους δρόμους είδα ανθρώπους ντυμένους με τα καλά τους, με τους οποίους ανταλλάξαμε χαιρετισμούς και η εκκλησιά του χωριού γεμάτη κόσμο.  Μαυροφορημένες γυναίκες του χωριού και στο προαύλιο της εκκλησιάς, καταμεσής, κολυμπήθρα και παραδίπλα της ο ιερέας με άσπρα. Εικόνες που γύριζαν και ξαναγύριζαν στο νου μου, στα μάτια μου.

Η καμπάνα χτύπησε και έκανα τη σκέψη ότι θα είχαμε κάποια γιορτή, πιθανά κάποια βάπτιση ή «τέλος πάντων κάτι γιορτάζουν-τιμούν», κατέληξα.

Επειδή ερχόμουν απ’ τις ψηλές κορφές του βουνού, δεν σταμάτησα, αλλά απλά κοντοστάθηκα με διακριτικότητα, για να μην αποσπάσω την προσοχή του κόσμου με την εμφάνισή μου.  Συνέχισα να κατηφορίζω ανάμεσα στα σπίτια, ενώ ο κόσμος ανηφόριζε προς την κεντρική εκκλησία του χωριού.

Κάποια στιγμή πέφτω πάνω στον αξιωματικό της χωροφυλακής, που έκοβε την κυκλοφορία (τι κυκλοφορία μπορούσε να έχει το χωριό), διότι ανέβαινε ολόκληρη πομπή.  Χωρίς να ρωτήσω, κάνω στην άκρη και σταματώ.  Σε λίγο ξεπροβάλλει μπροστά μου ένα πλήθος νεαρών παιδιών με υψωμένα τα εξαπτέρυγα.  Καθηλώνομαι!  Καθώς αυτά έλαμπαν στον ήλιο, μου φάνηκαν αμέτρητα, επιβλητικά, ολόκληρος στρατός αγγέλων.  Ακολούθησε ο δέσποτας, που κρατούσε την άγια εικόνα στα χέρια του, πλαισιωμένος από διάκους.  Δίπλα ο ψάλτης να κρατά ένα ψαλτήρι και να ψέλνει κομμάτια από αυτό.

4
Η κωμόπολη της Δαύλειας στις ανατολικές πλαγιές του Παρνασσού

Καθηλώθηκα, είχα πέσει από τις κορφές που ήμουν δυο μέρες και ξαφνικά βρέθηκα, σ’ ένα πλήθος κόσμου, μέσα σε μια λιτανεία.

Χωρίς να ξέρω ακόμη τι γιορτή ήταν, βλέπω ανθρώπους να ξεπετάγονται από τα σπίτια, να διασχίζουν  το πλήθος, να σκύβουν να φιλήσουν την εικόνα. Επειδή ήταν ανηφοριά, ο ιερέας σταμάτησε αλλά ο ψάλτης συνέχισε. Χωρίς να καταλάβω πώς, βρίσκομαι και εγώ μπροστά στην εικόνα, σκύβω και τη φιλάω.  Συνειδητοποιώ πως βρίσκομαι για μια στιγμή στο επίκεντρο, εκεί δίπλα στην άγια εικόνα και τρομοκρατημένος κάνω διακριτικά παραδίπλα.  Πλήθος κόσμου, όλο το χωριό και πολλοί άλλοι, βημάτιζαν από πίσω.  Εγώ  μαρμαρωμένος και ο κόσμος να περνάει μπροστά μου και τελειωμό να μην έχει.  «Η κεφαλή της λιτανείας θα είχε φτάσει κιόλας στην εκκλησιά!», σκέφθηκα.

5
Λιτανεία στους δρόμους της Δαύλειας

Απο-μαρμαρώνομαι, καθώς ο ήλιος παραχτύπησε το κεφάλι μου και  σκύβοντας δίπλα σε κάποιον, ρωτάω,  «Τί γιορτάζουμε»;

«Σπονδή για βροχή», μου λέει ο άνθρωπος και τον ευχαριστώ.

Έμεινα αποτραβηγμένος στην άκρη του δρόμου, ενώ ο κόσμος είχε περάσει και χαθεί στη στροφή της ανηφοριάς.   Προσγειώθηκα ανώμαλα στην πραγματικότητα, καθώς ο νους μου πέταξε μακριά.

6
Λιτανεία στους δρόμους του οικισμού Ι

Παλιά οι ανθρώποι, σε περιόδους μεγάλης ανομβρίας, συνήθιζαν να καταφεύγουν στον Θεό, στους Αγίους τους και με τις δεήσεις να τους παρακαλούν να φέρει την πολυπόθητη βροχή στον τόπο τους.  Το είχαμε ακούσει σε χωριά, το έλεγαν οι παλιότεροι.  Για παράδειγμα, στα χωριά του Σμόλικα, εκεί που οι βροχές ήταν πολύ συχνές ακόμη και τους καλοκαιρινούς μήνες, συχνά οι κάτοικοι αντιμετώπιζαν το φαινόμενο της ανομβρίας.   Στο χωριό Πάδες (3), οι κάτοικοι, συγκεντρώνονταν με τον παπά του χωριού, έπαιρναν  την άγια εικόνα στα χέρια και μπροστά ο παπάς και πίσω το χωριό, ανέβαιναν μέχρι τη Δρακόλιμνη, ψηλά στα 2.200μ.  Έκαναν τις δεήσεις τους και μέχρι να γυρίσουν στο χωριό, τους προλάβαινε η βροχή!

7
Η δρακόλιμνη του Σμόλικα σε υψ. 2.200 μ.

Τα είχαμε όμως ξεχάσει όλα αυτά.  Ο τρόπος ζωής,  επίπεδος, κατήργησε και την επαφή μας με άλλα.  Για μεγάλο διάστημα η πίστη των ανθρώπων αμφισβητήθηκε, καθώς η ευημερία των τόσων νέων ανέσεων, εισέβαλε στη ζωή μας, κάνοντας αισθητή την παντοδυναμία της.

Δ. 8
Η οργωμένη γη περιμένει κι αυτή τη βροχή της…

Ξεχάσαμε τα παλιά και μαζί μ’ όλα τ’ άλλα και την πίστη μας στο ‘άνωθεν’.

Το φυσικό περιβάλλον, που για αιώνες υπήρξε σύντροφος και συνοδοιπόρος του ανθρώπου, πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Ο άνθρωπος στις μέρες μας, δείχνει να βολεύεται στην ευκολία των σύγχρονων επιτευγμάτων της επιστήμης.  Έχοντας εξαντλήσει όλα τα σύγχρονα μέσα πια, ξαναγυρίζει πίσω, εκεί που είχε αφήσει τα πράγματα.

Πρώτοι οι άνθρωποι της φύσης, του ανοιχτού ορίζοντα και του αγέρα, ξαναθυμήθηκαν την παραμελημένη πίστη τους. Οι γεροντότεροι μουρμούρισαν τα λόγια, που έλεγαν πάντα αλλά κανείς δεν τους άκουγε, κουνώντας το κεφάλι τους με σημασία.

Οι σπορές δεν έφταναν στον καρπό, γιατί δεν έλεγε να βρέξει.  Τα ποτάμια στέρεψαν, τα ρυάκια ξέφτισαν και ο μεγαλοπρεπής όγκος του θεϊκού βουνού από πάνω, ο Παρνασσός, έχασε την επικοινωνία του με τους ανθρώπους.

Τα βουνά στέγνωσαν, ο τόπος ξεράθηκε.  Έχασε το ύψος του και τη μεγαλόπρεπη θωριά του.  Έφυγαν οι θεοί, απέσυραν την εύνοιά τους.

9
Ο Σ.Σ. Δαύλειας (υψόμετρο σταθμού 121 μέτρα και απέχει απ τον Αθήνα 152 χιλ.)

Εδώ κάτω στη γη, οι ανθρώποι, έβαλαν όλοι μαζί τη πίστη τους, να ζητήσουν βροχή.  Θέλουν νερό για να συνεχίσουν να ζουν, θέλουν ξανά, τη δική Του εύνοια.  Θέλουν να ξαναπροσπαθήσουν, να προστρέξουν, στη πηγή των πραγμάτων, στην αρχή των πάντων.

Η ακολουθία είχε περάσει από ώρα.  Εγώ αποσβολωμένος είχα χαθεί.  Έτσι όπως στεκόμουν, σήκωσα τη ματιά μου που προσέκρουσε στις κορφές του βουνού.  Το χαμηλό σύννεφο της πρωινής δροσιάς με τη δύναμη τού ήλιου, είχε γίνει κανονικό σύννεφο των κορφών τώρα.  Λες;

10
Χιλιομετρικός οδοδείκτης στη δημοσιά Λειβαδιά – Λαμία μέσω Μπράλλου

Η καμπάνα ξαναχτύπησε γεμίζοντας τον τόπο.  Φορτώθηκα το σακίδιό μου στην πλάτη και πήρα το δρόμο για τα χαμηλά.  Ο δρόμος ήταν μακρύς και  έως εκεί, σίγουρα είχα την ευκαιρία να απαντήσω σε πολλά ερωτήματα του εαυτού μου. Σίγουρα ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία, να επαναπροσδιορίσω και εγώ το δικό μου δρόμο.

Όμως η δύναμη της προσευχής μου διέφευγε, για άλλη μια φορά.  θυμήθηκα τα λόγια του γιατρού φίλου μου, που πριν φύγω για τα ψηλά, εκεί που καθόμασταν και τα λέγαμε, αποβραδίς, μου λέει: «Προσεύχεσαι καθόλου»;

«Ε.».. και συνέχισε: «Εσύ που πηγαίνεις στα βουνά, θα έπρεπε να το κάνεις»..

Τάκης Ντάσιος, Οκτώβρης, 1990

 

Παραπομπές

(1) Βουνό Παρνασσός με ψηλότερη κορφή τη Λιάκουρα, ύψους 2.456 μ. Στο βουνό υπάρχουν δύο ορειβατικά καταφύγια, το ένα στην τοποθεσία Σαραντάρι, ύψ. 1.900 μ. και το άλλο στην τοποθεσία Κοντόκεδρο, υψ. 1.700 μ.

Μεγάλο ορεινό συγκρότημα στο μέσον της νότιας πλευράς του νομού Φθιώτιδας, στη ΒΔ. άκρη του νομού Βοιωτίας και στην ανατολική πλευρά του νομού Φωκίδας.  Περιοριζόμαστε στο ανατολικό τμήμα του Παρνασσού, αυτό είναι και σηματοδοτημένο και διέρχεται από Δαύλεια –Ακρινό Νερό –Μπαϊντανόραχη – Σιδηρόπορτο – Τσάρκος –Λιάκουρα – χαράδρα Βελίτσας –χ. Τιθορέα –Κάτω Τιθορέα.  Το πέτρωμά του είναι διαφόρων ειδών ασβεστόλιθοι.  Ο Παρνασσός είναι κατάφυτος από έλατα, μαυρόπευκα, αγριοκορομηλιές, κέδρα κ.ά. είδη.  Το 1938 μία έκταση 35.130 στρεμμάτων ανακηρύχθηκε Εθνικός Δρυμός, ενώ το Δάσος της Τιθορέας (2.000) από την Τιθορέα μέχρι τη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου, έχει χαρακτηριστεί Αισθητικό Δάσος..  Ο Εθνικός Δρυμός Παρνασσού καθώς και το δάσος της Τιθορέας έχουν ενταχθεί στο δίκτυο προστατευομένων περιοχών Natura 2000 και έχει χαρακτηριστεί ως σημαντική περιοχή για τα πουλιά.  Η ψηλότερη κορυφή του Παρνασσού είναι η Λιάκουρα, ύψους 2.456 μ.  Στον Παρνασσό υπάρχουν μεγάλες περιοχές που έχουν υποστεί έντονη καρστικοποίηση με αποτέλεσμα να έχει αρκετές δολίνες, πόλγες, βάραθρα και σπήλαια.

Η πραγματοποιηθείσα διαδρομή μου: Απ τις κορφές Μαύρα Λιθάρια, ύψ. 2363 μ. και 2.326 μ. στα ανατολικά του Παρνασσού, κατεβαίνουμε αρχικά στη τοποθεσία Ακρινό νερό και Διστομίτικα Καλύβια και μετά ακολουθούμε το μονοπάτι ΝΟ 22 που διέρχεται απ τη Μονή Ιερουσαλήμ.  Στη συνέχεια  κατηφορίζουμε στην τοποθεσία Λαπαθιά (χώρος συνάθροισης των Σαρακατσαναίων Βοιωτίας  στο ετήσιο Αντάμωμα) και φτάνουμε στο χ. Δαύλεια.  Συνεχίζοντας στη δημοσιά, περνάμε απ το χ. Μαυρονέρι και φτάνουμε στον Σ.Σ. Δαύλειας (για τραίνο)  και δίπλα η δημοσιά Λειβαδιά – Μπράλλος- Λαμία.

Το μεγάλο εθνικό μονοπάτι 22, που συνδέει τον Παρνασσό με την Πάρνηθα, αρχίζει από τον οικισμό Επτάλοφος (Άνω Αγόριανη), ύψ. 870 μ. συνεχίζει προς τον οικ. Άνω Πολύδροσος (Άνω Σουβάλα), ύψ. 780 μ., συνεχίζει Ν.-ΝΑ. περνώντας από τις τοποθεσίες Καρκαβέλι, Κελάρια και από τις κορφές Γεροντόβραχος, Τσαρκόρραχη και Μπαϊντανόρραχη και στη συνέχεια κατηφορίζει προς την Μονή Ιερουσαλήμ (παράκαμψη στην τοποθεσία Ακρινό Νερό) και προς τον αυχένα Ζεμενού για να συνεχίζει στο βουνό Ξεροβούνι (Κίρφη).

Μονή Ιερουσαλήμ, γυναικείο μοναστήρι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου.  Βρίσκεται ψηλότερα απ την κωμόπολη της Δαύλειας, στα Ανατολικά του Παρνασσού.  Εξαρτάται από τη Μητρόπολη Θηβών και Λειβαδείας (έδρα Λιβαδειά).    H ακριβής χρονολογία  ίδρυσής του δεν είναι γνωστή, σύμφωνα ωστόσο με μια παράδοση ιδρύθηκε τον 11ο αι.  Γραφτές πηγές αναφέρουν ότι παλαιότερα το μοναστήρι συνδέονταν στενά με την Παλαιστίνη κι είχε υπαχθεί σαν μετόχι στο Σινά.  Το 1823 η μονή κάηκε από τους Τούρκους, το δε καθολικό του ξαναχτίστηκε ύστερα από την καταστροφή στους σεισμούς του 1870» (Κοκκίνη Σπύρου1976:148)

(1α)    Πριν λίγα χρόνια, την εποχή που εμφανίστηκε το πρόβλημα της έλλειψης νερού, τα πράγματα έδειξαν να είναι ιδιαίτερα κρίσιμα και ο κόσμος προβληματισμένος, καθώς οι σύγχρονες κοινωνίες που είχαμε φτιάξει, δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν τέτοιου είδους σοβαρά προβλήματα.  Ήταν τότε, που ξανά-ανακάλυπταν οι άνθρωποι, ότι δεν είχαμε διδαχθεί τίποτα από το φυσικό μας περιβάλλον.

(2) Χ. Δαύλεια, υψ. 340 μ., μεγάλος ημιορεινός οικισμός της Βοιωτίας στις ανατολικές απολήξεις του Παρνασσού στα ΒΔ. της Λιβαδειάς.  Στα 1928 είχε 2.176 κατοίκους, 1940 > 2.596, 1951 > 2.451, 1961 > 2.111, 1971 > 1.899, 1981 > 2.260, 1991 > 2.188, 2001 > 1.764 .  Κοντά στον οικισμό ευρίσκεται η αρχαία πόλη Δαυλίς, η Δαυλίς (και Δαύλεια ή Δαυλία).  Πρόκειται για  αρχαία πόλη της Φωκίδος, στον σημερινό νομό Βοιωτίας κοντά στον οικ. Δαύλεια.  Από την αρχαία πόλη διατηρούνται λείψανα τειχών.  Καταστράφηκε το 480 και το 346 π .Χ., το 198 π. Χ. την πήραν οι Ρωμαίοι.  Αργότερα αναφέρεται ως έδρα επισκόπου (Σταματελάτου Μιχαήλ, Φωτεινή Βάμβα-Σταματελάτου2012:181-2)  «Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, στη Δαυλίδα κατοικούσε ο βασιλιάς των Θρακών, Τηρέας, ο οποίος βίασε τη Φιλομήλα, αδελφή της συζύγου του, Πρόκνης και τιμωρήθηκε αργότερα από τις δύο γυναίκες, οι οποίες σκότωσαν τον γιο του, Ίτυ και τον έβαλαν να φάει τις σάρκες του.  Η Πρόκνη την οποία καταδίωκε ο Τηρέας, μεταμορφώθηκε από τους θεούς σε αηδόνι και γι αυτό παλαιότερα ονόμαζαν το αηδόνι δαυλιάδα.  Η Φιλομήλα μεταμορφώθηκε σε χελιδόνι και ο Τηρέας σε τσαλαπετεινό ή γεράκι»  (Κόμητα Κατερίνα, Μιχαλόπουλου Αριστείδη: νομός Βοιωτίας Νο 11: 112-3)

(3) Χ. Πάδες, υψ. 1.140 μ. οικισμός στις πλαγιές του όρους Σμόλικα, βόρεια των Ιωαννίνων του δήμου Κονίτσης.  Στα 1928 είχε 344 κατοίκους, 1940 > 279, 1951 > 150, 1961 > 138, 1971 > 64, 1981 144, 1991 > 91.  (ό.π.τ.Γ’ σ.20)

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Λάππα Τάκη1937: Στα ψηλώματα του Παρνασσού, Αθήνα

Σαρρή Ιωάννη1937: «Η μορφολογία του Παρνασσού» στο ΒΟΥΝΟ Μηνιαίο Δελτίο Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, Οκτώβριος, έτος Δ’, Αριθ. 46, σ.235–242

Κοκκίνη Σπύρου1976: Τα μοναστήρια της Ελλάδος, Οδηγός, ιστορία, θησαυροί, βιβλιογραφία με παράρτημα δεκαπέντε κειμένων και στατιστικών πινάκων, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου & Σία Α.Ε.

Νέζη Νίκου1979: Τα Ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα

Σφήκα Γιώργου1980: Τα βουνά της Ελλάδας, σειρά Ελληνική φύση, έκδ. Ευσταθιάδης Π. & Υιοί Α.Ε.

Παπαχρίστου Α. Κώστα1984: Παρνασιώτικα, γλωσσικά, ιστορικά και αρχαιολογικά, λαογραφικά, έκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Ντάσιου Τάκη1990: Παρνασσός, Ανατολική προσέγγιση, από Δαύλεια, 19-11-1990 (άρθρο ανέκδοτο)

Τσίπηρα Κώστα1992: Στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα

Στερεά Ελλάδα1998: Παρνασσός, οδηγός πεδίου στον ορεινό χώρο και πολιτισμό, + πλήρης αναρριχητικός οδηγός + οδηγός ορειβατικού σκι, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Χαρατσή Νίκου2000: Οδηγός Παρνασσού για περιπατητές, 56 διαδρομές σε μονοπάτια του Παρνασσού, Α΄ έκδοση, εκδ. Επικοινωνία

Στερεά Ελλάδα2009: Oδικός και περιηγητικός Άτλας, 1: 50.000 έκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Νέζη Νίκου2010: Τα Ελληνικά βουνά γεωγραφική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 2, Ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη), εκδ. Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας Αναρρίχησης –Κληροδότημα Αθ. Λευκαδίτη, Αθήνα

Ματσούκα Πηνελόπη2010: Παρνασσός, Γκιώνα, Βαρδούσια, σειρά: όπως πετάει ο γλάρος, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Νομός Βοιωτίας Στερεά Ελλάδα, Νο 11, σειρά Ελλάδα (ιστορία, οικονομία, πολιτισμός, πρόσωπα, γεωγραφία, χάρτες, λαογραφία, μουσεία), εκδ. ΔΟΜΗ, ειδική προσφορά της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ

Αλεξάκη Π. Ελευθέριου2010: Ορεινή Στερεά Ελλάδα, Εθνολογικό ημερολόγιο (1984 -1991), κεφάλαιο: Ταξίδι 7ο 22η Ιουλίου -14η Αυγούστου 1991 νομός Βοιωτίας, σ.427-506, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα

Σταματελάτου Μιχαήλ, Βάμβα, Σταματελάτου Φωτεινή2012: Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας, τ.Α’, έκδ. Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη (Δ.Ο.Λ.)

Το φωτογραφικό οδοιπορικό

Αργά το Φθινόπωρο, βρίσκομαι στις ψηλές κορφές του ανατολικού συγκροτήματος του Παρνασσού.  Ακόμη κι εδώ στα ψηλά, ο τόπος είναι ξηρός.  Κατεβαίνοντας στο ύψος των οικισμών, τα χόρτα στις άκρες των δρόμων είναι κατάξερα.  Μπαίνω στο χωριό και διασταυρώνομαι με τους κατοίκους του χωριού, που λιτανεύουν προσευχόμενοι να έρθει βροχή.  Θυμάμαι μια ιστορία που για παρόμοιο λόγο, παλαιότερα μου λέγανε οι κάτοικοι στο χ. Πάδες, που ανέβαιναν ψηλά στον Σμόλικα, στη Δρακόλιμνη, σε ύψος 2.200 μ.  Αφήνω τους ανθρώπους στο τελετουργικό τους μ ένα  κεφάλι γεμάτο σκέψεις και προβληματισμούς κατηφορίζω διασχίζοντας τα «σκασμένα» χωράφια του κάμπου, μέχρι τον κεντρικό, όπου πρέπει να προβληματιστώ τώρα για το μεταφορικό μέσο (σιδηροδρομικώς ή οδικώς) για την επιστροφή μου…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s