Σκαρφάλωμα μετά από καιρό..

«Άντε να πάμε να κάνουμε κάνα σκαρφάλωμα.  Όλο σε  βουνά τρέχουμε, έχουμε γυρίσει όλα τα ορεινά της χώρας», έλεγε και ξανάλεγε ο Γιώργος και είχε δίκιο.  Πάνε χρόνια που είχε αφήσει και αυτός το σκαρφάλωμα – είχε βγάλει κάνα – δυο φορές και τον ώμο του- αλλά το μικρόβιο υπήρχε μέσα του, τον έτρωγε.  «Το βουνό μπορεί να είναι καλό αλλά το σκαρφάλωμα είναι άλλο πράγμα».  Παραδοσιακός σκαρφαλωτής του τέλους της δεκαετίας του ΄70, μέλος του Σ.Ε.Ο. Αθηνών, μαθητής του Παναγιώτη Μποτίνη, είχε μείνει σε κείνη την εποχή, σ’ εκείνα τα πρότυπα, ακόμη και στα υλικά εκείνης της εποχής.

1
..σε παταράκι της ορθοπλαγιάς

«Άντε ρε μπάρμπα, – εγώ είμαι αυτός, βλέπεις πολύ μεγαλύτερός του – πάμε να σκαρφαλώσουμε, πάμε να κάνουμε κάτι!  Αντί να τρέχουμε για προπόνηση πάνω-κάτω στις πλαγιές του Υμηττού, πάμε να κάνουμε ένα σκαρφάλωμα στη Βαρυμπόμπη, στο Φλαμπούρι, στο Άρμα.  Είναι μισή μέρα χρόνος και είναι άλλο πράγμα»..

Έτσι κάποιο πρωινό βρεθήκαμε στην καμένη πλαγιά πάνω από το μοναστήρι της Παναγιάς, με προορισμό τα όρθια ντουβάρια στο νότιο κομμάτι του Άρματος, στην Πάρνηθα (1).  Στα πόδια μας έχασκε το ρέμα Γιαννούλας και το μοναστήρι από ψηλά έδειχνε εντυπωσιακό.  Τραβερσάραμε σε γιδόστρατα, περάσαμε ένα παταράκι και κολλήσαμε λίγο ψηλότερα της ’κόψης’ – κολόνας, της πρώτης που προσεγγίζουμε από τα νότια.  Στο παταράκι, κάμποσα μέτρα ψηλότερα, σταθήκαμε και ελέγξαμε το υλικό.  Απλώσαμε το σκοινί, φορέσαμε τα μποντριέ, αρματωθήκαμε με σετάκια και καρύδια, περάσαμε δεξιά το σφυρί και αριστερά το ειδικό σκοινάκι με το μικρό καραμπίνερ – για να αποφύγουμε να μας πέσει στο βγάλσιμο των καρφιών –  βάλαμε τα κράνη μας και ελέγξαμε τους κόμπους του σκοινιού στο μποντριέ.

2
Μερική άποψη της ορθοπλαγιάς του Άρματος

Όση ώρα στεκόμασταν στο παταράκι, ένοιωθα κάτι υγρό στο χέρι μου και στο παπούτσι μου και τρόμαξα.  Τελικά ανακάλυψα ότι είχε χυθεί το μισό παγούρι νερού μέσα στο σακίδιο μου!  Επειδή τέτοια πράγματα δεν μου συμβαίνουν συχνά, το έλαβα σαν ένα πρώτο σημάδι φόβου.  Ήταν η πιστοποίηση ότι δεν βρισκόμουν στο ‘φυσικό μου’ περιβάλλον, όπως αισθάνομαι συνήθως όταν βγαίνω στο βουνό.  Εδώ αδιαφορούσα για το περιβάλλον, βρισκόμουν κολλημένος σ ένα βράχο και το μόνο που είχε σημασία για μένα ήταν η διαδικασία ολοκλήρωσης και το τέλειωμα αυτής της δοκιμασίας.  Χαρακτηριστικά στοιχεία πρωτάρη και ερασιτέχνη σκαρφαλωτή.  Δεν  έβλεπα ανάγλυφο, δεν έβλεπα τη μαγεία του βράχου ούτε την πορεία της διαδρομής, εστίαζα στο πως θα υπερπηδήσω τις δυσκολίες του ‘εμποδίου’.

3
Το ρέμα της Γιαννούλας και το μοναστήρι της Παναγιάς

Η καλή μέρα απ την αρχή φαίνεται και ο Γιωργάκης αρκέστηκε να χαμογελάσει, καθώς εξέφρασα τις σκέψεις μου μεγαλόφωνα.  Αντί να απαντήσει, ανέλαβε να ξεκινήσει την πρώτη σκοινιά και βάζοντας ασφάλεια βάσης με προσγείωσε λέγοντάς μου, ότι «ξεκινώ και ασφάλιζε».  Γρήγορα συνήλθα, προσπαθώντας ν΄αφήσω για μετά κάθε μου αναστολή και να δεχτώ ότι μόνος μου είχα φτάσει μέχρι εδώ και ότι αυτό το ήθελα.  Ασφάλισα τον σχοινοσύντροφό μου, ο οποίος πιστός στις συμβουλές των παλιών δασκάλων του, ακολουθούσε κατά γράμμα ότι είχε μάθει.  ‘Έβαλε τα καρφιά του, πιο πάνω ιμάντα με σετάκι και δεν άργησε να κάνει το πρώτο ρελέ.  Αυτοασφαλίστηκε και μάζεψε τα λίγα μέτρα σκοινιού, που είχε: «Έτοιμος», μου φώναξε και απάντησα « έρχομαι, πάρε μπόσικα..».  Το «πάρε μπόσικα» το λέω από φόβο μήπως και το σκοινί είναι λάσκα και φύγω κάμποσα μέτρα, ενώ εάν είναι τσίτα, δεν θα πέσω πολλά!  Στοιχείο φόβου δεύτερο.

4
..ο δεύτερος ξεμπλέκει τα σκοινιά

Άρχισα να σκαρφαλώνω με έντονο άγχος και πίεση σε περάσματα που, όταν τα κάνω για προπόνηση σε χαμηλά βραχάκια, τα απολαμβάνω!  Τα περάσματα ήταν πολύ απλά, ΙΙΙ βαθμού, κάνα –IV, άντε κάτι παραπάνω εγώ όμως τρελαινόμουν.  Παρατηρούσα τον εαυτό μου πώς έκανε για να βγάλει τις ασφάλειες που είχε τοποθετήσει ο Γιωργάκης και δεν πίστευα στα μάτια μου.  Είναι δυνατόν!  Τί άγχος ήταν αυτό;

5
  ο πρώτος ολοκλήρωσε τη διαδρομή..

Έφτασα στο ρελέ που βρισκόταν ο Γιώργος και πήρα ανάσα, χωρίς να πω τίποτα.  Ο Γιώργος προφανώς με είδε και αφού ήλεγξε τα σχοινιά, τοποθέτησε εκ νέου ασφάλεια βάσης.  Του έδωσα τα υλικά, που είχε χρησιμοποιήσει στην πρώτη σχοινιά και ξεκίνησε και πάλι πρώτος, αντί για μένα που έπρεπε να περάσω στο ρελέ και να οδηγήσω πρώτος τη δεύτερη σκοινιά.

Τη διαδρομή δεν την είχε ξανακάνει κανείς μας, απλά την είχαμε δει παλαιότερα.  Είναι η διαδρομή «ψάχνοντας» (2)  που κινείται πάνω σε pilier, δηλαδή επιλέγεις την κίνηση δεξιά και αριστερά, επιβεβαιώνοντας έτσι την σωστή ονομασία της.

Ο Γιωργάκης έκανε μία σύντομη σκοινιά και ασφαλίστηκε σ ένα παταράκι.  Ακολούθησα εύκολα και με λιγότερο άγχος.  Απ το σημείο αυτό, του δεύτερου ρελέ, υπήρχε μπροστά μας ένα ’σπασμένο’ κομμάτι που μπορούσες να κάνεις δεξιά ή να φύγεις ευθεία επάνω.  Το μέρος είχε χώματα και τσαλιά από ρίζες.  Είχε πέσει και για ν αποφύγουμε μπερδέματα σκοινιού το ψάξαμε.  Έφυγε ο Γιώργος πρώτος ευθεία και αφού πέρασε το «σπασμένο», έβαλε ένα καρφί σε στέρεο βράχο, ανάμεσα σε χώματα και πέτρες.  Τοποθέτησε έναν ιμάντα σε διαμπερή τρύπα εκτός διαδρομής και στη συνέχεια έκανε ένα εκτεθειμένο πέρασμα IV βαθμού, για να βγει από πάνω του.  Η συνέχεια ήταν σε στέρεο βράχο με καλά πιασίματα.  Έκανε ρελέ και μου φώναξε: «Ρελέ, ξεκίνα».  Ξεκίνησα και έπιασα τον εαυτό μου να τρελαίνεται μέχρι να βγάλει το καρφί και να αποτρελαίνεται μέχρι να ξεπεράσουν τα χέρια μου τον ιμάντα, γιατί γύρω μου οι πέτρες όλες ’έφευγαν’.

Έχοντας βγάλει τις δύο βασικές ασφάλειες που με κρατούσαν ’μέσα’, αναγκάστηκα να κάνω βιαστικά το εκτεθειμένο πέρασμα, οπότε και κατάλαβα ότι ενεργούσα επιπόλαια, χωρίς να σκέφτομαι ψύχραιμα.  Αυτό το τρίτο μου λάθος ήταν και το σοβαρότερο, γιατί θα μπορούσα να έχω πέσει.  Έκανα το πέρασμα και βγαίνοντας σε καθαρότερο πεδίο, προσπάθησα να ηρεμήσω.  Ευτυχώς που ο Γιώργος δεν με έβλεπε, γιατί θα γέλαγε πολύ.  Αυτός ξέροντας ότι συνήθως περνώ γρήγορα τα περάσματα, μου φώναξε, «αργείς»  γιατί αργούσα και απάντησα «σιγά, προσπαθώ να πάρω μια ανάσα».  Έφτασα στο ρελέ και αυτοασφαλίστηκα.  Κοίταξα επάνω και είδα ουρανό.  Είδα αεροπλάνα να περνούν μεγαλόπρεπα.  Μια σκοινιά μας χώριζαν απ αυτά!.

Ο Γιώργος έκανε «πλάτη» και έβγαλα το παγούρι απ το σακίδιο του να πιούμε μια γουλιά νερό.  Ευλογία γιατί είχαμε και οι δυο στεγνώσει.  Ο φόβος είχε κάνει τη γεύση μου πικραμύγδαλο.  Αυτή η γεύση στο στόμα μου, τείνει να γίνει ταυτόσημη με την αναρρίχησή μου.  Μου θύμισε ξανά ένα τελευταίο σκαρφάλωμα στα βράχια της Βαράσοβας..

6
«Απογυμνωμένο δένδρο» κατά την διάρκεια της διαδρομής

Ο Γιώργος ξαναέφυγε πρώτος και τον ασφάλισα και πάλι.  Γρήγορα τον έχασα απ το οπτικό μου πεδίο.  Τον άκουσα να καρφώνει το πρώτο καρφί και τον ήχο του καρφιού να γίνεται λεπτότερος, μέχρι αυτό να καθίσει καλά στην σχισμάδα.  Η ώρα περνούσε και δεν άκουγα τη φωνή του.  Είδα το σκοινί να είναι χαλαρό, να πέφτει προς το μέρος μου και σκέφθηκα ότι είχαμε κολλήσει και μπας και έπρεπε να καταρριχηθούμε!  Τα λεπτά περνούσαν και φάνταζαν ώρες.  Συνέλαβα το πόδι μου που είχα ρίξει το μεγαλύτερο βάρος μου να τρέμει.  Ο φόβος δεν έλεγε να μ΄ εγκαταλείψει.  Κοίταξα κάτω και είδα τις κόκκινες στέγες του μοναστηριού (3)

Αστραπιαία έκανα τη σκέψη: «Άμα φύγω απ΄ εδώ, ούτε πάνω σ αυτές δεν θα καταφέρω να πέσω!  Στη ρεματιά κουφάρι θα βρεθώ»..  Κάποια στιγμή, επιτέλους, τον άκουσα να φωνάζει: «Έτοιμος», συνήλθα, αυτοσυγκεντρώθηκα και ξεκίνησα.  Βγήκα πάνω απ το καρφί βάσης και αφού το έβγαλα, έπιασα μια ‘ράμπα’ με πολύ καλά πιασίματα.  Φώναξα στον Γιώργο να πάρει τα μπόσικα και άκουσα να μου απαντά: «έλα τέλειωνε, ολοκλήρωσε τη διαδρομή»!

7
 «Ανθισμένο αγριολούλουδο» (Sternbergia lutea)  μετά τη διαδρομή

Πάνω στις κινήσεις που έκανα συνειδητοποίησα ότι η διαδρομή τελείωνε και τότε είδα πια ότι έκανα τα πιασίματα με διαφορετικό «style».  Τα πόδια μου πατούσαν πιο σταθερά, περνούσα από περισσότερο εκτεθειμένα κομμάτια και ανακάλυπτα τη γλυκιά υφή του βράχου για πρώτη φορά!  Καθυστέρησα την πορεία μου για να χαρώ τη διαδρομή και αισθάνθηκα μια πληρότητα μοναδική.  «Τι κρίμα», σκέφθηκα, «για άλλη μια φορά έχασα την ευκαιρία να απολαύσω την ομορφιά του βράχου».  Ο φόβος μου δεν μου επέτρεψε να απολαύσω την τέλεια επαφή του βραχώδους ‘σώματος’, ύψους 100 μέτρων και συνήλθα μόνον στα τελευταία μέτρα.  Στο τέλειωμα της διαδρομής συνάντησα το χαμόγελο του Γιώργου, που περίμενε να του πω τις εντυπώσεις μου.  Αντί ανάσας τον αγκάλιασα, στη συνέχεια – ενθουσιώδης όπως πάντα – του χτύπησα το κράνος και μετά, τον έριξα στο έδαφος απ’ την ‘πολλή’ χαρά μου!.  Όταν βρήκα τα λόγια μου, κατάφερα να του πω συγκινημένος: «Σ’ ευχαριστώ, είχες δίκιο, δυο ωρίτσες κάναμε καθαρό σκαρφάλωμα, αλλά ήταν άλλο πράγμα»..  Γεμάτος από ικανοποίηση δεν μπόρεσα να εκφράσω το τι αισθανόμουν με περισσότερα λόγια.

8
…τελικά, μ αρέσει το σκαρφάλωμα

Πρέπει νάναι «κείνο» το μέσα μου, που τόσα χρόνια παλεύει γεμάτο αναστολές.  Μέσα σ αυτές και ο φόβος μου, που θέλει να έχει τον πρώτο λόγο.  Τις στιγμές, που τον ξεπερνάω κάνοντας την υπέρβασή μου,  κοιτάζοντας πίσω, βλέπω πολλές φορές, πως απλά πράγματα, με κρατούν δέσμιο, μέχρι όμως να θελήσω ν ανοίξω τα φτερά μου.  Τότε νοιώθω «ανεβασμένα» κοιτάζω μέσα μου, κοιτάζω γύρω μου και βλέπω παντού ομορφιά..

Τάκης Ντάσιος, Φθινόπωρο 1996

Παραπομπές

(1) Πάρνηθα, ύψ. 1413 μ.  «Η Πάρνηθα είναι το βουνό της Αθήνας.  Γεωγραφικά όμως ανήκει στον ευρύτερο Στερεοελλαδίτικο χώρο.  Με την Πάρνηθα έχουμε μια πρώτη γεύση βουνού για τον Αθηναίο ορειβάτη ή φυσιολάτρη.  Η τόσο οικεία και εξημερωμένη Πάρνηθα είναι στην πραγματικότητα ένα μεγάλο ορεινό συγκρότημα με πολλές κορφές και ακόμα περισσότερες κορφούλες, με τα οροπέδιά του, τα φαράγγια του, τις κακοκαιρίες και τα χιόνια του.  Η δομή, το μέγεθος και η μορφολογία της, κάνουν την Πάρνηθα ιδανική για μια πρώτη προσέγγιση της ορεινής φύσης.  Το βουνό είναι κάπως άμορφο, πυκνά δασωμένα, με πολλά νερά αλλά και πολλή ανθρώπινη επέμβαση.  Οι ψηλότερες κορφές, χαμένες στο αδρό ανάγλυφο της νότια όψης, ξεχωρίζουν έντονα από τα βόρεια είναι: Καραμπόλα, 1.413 μ., Όρνιο, 1.350 μ., Κακή Ράχη, 1.261 μ., Πλατύ Βουνό, 1.163 μ., Φλαμπούρι, 1.158 μ., Ξεροβούνι, 1.121 μ. Άρμα, 884 μ. Υπάρχουν πολλές βαθιές και κατάφυτες ρεματιές, όπως το Μαυρόρεμα, η Χούνη του Αγίου Γεωργίου στο Κεραμίδι και η γνωστότερη ρεματιά της Γκούρας ή Γιαννούλας, που κρύβει ένα δύσβατο φαράγγι.  Οι ρεματιές αυτές σχηματίστηκαν από τη διάβρωση των νερών της βροχής και των πηγών, που αφθονούν στην Πάρνηθα.  Πριν μερικά χρόνια υπήρχαν πάνω από εβδομήντα πηγές και πηγάδια στο βουνό, αλλά σήμερα πολλά απ αυτά έχουν χαλάσει.  Οι οικισμοί γύρω από την Πάρνηθα έχουν δεθεί οικονομικά και ιστορικά μαζί της.  Κοπάδια βόσκουν ακόμα και σήμερα και συχνά βρίσκουμε ίχνη από τα παλιά καρβουνιάρικα.  Ερείπια πύργων υπάρχουν στο φρούριο της Φυλής και στην Πύρεζα, σε σημεία που έλεγχαν τις κύριες διαβάσεις.  Οι κύριοι οικισμοί απ όπου γίνονται σήμερα αναβάσεις στο βουνό είναι η Χασιά (Φυλή), ο οικισμός Θρακομακεδόνων, η Μαλακάσα (Σφενδάλη) και το Κακοσάλεσι (Αυλώνα).

«Κατά την αρχαιότητα υπήρχαν αρκετοί δήμοι και αγροτικοί οικισμοί γύρω από την Πάρνηθα, όπως της Φυλής, της Δεκέλειας και άλλα.  Ο όγκος της Πάρνηθας αποτελούσε το φυσικό προπύργιο της πόλης των Αθηνών προς βορρά.  Γι αυτό γύρω από τις δύο φυσικές διαβάσεις του βουνού υπήρχαν αρκετά οχυρωματικά έργα.  Στα ΒΔ. των Αθηνών η διάβαση της Φυλής συντόμευε την απόσταση για τη Θήβα και τους Δελφούς και στα ΒΑ. η διάβαση της (αρχαίας) Δεκέλειας χρησίμευε για το γρήγορο εφοδιασμό των Αθηνών από την Εύβοια μέσω Ωρωπού.  Απ τα πιο γνωστά φρούρια ήταν στα ΝΔ. της Φυλής, που χτίστηκε τον 4ο αιώνα σε υψ. 687 μ., που τα λίγα του ερείπια σώζονται σήμερα.  Ο Παυσανίας αναφέρει στα Αττικά, 32.2 ότι στην Πάρνηθα υπήρχε χάλκινο άγαλμα του Παρνήθιου Δία (πιθανώς στο Άρμα) βωμός του Σημαλέου Δία.  Επειδή το Άρμα είναι ορατό από την Ακρόπολη και την Πνύκα, οι Αθηναίοι παρατηρούσαν την κορυφή του για να διακρίνουν ορισμένα καιρικά σημεία (αστραπή) ώστε ν αρχίσουν το ξεκίνημα της Πυθαϊδας (Στράβων 9.404), δηλαδή το ξεκίνημα της πομπής για τους Δελφούς.  Στην Πάρνηθα υπήρχε και άλλος βωμός του Δία που τον λάτρευαν οι Αθηναίοι άλλοτε σαν όμβριο (γιατί ρύθμιζε τις βροχές) και άλλοτε σαν απήμιο ( γιατί απομάκρυνε τα κακά).  Για τα αγάλματα και τους βωμούς του Δία έχουν γίνει πάρα πολλές υποθέσεις, όπως και στην περίπτωση των αγαλμάτων της Αθηνάς στην Πεντέλη και του Δία στον Υμηττό, γιατί δεν βρέθηκαν καθόλου ίχνη τους, εκτός από λίγα θραύσματα κεραμιδιών στο Άρμα»  (Νέζη Νίκου1981:40)

Αναρριχητικά: Τρία είναι τα κύρια αναρριχητικά πεδία της Πάρνηθας: H Πέτρα Βαρυμπόμπης, το Φλαμπούρι και το Άρμα.  Κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν επίσης σαν τόπος εκπαίδευσης οι ορθοπλαγιές στο Μεγάλο Αρμένι, στην Πέτρα Θοδώρα, στην Πέτρα του Εβραίου, στην Αλογόπετρα και στο Πλατανάκι.  Οι σημερινοί αναρριχητές της Αθήνας χρησιμοποιούν την Πέτρα Βαρυμπόμπης σαν αναρριχητική σχολή για χαμηλά ( 2 -8 μ.) και ψηλότερα (45 μ.) περάσματα.  Στη σχολή αυτή υπάρχουν χαραγμένες τρεις «πίστες» (κόκκινη, πράσινη, μπλε) – που έχουν αντίστοιχα 90, 60 και 140 περάσματα -, που γίνονται χωρίς σκοινί και κλιμακώνονται σ όλους τους  βαθμούς δυσκολίας (ΙΙου έως VIIου βαθμού).  Τα πρώτα κάθετα βήματα στα βράχια της σχολής έκανε ο Ν. Τσόρης το 1928.  Το Φλαμπούρι και το Άρμα είναι «ψηλές σχολές» με υψομετρικές διαφορές 50 -160 μ.»  (Αδαμακόπουλου Τ., Χατζηρβασάνη Β., Ματσούλα Π., 1986: 48,49,52, 57-59)

«Αναρριχητικά πεδία, Άρμα, μεγάλο βράχινο συγκρότημα, με υψ. 884 μ. στη Ν.-ΝΔ. πλευρά της Πάρνηθας και στη δυτική πλευρά του φαραγγιού της Γκούρας, πάνω  (βόρεια από τη Μονή Κλειστών.  Χωρίζεται κατά κάποιο τρόπο σε τρία τμήματα (νότιο, κεντρικό, βόρειο), έχει συνολικό μήκος ορθοπλαγιών περίπου 900 μ. και οι διαδρομές του – που είναι μεγάλων βαθμών δυσκολίας, μέχρι VII βαθμού –έχουν υψομετρικές διαφορές 90 -140 μ.  Οι πρώτες διαδρομές που έχουν ανοιχτεί μέχρι σήμερα στο Άρμα ξεπερνούν τις 26 και οι περισσότερες έχουν γίνει κατά τη δεκαετία 1950-1960»  (Νέζη Νίκου1983:53).

Προσέγγισή μας: Χασιά Πάρνηθας, μέσω Αγίας Παρασκευής, ρέμα Γιαννούλας

(2) «Μονή Κλειστών Φυλής, Κοιμήσεως Θεοτόκου,  γυναικείο μοναστήρι στις νοτιοδυτικές πλαγιές της Πάρνηθας, σε υψόμετρο 600 μ.  Απέχει 4 χιλ. από το χ. Χασιά.  Εξαρτάται από τη Μητρόπολη Αττικής (έδρα Κηφισιά).  Πότε ακριβώς ιδρύθηκε το μοναστήρι είναι άγνωστο.  Αναφέρεται η ύπαρξη επιγραφών με χρονολογίες διαφόρων εποχών: 1204 (στο νάρθηκα του καθολικού), 1677 (σε βρύση), 1742 (πάνω από παράθυρο του ιερού βήματος).  Παλιότερα, σε έγγραφα του 18ου αιώνα, ονομάζονταν το μοναστήρι της Παναγίας των Κλησών ή της Θεοτόκου των Κλισών ή Παναγία Κλισιότισσα της Χασιάς.  Το καθολικό είναι βυζαντινή εκκλησία του τύπου των δικιόνων εγγεγραμμένων σταυροειδών με τρούλο.  Έχει τοιχογραφίες του 18ου αιώνα.  Πιθανώς να ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα και να ανακαινίστηκε τον 17ο αι.  Η εύρεση της εικόνας, σύμφωνα με την παράδοση, έγινε στο απέναντι από το μοναστήρι σπήλαιο.  Μεταξύ των κειμηλίων φυλάγονται λειψανοθήκες, εκκλησιαστικά σκεύη, πολύτιμοι σταυροί κ.ά., μοναχές 10» (Κοκκίνη Σπύρου1976: 138)

Οικισμός Χασιά (Φυλή), υψ. 510 μ.  στις πλαγιές της Πάρνηθας.  Στα 1928 είχε 1.496 κατοίκους, 1940 > 1.701, 1951 > 1.328, 1961 > 1.472, 1971 > 596, 1981 > 523, 1991 > 460

«Η Φυλή, αρχαίος δήμος της Αττικής στις ΝΔ. πλαγιές της Πάρνηθας, στη βάση που οδηγούσε στην Τανάγρα και στη Θήβα μέσω του Θριάσιου πεδίου, στην περιοχή του σημερινού οικ. Φυλή (Νέα Φυλή).  Φυλή 2.  Ψηλότερα στις παρυφές της ρεματιάς της Γκούρας, σπήλαιο αφιερωμένο στη λατρεία του Πανός με πολλά ευρήματα σχετικά με τη λατρεία.  Χαμηλότερα στη ΒΔ. πλαγιά της ρεματιάς, η μονή Κλειστών.  Ο δήμος υπήρξε βάση και ορμητήριο του Θρασύβουλου και των οπαδών του, κατά τους αγώνες τους εναντίον των Τριάκοντα Τυράννων, τον Ια. 403 π.Χ.  Στα ΝΔ. του δήμου, στην κορυφή υψ. 683 μ. απόκρημνου βράχου, υπήρχε το φρούριο της Φυλής, του 5ου π.Χ. αι. που διατηρήθηκε έως τον 3ο αι. εδέσποζε της διαβάσεως, συνδέθηκε με τους αγώνες του Θρασύβουλου και αποτελεί σήμερα ένα από τα καλύτερα διατηρούμενα δείγματα αρχαίας συστηματικής οχυρώσεως, από την οποία σώζονται τμήματα τειχών, πύργοι κ.α.» (Σταματελάτου Μιχαήλ, Βάμβα-Σταματελάτου Φωτεινή2012: Γ’ τ.σ.232)

(3) Νότιο Άρμα, Διαδρομή: «Ψάχνοντας», IV βαθμού, Δημήτρη Κορρέ

Σημείωση: Με την ευκαιρία αυτή θελήσαμε να αναφέρουμε τις διαδρομές που έχει «ανοίξει» ο Δημήτρης Κορρές, με σχοινοσυντρόφους του, στο Άρμα, όπως τις έχει καταχωρήσει ο Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος Τα βουνά της Ρούμελης, οδηγός πεδίου για τα ελληνικά βουνά, 1986:57-59

No 23, D. Booth, Δ. Κορρές, 1977, TD, 110 μ.

Νο 25, Δ. Κορρές, Μ. Τσουκιάς, 1979, TD, 4O μ.

Νο 28, Δ. Κορρές, Δ. Νικηφορίδης, 1979, ED, 150 μ.

Νο 29, Δ. Κορρές, Δ. Βασιλόπουλος, 1980, TD+, 55 μ.

Νο. 30, Δ. Κορρές, Τ. Αδαμακόπουλος, 1980, TD+, 30 μ.

Νο 33, Δ. Κορρές, Γ. Κάλμπαρης, 1982, TD, 40 μ.

Νο 37, Δ. Κορρές, Χ. Αγνόγλου, 1984, ED, 70 μ.

Νο 38, Δ. Κορρές, D. Booth, 1982, ED, 60 Μ.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Σαρρή Ιωάννη1935: «Οχυρώματα επί της Πάρνηθος, συμβολή εις την αρχαίαν τοπογραφίαν της Πάρνηθος», ΤΟ ΒΟΥΝΟ, μηνιαίο δελτίο Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, σ. 217-222, έτος Β΄, Αύγουστος 1935. Αριθ.20,

Κοκκίνη Σπύρου 1976:Τα μοναστήρια της Ελλάδος, οδηγό, ιστορία, θησαυροί, βιβλιογραφία με παράρτημα δεκαπέντε κειμένων και στατιστικών πινάκων, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Ι.Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε.

Μιχαηλίδη Γιώργου1978: «Το Άρμα, ένας αναρριχητικός παράδεισος» στο Ενημερωτικό Δελτίο του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, σ.20-26, Νοέμβριος –Δεκέμβριος 1978

Νέζη Νίκου1979:Τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα

Σφήκα Γιώργου1980: Τα βουνά της Ελλάδας, σειρά: Ελληνική φύση, Αθήνα

Νέζη Νίκου1981: «Πάρνηθα, το θαυμάσιο ορεινό συγκρότημα κοντά στην Αθήνα», στο Ενημερωτικό δελτίο του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, σ. 40-45, Νοέμβριος –Δεκέμβριος 1981, αριθ. 137

Νέζη Νίκου1983: Τα βουνά της Αττικής, ορεογραφία, οδηγός, ελληνικό ορειβατικό λεξικό, εκδ. Τάσος Πιτσιλός

Μπάουμαν Έλμουτ1984: Η Ελληνική χλωρίδα, στο μύθο, στην τέχνη και στη λογοτεχνία, μτφρ. Μπρούσαλη Πέτρου, έκδ. Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Αθήνα

Αδαμακόπουλου Τ., Χατζηβαρσάνη Β., Ματσούκα Π.1986: Τα βουνά της Ρούμελης, οδηγός πεδίου για τα ελληνικά βουνά, κεφ. Πάρνηθα 1.413, σ.48—61, εκδ. Πιτσιλός

Τσίπηρα Κώστα1992: Στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, κεφ. 29η διαδρομή: Αγία Τριάδα, Ταμίλθι, Χασιά, σ. 134—5, εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα

Χάρτης Πάρνηθα, δάσος, υγεία, πλούτος, πολιτισμός εκδ. του Υπουργείου Γεωργίας

Ανάγλυφος χάρτης1998: Τα μονοπάτια της Πάρνηθας, κλίμακας 1: 35.000, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ εκδόσεις για τον ορεινό χώρο

Κουγιουμτζέλη Χαράλαμπου1998: Μεγάλο οδοιπορικό στην Πάρνηθα (πεζοπορικός οδηγός), εκδ. Πύρινος Κόσμος, Αθήνα

Χάρτης 2000:  Πάρνηθα, οδηγός στη φύση και τα μονοπάτια, κλίμακας 1:35.000, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Πεζοπορικός χάρτης 2011:Πάρνηθα, Επιμέλεια σειράς Στέφανος Γ. Ψημμένος, κλίμακας 1: 25.000, εκδ. terrain, Αθήνα

Σταματελάτου Μιχαήλ, Βάμβα-Σταματελάτου Φωτεινή2012: Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας, εκδοτική Ερμής Ε.Π.Ε. γι αυτή την έκδοση Δ.Ο.Λ.

Πεζοπορικός χάρτης 2015: Πάρνηθα, topo, 1.1, κλίμακας 1: 25.000 εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Φωτογραφικό οδοιπορικό

«Η φωτογραφία περιγράφει χωρίς να αφηγείται.  Όσα πληροφοριακά και αφηγηματικά στοιχεία προκύπτουν, δεν οφείλονται σ αυτήν, αλλά στις λεζάντες, στα συνοδευτικά κείμενα και στις προσωπικές γνώσεις ή αναφορές του θεατή»  (Ριβέλλη Πλάτωνος1998:16)

Η καθετότητα και η οριζοντίωση.  Η καθετότητα του βράχου και το οριζόντιο του εδάφους.  Στη βάση της ορθοπλαγιάς, ίσα που πατάς, στέκεσαι.  Ανεβαίνεις κάθετα, η ορθοπλαγιά δεξιά – αριστερά σου.  Η μόνη διαφυγή καθ ύψος.  Κάτω η ρεματιά της Γιαννούλας και το μοναστήρι της Παναγιάς.  Ο δεύτερος ελευθερώνει το σκοινί, ο πρώτος τελειώνει τη διαδρομή.  «Απογυμνωμένο δένδρο»-τρέμουν τα φυλλοκάρδια μου,    – έτσι αισθάνομαι – μέχρι να τελειώσω τη διαδρομή, μετά «ανθισμένο αγριολούλουδο» οριζοντιωμένος στο λιγοστό χώμα ανάμεσα στα βράχια της κορφής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s