Νυχτωθήκαμε στου Καρτερού το πέρασμα..

«Το πρωί αλλιώς μας τα είχε πει ο καιρός, τώρα δεν πάμε καλά..»  «Προχώρα και βλέπουμε..»  «Αυτό κάνω αλλά δεν βλέπω τη συνέχεια του μονοπατιού.  Τουλάχιστον να σηκώνονταν για λίγο αυτή η ομίχλη να δούμε και που ήμαστε..»

Κοιτάζοντας πίσω μου, θυμάμαι ότι είχαμε φύγει απ το χ. Βρυσοχώρι (1), πιάσαμε τον χωματόδρομο που οδηγεί στο Μοναστήρι της Αγίας  Τριάδας και εκεί που «κόψαμε» το μονοπάτι, μας ξεφόρτωσε ο  Φίλιος.  Πριν χωρίσουμε μας ευχήθηκε «καλό δρόμο» και «καλή αντάμωση απ την άλλη μεριά του τείχους» και τώρα που στο διάολο βρισκόμασταν….

Για ώρα γυροφέρναμε ανάμεσα στις κορφές Τσούκα Ρόσσα και Μεγάλα Λιθάρια της Γκαμήλας (Τύμφης) (2) και αυτό το φανταζόμασταν εκ πείρας φυσικά, όχι ότι βλέπαμε τίποτα.  Το μόνο που μπορούσαμε να δούμε ήταν το κατακερματισμένο πεδίο, που οι παγετώνες από αιώνες είχαν αφήσει πίσω τους, με τις πατημασιές μας να κινούνται ανάμεσα σε ισορροπία και αναρρίχηση.

Μετά την Λάκα του Κάτσανου δεν κολλήσαμε στην κορυφογραμμή απ τα  Λημέρια των Κλεφτών και προτιμήσαμε την ανατολική πορεία, που μας έριξε στα πλατώ, αφού απροβλημάτιστα αγνοήσαμε το χαρακτηριστικό σήμα (βέλος) που «φώναζε» για αλλαγή πορείας (γιατί;).

1
Η Τσούκα Ρόσσα, απέναντι απ το χ. Βρυσοχώρι

«Ε, κάνε δεξιά να τραβερσάρουμε τα όρθια και να βγούμε στο διάσελο» ακούστηκε πάλι πίσω μου η φωνή, που με προσγείωσε μετά από πολύ ώρα, που είχαμε χάσει πάλι το «πέρασμα».  Ακολουθήσαμε μια δική μας παραλλαγή τώρα, αφού σταματήσαμε να μετρήσουμε από μέσα μας το πόσες φορές είχαμε χαθεί..  Βαδίζοντας πλάγια, για να μην χάσουμε ύψος, περάσαμε κάτω από τα όρθια  -όλο όρθια ήτανε – και τραβέρσα σημαδέψαμε το διάσελο.  (πιο διάσελο;)    

O καιρός έδειχνε ότι δεν θα καθυστερούσε να κάνει αυτό που από ώρες προσπαθούσε.  Η χαμηλή νέφωση έφερνε σταγόνες βροχής κατά διαστήματα και είχαμε βαρεθεί να βάζουμε και να βγάζουμε τα καγκούλ (αδιάβροχα).  Πιο πολύ είχαμε μουσκέψει μ αυτό το βάλε –βγάλε παρά με την βροχή την ίδια..  Απέναντι στη ράχη πρόβαλε η φιγούρα του τσοπάνη.  Αυτός σφύριξε και εμείς συνεχίσαμε να βαδίζουμε.  Κοίταξε κατά το μέρος μας, κοίταξε κατά το Λημέρι των Κλεφτών ίσως για κάποιο ζώο του και αφού βαρέθηκε να μας περιμένει, έφυγε.  Μείναμε μόνοι μας, εμείς και τα βήματά μας, σ ένα ανταριασμένο πεδίο, που δεν ελέγχαμε..

Όταν βγήκαμε στο διάσελο, ο αγέρας ήταν παγωμένος και η ομίχλη να παραμένει – επιμένει εκεί.  Πλαγιάσαμε πίσω απ εκεί που είχε χαθεί ο τσοπάνος – τον αποκαλέσαμε Σέρα, αφού ξέραμε όμως ότι στις Κοπάνες  βγάζει ο Σέρας το κοπάδι του.

Ξέραμε ότι ήμασταν μπροστά στο τείχος των κορυφών.  Αυτό που βλέπαμε ήταν ένα μέρος του τείχους και φυσικά τις σάρες, που ξεκινούσαν ανάμεσα στις κόψεις.  Στα πόδια μας η τοποθεσία Κοπάνες, που έπρεπε να χάσουμε αρκετό ύψος για να κολλήσουμε εκ νέου στις σάρες.  Ο Σέρας δεν φαινόταν πουθενά και δεν είχε άδικο ο άνθρωπος.  Η ώρα περνούσε, ο καιρός γινόταν όλο και πιο βαρύς που δεν θ αργούσε να ξεσπάσει και σίγουρα o άνθρωπος  θα μας είχε πάρει για «ξωτικά», εδώ πάνω, που βολόδερναν.  «Τρελοί θα είναι τούτοι» θα σκέφθηκε «θα τους ψάχνουμε»..

2
Δολίνες στις πλαγιές του «τείχους»

Αφού είχαμε ακολουθήσει το ένστικτό μας πίσω από τον τσοπάνο, – η χαρακτηριστική πινακίδα που έγραφε «απαγορεύεται το κυνήγι» και τις Κοπάνες που όλοι μας είχαμε διαβάσει, ήταν φυσικό να κάνουμε κατά κει.  Η λογική έπρεπε να λειτουργήσει πάλι και ας είχαμε κουραστεί.  Τώρα οι κουβέντες έγιναν πιο «ξερές» μισές και χωρίς πολύ νόημα καθώς ήρθαν και αυτές να κολλήσουν με την μουντάδα και τις σταγόνες βροχής.  Η κούραση φάνηκε μετά από ώρες περιπλάνηση στο πεδίο της Γκαμήλας, αλλά πιο πολύ απ τις περισσότερες φορές που είχαμε χάσει τον προσανατολισμό μας.

Αντί να πέσουμε στις Κοπάνες, ανακαλύψαμε τη διαδρομή στη Μεσοράχη η οποία οδηγούσε χωρίς μεγάλα πάνω–κάτω στα ριζά των ψηλών όγκων.  Περάσαμε τα γεμάτα πέτρα και βράχια πεδία και πλησιάσαμε την βάση των λουκιών, κατά εκεί που έπρεπε να  οδηγηθούμε.  Η χαμηλή νέφωση δεν άφηνε πολλά περιθώρια και η βροχή ερχόταν και δεν ερχόταν.  Αποκλείσαμε κάποια λούκια που έδειχναν  ότι δεν ανεβαίνονται, βάλλαμε πάλι κάτω τη λογική και θυμηθήκαμε περιγραφές για το «πέρασμα του Καρτερού» και καταλήξαμε να βαπτίζουμε «να, αυτό είναι του Καρτερού» κάποιο μπροστά μας.  Είδαμε τον καιρό και τα χρονικά περιθώρια, που είχαμε και είπαμε να την κάνουμε για πάνω, χωρίς πολύ προβληματισμό, μιας και είχαμε κουραστεί από αυτόν όλη μέρα.  Μπήκαμε στη σάρα, που έμοιαζε με παγετώνα ακινητοποιημένο και είπαμε να ψηλώσουμε.  Ένα βήμα κάναμε πάνω δυο βρισκόμασταν κάτω.  Άρχισαν οι σταγόνες της βροχής και φορέσαμε αδιάβροχα.  Φορτωμένοι στο λούκι με τα αδιάβροχα να τα πατάμε και τις πέτρες να κατηφορίζουν σε κάθε πατημασιά, τα πράγματα γινόντουσαν ζόρικα.  Αρχίσαμε τα ζικ – ζακ, μετά τα πατήματα μπαλαρίνας και όπου βλέπαμε κανένα βραχάκι στέρεο σημαδεύαμε καταπάνω του.  Λίγο η κουβεντούλα, που μόλις άρχιζε κοβόταν απ τον θόρυβο της μετακινούμενης πέτρινης σάρας, θες ότι ανακαλύψαμε ότι στα πλαϊνά του λουκιού πιάνεσαι απ τα όρθια και όταν τα πόδια δεν πάνε, πάμε και με τα χέρια.  Είχαμε ψηλώσει κάμποσο, είχαμε «φάει» το μισό ύψος του λουκιού όπως έδειχνε και το υψόμετρο και νισάφι πόσο να έχει ακόμη;  Αφού οι ψηλές κορφές είναι στα 2.450 μέτρα και το altimeter έδειχνε 2.250 μ. καταλαβαίναμε ότι θέλαμε να ψηλώσουμε 200 μέτρα.  Όταν μέσα απ την ομίχλη πρόβαλλε καταμεσής στο λούκι, κάτι σαν το τεράστιο «παγόβουνο».  Καθώς είχαμε ψηλώσει τρυπώντας την ομίχλη νάσου ένα μεγάλο ζωνάρι χιονιού απ άκρο σ άκρο του λουκιού.  Σαν να μην έφτανε αυτό ακριβώς από πάνω του ένας μεγάλος βράχος καθισμένος πάνω «στο παγόβουνο» έφραζε τον έξοδο του λουκιού.

3
Η Λάκκα Κάτσανου

«Τι είναι αυτά ρε συ Πηνελόπη» φώναξα κάποια στιγμή «έχει τέτοια ο Καρτερός στην έξοδό του»;   « Όχι» άκουσα τη φωνή της πίσω μου, «μπας και περνάει απ τα πλάγια»..  «Πιάσαμε λάθος λούκι, δεν έχει τέτοια ο Καρτερός..»   Έκανα κάποια διστακτικά βήματα στα ριζά των τοιχωμάτων του λουκιού, αλλά δεν έβλεπα πως συνεχίζει αυτό..  Πάνω που φωνάζω στην Πηνελόπη για το τι κάνουμε, ακούγεται η φωνή της να μου λέει ότι «αυτό είναι το λούκι που είχαν κάνει χειμερινή και φτάνοντας στο ύψος μας είχαν εγκαταλείψει..  «Φτου, την πατήσαμε πάλι»  μουρμούρισα και άφησα τις κυλιόμενες πέτρες να με προσπεράσουν – ευτυχώς η Πηνελόπη στεκόταν στο ίδιο ύψος μου αλλιώς εάν  στέκονταν χαμηλότερα θα τις έρχονταν πάνω της.  Ανταλλάξαμε μια ματιά που δεν ήταν «ματιά» αλλά ανάσα και είπαμε να κάνουμε κατά κάτω (οπισθοχώρηση).  Στον κατήφορο δεν χρειάστηκε να κάνουμε κάτι εκτός απ το ν’ αφήσουμε το βάρος του σώματός μας να γλιστρήσει προς τα κάτω.  Τούτη τη φορά κάτω απ το βάρος της απογοήτευσης, τα πόδια έγιναν βαρύτερα, έτσι ώστε όταν ξέσπασε η βροχή, ήμασταν για.. κλάματα.

Οδηγήσαμε τα βήματά μας όσο αυτό γίνονταν και αντί να διαγράψουμε όλο το μήκος του λουκιού έως τον πάτο του, το αφήσαμε χαμηλότερα και τραβερσάραμε στο δίπλα, που ήταν επιτέλους και το κανονικό –– λούκι του Καρτερού.

4
Το πεδίο κάτωθεν του «τείχους»

Η βροχή είχε αρχίσει για τα καλά, μετά από τόσες ώρες προσπάθειας που κι αυτή είχε κάνει.  Η νύχτα δεν θα αργούσε – είχε σκοτεινιάσει ο τόπος – και δεν είχαμε περιθώρια επιλογής.  Καθώς τρέχαμε στη σάρα πάνω, ψάχναμε κι όλας για μέρος που θα περνάγαμε τη νύχτα.  Ολόγυρα το πεδίο σάρες και όπου σταματούσαν αυτές, συνέχιζαν πέτρες και βράχοι ανάκατα.  Σημαδέψαμε ένα φαινομενικά άπλωμα στα ριζά του λουκιού του Καρτερού και όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε φτάσαμε εκεί.  Ήμασταν έξω απ τη σάρα, αλλά ακριβώς  κάτω απ τα όρθια βράχια της κορυφής.  Η βροχή χτύπαγε πάνω στους βράχινους τοίχους και τους έκανε να γυαλίζουν στο φως το δειλινού που ολοένα υποχωρούσε.  Είχαμε μουσκέψει πριν φτάσουμε στο σημείο που θα διανυκτερεύαμε.  Η βροχή να λυσσομανά αντάμα με τον αγέρα.  Μέχρι να βρούμε άκρη με τα ρούχα, αντίσκηνο και μέρος για να στήσουμε, είχαμε φορτωθεί κάμποσα κιλά νερό πάνω μας.  Το αντίσκηνο βγήκε αλλά για να στηθεί έπρεπε να διευθετήσουμε το «έδαφος» κατά κάποιο τρόπο.  Μετακινήσαμε κάτι βράχια, σπρώξαμε κάτι άλλα για να έλθουν στα «ίσια» ψηλότερα και όταν εγκαταλείψαμε για βελτίωση «εδάφους» ριχτήκαμε με τα μούτρα να στήσουμε τα αντίσκηνο.  Ο αγέρας να βρυχάται και άντε να στηθεί αυτό το αντίσκηνο.  Είδαμε και πάθαμε μέχρι να το στήσουμε.  Επιστρατεύσαμε κάτι από βράχους ολόγυρα για να δέσουμε « βίρα» «μάϊνα»  και τέτοια και να έλειπε και η αναθεματισμένη βροχή.  Κάποια στιγμή τεντώσαμε σκοινιά, το αντίσκηνο καταλάγιασε και κάθισε για τα καλά και αρπάξαμε τα σακίδια να μπούμε μέσα του.  Ήμασταν ήδη μούσκεμα μέσα – έξω.  Μούσκεμα και το περιεχόμενο του σακιδίου μου, μούσκεμα και μέσα στ’ αντίσκηνο.  Ευτυχώς της Πηνελόπης τα πράγματα ήταν πιο στεγνά, αφού είχε προνοήσει για κάτι τέτοιο, ενώ εγώ πάνω στις φούριες μου δεν είχα προνοήσει (τύλιξέ τα σε πλαστικές σακούλες).

5
Ανηφορίζοντας..

Καθίσαμε πάνω στα σακίδια και μέσα στο αντίσκηνο πια, ενώ απ έξω να μπουμπουνίζει ο ουρανός, η δε βροχή με αμείωτη ένταση έπεφτε κατά κύματα πάνω μας βοηθούμενη απ τον αέρα..  Ήταν 1700 απόγευμα όταν κοίταξα το ρολόι μου για πρώτη  και τελευταία φορά και όπως ήμουν μαρμαρωμένος, δίπλα η Πηνελόπη γέλασε, μουρμουρίζοντας «και να σκεφθείς ότι έχουμε και τη νύχτα ακόμη μπροστά μας..»

Έπιασα το ποτήρι και άρχισα να αδειάζω το νερό του εσωτερικού έξω, καθώς άρχισα να τουρτουρίζω.  Ολόγυρα μέσα στο αντίσκηνο η κατάσταση ήταν απογοητευτική και μόνο η παρουσία της Πηνελόπης έκανε τα πράγματα υποφερτά.  Προσπαθούσα να σταθεροποιηθώ κάπου ανάμεσα στα νερά που κυκλοφορούσαν παντού και σ αυτά που όπου τα ακουμπούσα ήταν όλα μούσκεμα.  Η Πηνελόπη δίπλα μου είχε αρχίσει να αδειάζει τα νερά με το ποτηράκι.  Ευτυχώς που το αντίσκηνο άντεχε από πάνω και δεν έμπαιναν καινούργια μέσα.

Όπως είχαμε στήσει το αντίσκηνο πάνω σε βράχια και μικρότερες πέτρες, το νερό κατευθύνονταν και λίμναζε σε διάφορα σημεία, κάτω απ το βάρος του σώματός μας ή των αντικειμένων.  Αυτό διευκόλυνε μεν το μάζεμά του αλλά ήταν πιο δύσκολο να μετακινηθείς για να το πετάξεις έξω.  Μέσα πια στο αντίσκηνο, η νύχτα ήρθε πιο γρήγορα.  Κάναμε ένα διάλειμμα για να βρούμε μέσα στο σωρό των πραγμάτων τους φακούς και άλλη τόση η αγωνία μας εάν δουλεύουν.  Άναψαν αν και αυτό δεν ήταν που μας έλειπε αυτή την ώρα.  Στεριώσαμε τους φακούς στο κεφάλι μας και ανάμεσα σε λόγια, μισόλογα – καθότι το κροτάλισμα των δοντιών απ την υποθερμία – που ολοένα και πιο ακαταλαβίστικα έβγαιναν, είπαμε να οργανωθούμε!

6
..για το πέρασμα Καρτερού

Ήμουν μουσκεμένος σε γενικές γραμμές και τα λιγότερο μούσκεμα  υλικά που διέθετα ήταν τα ρούχα που φορούσα.  Όλα τα άλλα είχαν.. άστα να πάνε.  Τα δε ρούχα που φορούσα είχαν ανακατευθεί με τον ιδρώτα της προσπάθειας του σώματος και είχαν γίνει ένα κουβάρι, κάτι που δεν θ αργούσε να δείξει.  Στρώσαμε κάτω – κάτω τα αδιάβροχα, βάλλαμε τα carrymat και από πάνω αφήσαμε τα σώματά μας να στραγγίζουν.  Όλα μούσκεμα.  Ο υπνοσάκος μου είχε πάρει νερό, ευτυχώς είχα και σάκο επιβίωσης (Goretex) που κάτι έκανε, οπότε χώθηκα μέσα στο σάκο και στη συνέχει στο βρεγμένο υπνόσακο.  Κάτι ήταν κι αυτό.  Όση ώρα στριφογύριζα μέσα του διατηρούσα την ψευδαίσθηση του «χλιαρού».  Τα ρούχα που φορούσα μ’ αυτό το υλικό του σάκου έφτιαχναν καλό συνδυασμό..  Βολέψαμε τα υπόλοιπα υλικά σε σημεία ελέγχου και είπαμε να τσιμπήσουμε κάτι, μιας και απ το πρωί δεν είχαμε κάνει κάτι γι αυτό.  Η ώρα ήταν 1730! Να φάμε κάτι για βραδινό.  Έξω να ρίχνει καρέκλες, τα μπουμπουνητά γινόντουσαν όλο και πιο πυκνά και έντονα.  Για μια στιγμή σκέφθηκα ότι θα μπορούσε να είμαι έξω και να παλεύω με τον καιρό και έτσι τα είδα όλα καλλίτερα από μέσα απ το αντίσκηνο!

Γυρίσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο, καταφέραμε να βρούμε μια θέση που να μην ήμαστε σ όλο το σώμα «φακίρηδες σε καρφιά» και ανοίξαμε το βραδινό μας ..τραπέζι.  Μοιράσαμε το ψωμί, το τυράκι και ελιές μπόλικες.  Όση ώρα μασουλάγαμε κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον.  Ξέρεις είναι τόσα που έχεις να πεις, που όμως δεν λέγονται με το στόμα. Κάποια πράγματα τα προφέρεις, ν ακουστούν, γιατί πρέπει να δοκιμαστούν…   

Είπαμε για τον καιρό, για τις συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στο αντίσκηνο και μετρήσαμε τις δυνατότητές μας.

Όταν είχαμε τελειώσει με το «κυρίως γεύμα» η Πηνελόπη έσυρε έξω το μαγικό κουτάκι,   «έλα» μου λέει «σου έχω και δωράκι»  Σκύβω και βλέπω το μπολάκι με το μέλι ανάκατο με την κερήθρα και ουπς με το κουταλάκι μου χώνει μια κουταλιά στο στόμα!  Έγειρα λίγο προς τα πίσω το κεφάλι μου κάνοντας προσκέφαλο τη φωτογραφική μηχανή και μουρμούρισα ότι «η ζωή είναι πολύ γλυκιά».  Μασουλούσα σιγά –σιγά που αφού τέλειωσε μου έμεινε το κερί στο στόμα να το πηγαίνω πέρα –δώθε.  Έξω η βροχή να λυσσάει και καμιά σταγόνα δεν μας έφτανε όμως μέσα.

7
Ανάσα, κοιτάζοντας κατά την Αστράκα

Η βροχή βαρέθηκε απ έξω να λυσσομανά και έφερε αστραπές και μπουμπουνίδια.  Ο τόπος σειόταν απ τα αστροπελέκια, που έπεφταν στη σειρά αλλά με περιοδικό επαναλαμβανόμενο τρόπο (μετρούσα το χρόνο dt, ανάμεσα στις εκλάμψεις και τους ήχους).  Προηγούντο τα κύματα βροχής, μετά άστραφτε ο τόπος και ακολουθούσε συγχρόνως και το ηχητικό μέρος, που έκανε τα βράχια να τρέμουν ολόγυρα.  «Πηνελόπη, διαλέξαμε και το μέρος για να ξημερωθούμε»! είπα, σιγανά μέσα στο σκοτάδι, γιατί δεν ήξερα εάν τα μάτια της ήταν κλειστά για να μην σκέπτεται την κατάσταση ή είχε καταφέρει να γλαρώσει..  «Εάν δεν γίνουμε κάρβουνο καλά θα ήμαστε το πρωί» απάντησε και άλλαξε πλευρό.  «Λες να σταματήσει κατά τα Χριστούγεννα η βροχή;» είπα, και «μας βλέπω να μας ψάχνουν» απάντησε, μισογελώντας.  «Τι ώρα είναι;»   «Άστο, είναι πολύ νωρίς ακόμα..»..  «Θέλεις να ακούσεις μια περιπέτεια στις Άλπεις χειμωνιάτικα;»  «Πέστην» έκανα και βόγγηξα απ τον πόνο της πλάτης.  Όση ώρα είχαμε ριζώσει μέσα στο αντίσκηνο είχα ανακαλύψει δύο θέσεις για το κορμί.  Και οι δυο ήταν τύπου ζικ –ζακ σπαστού διαφορικού με κίνηση στους τέσσερις τροχούς.  Αλλού το κεφάλι, αλλού τα χέρια με ανεξάρτητη κίνηση και τα πόδια με τάσεις να χυθούν σε κοιλώματα από πέτρες.  Οι δύο θέσεις ήταν η αριστερά και η δεξιά.  Ανάσκελα δεν γίνονταν γιατί προσφέρονταν μεγάλη επιφάνεια στις πέτρες για «σούβλισμα».

8
..τάχει παίξει!

Έξω να γίνεται χαλασμός, ήταν και αυτός ένας τρόπος «συντροφιάς».  Δεν ήμασταν μόνοι πάνω στις κορφές.  Είχαμε μαζί μας  και τα στοιχειά της φύσης.  Όλοι μαζί..  Νύχτα ήταν θα περνούσε (θα περνούσε);

Στριφογυρίζαμε στους υπνοσάκους, βολευτήκαμε προσωρινά και είπαμε ότι θα προσπαθήσουμε  να κοιμηθούμε (στα λόγια).  Η βροχή να έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, αφού τα αστροπελέκια έδιναν και έπαιρναν.  Δεν ανταλλάξαμε το καληνύχτα, έκανε ειρωνεία, κάνα σταυρό κάναμε μπας και κόψει.

Η βροχή να μην λέει να κοπάσει.  Κατά διαστήματα να ακούμε πέτρες που κατρακυλούσαν στη σάρα, ερχόντουσαν από ψηλά.  Ρίχναμε και καμιά προσευχή μπας και διώξει τις πέτρες από πάνω μας.  Ξανά ολιγόλεπτη κουβέντα για τις προοπτικές του καιρού και πολλές ευχές για να εισακουστούμε..  Ποιος ξέρει, συνήθως όταν ξημερώνει, έτσι λένε, κοπάζουν (κουράζονται) τα καιρικά φαινόμενα, πάνε να ξεκουραστούν κι αυτά..  Όλη νύχτα λύσσαξαν.

Η βροχή να συνεχίζει μόνο πια που καθώς παρατηρούσα άγρυπνος όλη τη νύχτα, κάθε λεπτομέρειά της, πρόσεξα ότι η έντασή της είχε μειωθεί και οι ριπές των κυμάτων της είχαν κόψει.  Τώρα είχαμε μόνο βροχή, καλό σημάδι σκέφθηκα.  Όταν κόντευε να ξημερώσει, ανατολικότερα, – όχι εδώ – η βροχή έγινε πιο ήπια.  Θα έλεγα διακριτική και αυτό το κατέγραψα ως καλό σημάδι.

Είπαμε να σηκωθούμε και όχι να ξυπνήσουμε γιατί αυτό προϋπόθετε να έχουμε κοιμηθεί.  Παρατήρησα τα ρούχα μου, αυτά που φορούσα, είχαν την θερμοκρασία του σώματός μου και αυτό δεν ήταν κακό.  Το μπουφάν έδειχνε σφουγγαρόπανο (πουπουλένιο), αλλά ήταν αρκετά καλά για τέτοιο.  Εάν εξαιρέσει κανείς το σβέρκο που είχε πιαστεί απ το μαξιλάρι (φωτογραφική μηχανή) και ο φακός που είχε καθίσει βεντούζα στο σβέρκο, τα παΐδια που όπου τα ακουμπούσες πονούσαν, τα άλλα έμοιαζαν συμπαθητικά.  Η Πηνελόπη ανασήκωσε το κεφάλι της και μπόρεσε να πει «Καλημέρα».  Ανασυρθήκαμε κατά το ήμισυ απ τους υπνόσακους και είπαμε να κάνουμε πρωινό, περιμένοντας να φωτίσει και ακόμη καλλίτερα, να κόψει η βροχή.  Ψωμί, τυράκι και ελιές για πρωινό και γάλα.  Η Πηνελόπη άνοιξε ένα κουτί γάλα, ξαναμοιραστήκαμε το περιεχόμενο και το αυγατίσαμε με κρύο νερό.  Η Πηνελόπη χρησιμοποιούσε το ποτηράκι και εγώ το αυτοσχέδιο δοχείο κονσέρβα.  Η Πηνελόπη με τα μαγικά της άνοιξε και το μικρό κουτάκι που είχε καφέ και ζάχαρη, όνειρο.  Ρίξαμε και μια κουταλιά απ αυτό και καφές – γάλα ήταν το κάτι άλλο.  Γεύση.  Ας είναι καλά η Πηνελόπη έβγαλε μετά και την κουταλιά μέλι οπότε «ποιος είπε ότι δεν είναι όμορφη η ζωή..»

9
Το πεδίο ανάμεσα σε Αστράκα και Πλόσκο

Με την ενασχόλησή μας με το πρωινό και την αναμπουμπούλα μέσα στο αντισκηνάκι, ξεχάσαμε την επαφή με τη βροχή, που κάποια στιγμή αντιληφθήκαμε ότι σταμάτησε.  Απίστευτο, είχε φωτίσει, οι σταγόνες της βροχής της νύχτας αραίωσαν και σε λίγο έδειχναν ότι σταμάτησαν.  Μόνο μπουμπουνίδια μακριά και αεράκι απ τις κορφές, καλό σημάδι.

Κοιταχτήκαμε, τελειώσαμε με τα πρωινά και βαλθήκαμε να συμμαζεύουμε τα υλικά μας.  Στοιβάξαμε τα πράγματα στο σακίδιο, φορέσαμε ότι ήταν γι αυτό και τελευταία χωθήκαμε και στις αρβύλες.  Όταν αποφάσισα να κουνηθώ ήταν μια άλλη ιστορία.  Τα πλευρά να πονάνε, το σβέρκο να έχει αποτυπωθεί η φωτογραφική μηχανή και το σώμα να μην μπορεί να τεντώσει.  Σύρθηκα έξω και όταν βγήκα στο φως της καινούργιας ημέρας, αισθάνθηκα ότι έβγαινα μετά από μήνες εγκλωβισμένος σε σπήλαιο..  Η βροχή είχε πια κόψει, όλα μούσκεμα γύρω, η χαμηλή νέφωση άφηνε να δω τα ριζά απ τις σάρες και πάνω απ το κεφάλι μας, τα μουσκεμένα βράχια του περάσματος του Καρτερού.

«Αμάν που είχαμε διανυκτερεύσει», έκανα καθώς επιτέλους βγήκα απ το αντίσκηνο και έριξα μια ματιά φευγαλέα γύρω μου.  «Πηνελόπη, άντε να φεύγουμε απ εδώ, ποιος ξέρει πόσο θα κρατήσει έτσι ο καιρός..»   Η Πηνελόπη πρόβαλε απ την μπούκα του αντισκήνου και σιγομουρμούρισε λόγια δικά της..  Ξαρματώσαμε το αντίσκηνο, το τινάξαμε όσο έπαιρνε και το χώσαμε στο σακίδιο μούσκεμα, όπως και τα υπόλοιπα υλικά, που στοιβάχτηκαν μέσα.  Ρίξαμε και μια ματιά ολόγυρα, όσο μπορούσε να γίνει αυτό, γιατί η χαμηλή νέφωση δεν άφηνε και πολλά περιθώρια.  Η ψύχρα μας τύλιξε καθώς όλα ήταν μούσκεμα.

Θάταν δεν θάταν 0700 πρωινό μετά την δραματική νύχτα και είπαμε να πάρουμε τα πόδια μας, άντε να ψηλώσουμε.  Κάναμε τραβέρσα κάτω απ τα όρθια του περάσματος του Καρτερού και πιάσαμε του άνοιγμά του.  Μόλις γυρίσαμε για πάνω, αρχίσαμε τα ίδια τα χθεσινά.  Ένα βήμα πάνω και δυο πίσω.  Τα μουσκεμένα πετρο-χάλικα να κατρακυλούν με θόρυβο, μέσα στο παγωμένο πρωινό.  Το λούκι ήταν ακόμη φαρδύ, οπότε είδαμε και απόειδαμε και είπαμε «βγες στα πλάγια να πάμε πάνω χωρίς το ψυχοβγάλσιμο..» φώναξε η Πηνελόπη.  Κάναμε κάτι χορευτικές φιγούρες πάνω στις κυλιόμενες πέτρες, κάπου άρχισε ο ιδρώτας να γυρίζει στο πρόσωπο πρώτα και η ανάσα μου να αχνίζει μπερδεμένα με την αραχνούφαντη νέφωση που μας τύλιγε και έτσι χάθηκε άδοξα η ευκαιρία για κάτι μονιμότερο.  (Πιο μόνιμο απ το να μείνουμε στη σάρα του λουκιού δεν έβλεπα).  Συρθήκαμε με χέρια και με πόδια έως τα στέρεα τοιχώματα, βοήθησε και το μπαστούνι, που στο χέρι κάτι έκανε κι αυτό και όταν άγγιξα τα τοιχώματα αισθάνθηκα  την παγωμένη υφή του βράχου τόσο φιλική προς εμένα.

Ο βράχος όρθιος πάνω απ το κεφάλι μου, δεν μπορούσα να ξέρω που τελειώνει, βλέπεις η χαμηλή νέφωση να επιμένει..  Μετά από τόσες οπισθοχωρήσεις και αγκομαχητά που κάναμε για να πάρουμε ύψος, η αίσθηση του στέρεου βράχου, έμοιαζε με σκαλοπάτια παλατιού.  Τα πατήματα έγιναν τώρα έγιναν καλλίτερα με την βοήθεια των χεριών στο βράχο.  Ψήλωσα λίγα μέτρα ακόμα και σταμάτησα για μια ανάσα.  Δεν χρειαζόταν να βιαστώ.  Η Πηνελόπη ακολουθούσε, η μέρα ήταν μπροστά μας και το διάσελο-λαιμός δεν θ’ αργούσε να φανερωθεί.  Το αεράκι των κορφών έσπρωξε την ομίχλη και μυτίκια έκαναν την εμφάνισή τους από πάνω μας και μπρος απ το κεφάλι μου.  Το θέμα ήταν εντυπωσιακό.  Λούφαξα σε μια κόγχη του βράχου και ακινητοποίησα την ανάσα μου για να απολαύσω τον ήχο της ομίχλης.  Ήμουν πια κοντά στο διάσελο και δεν ήθελα να ξεμυτίσω.  Όλα γύρω μου έγνεφαν φιλικά σε αντίθεση με την προηγούμενη μέρα.  Τώρα εδώ ψηλά στην έξοδο του λουκιού η εικόνα έδειχνε το άλλο πρόσωπό της.

Αναλογίστηκα την κούραση και την περιπέτεια της προηγούμενης μέρας, που τώρα λίγο πριν την έξοδο (απεγκλωβισμό)  φάνταζε μακρινός.  Η μορφή της Πηνελόπης πρόβαλε μέσα στην ομίχλη, αιθέρια ομορφιά, και καθώς πλησίασε της φώναξα:  «Πηνελόπη σ αγαπώ πολύ»! και αντί άλλης κουβέντας, ακούστηκε: «Έχεις βγει»;!   «Όχι αλλά ήμαστε κοντά..» μουρμούρισα και άρχισα να ψηλώνω.  Βγήκα στο διάσελο επιτέλους και δεν .. έβλεπα τίποτα.  Πάνω που είχα χάσει κάθε έννοια προσανατολισμού, βγαίνει η Πηνελόπη και αντί για ν αγκαλιαστούμε και να χαρούμε την «έξοδό μας» το αποφύγαμε διακριτικά, γιατί μπορούσε να μας τυλίξει έτσι η ομίχλη και τους δυο και να μας ξαναστείλει κάτω!

10
Λεπτομέρεια

Είχαμε  βγει ψηλότερα πια περνώντας  τα φυσικά όρια της απομόνωσης.  Είχαμε περάσει απ το φυσικό πέρασμα απ το ένα μέρος στο άλλο, είχαμε ανηφορίσει μετά από ώρες εγκλωβισμού σπάζοντας τα δεσμά του κάτω κόσμου και βγαίνοντας στα υψίπεδα του λεύτερου αγέρα, του δυνατού ήλιου των ψηλότερων κορφών.  Και εκεί που περιμέναμε με ανυπομονησία να αλλάξει το σκηνικό, πέσαμε πάνω στο πέπλο της θεάς ομίχλης.  «Φτου σου» μουρμούρισα και έψαξα να δω, που ήταν η Πηνελόπη.  Δίπλα μου ήταν αλλά χρειάστηκε να με σκουντήσει με το χέρι για να αποκαταστήσω επαφή μαζί της.

Μέσα στη νέα αιχμαλωσία μας δεν είχαμε περιθώρια επιλογής.  Το θεριό της βραδινής καταιγίδας μας παρέδωσε «δεμένους» σ αυτό της ομίχλης.  Σίγουρα δεν θα ξεμπερδεύαμε εύκολα.

  Δείχνει δυτικά η βελόνα της πυξίδας; Προχώρα!

«Βγάλε την πυξίδα και κοίταξε» ακούστηκε ξανά η φωνή της Πηνελόπης, ενώ το μόνο που ξέραμε ήταν ότι έπρεπε να κινηθούμε δυτικά, κατά κει που πάει να δύσει ο ήλιος..»  Έβγαλα το μικρό πραγματάκι απ την τσέπη και μέσα στη παγωμένη χούφτα μου, προσδιόρισα τη κατεύθυνση.  Χωρίς πολλά πλαγιάσαμε βιαστικά στην ένδειξη περισσότερο για να ζεσταθούμε περπατώντας.  Βαδίζαμε για λίγη ώρα ο ένας πίσω απ τον άλλον για να κρατάμε οπτική επαφή, αφού δεν φαινόταν τίποτα γύρω μας.  Το πεδίο κατηφόριζε και πέτρες κατακερματισμένες πρόβαλλαν μέσα στην ομίχλη.  Τα πόδια μας πατούσαν μια εδώ και μια εκεί και έπρεπε να προσέχουμε και αυτά που δεν.. βλέπαμε.

11
κάτωθεν της Αστράκας

Κατηφορίσαμε αρκετά και κάποια στιγμή είπαμε να σταματήσουμε για να δούμε τη πορεία μας και ν ανταλλάξουμε έτσι και καμιά κουβέντα.  Η πορεία μας είχε παρεκκλίνει καθώς η πυξίδα μας έδειχνε αλλού το δυτικά και εμείς είχαμε πορεία νότια.  Λίγο ακόμα και δεν θα ήταν δύσκολο να βρεθούμε στο Μέγα Λάκκο!! Δηλαδή να πέσουμε κατά το Βίκο..  Βλέπεις είχαμε πάρει την κατηφοριά και προσέχοντας που πατάμε ξεφύγαμε και πηγαίναμε..  Στοπ, ανάσα.

Ξανά στη δυτική πορεία με τη βοήθεια της πυξίδας, που το μόνο που συνεχίζαμε να βλέπουμε ήταν ο μπροστινός μας.  Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιο προσεκτικά, αλλά μάλλον περισσότερο προβληματισμένοι, γιατί εκεί που είχαμε πιστέψει ότι είχαμε τελειώσει, η ομίχλη είχε άλλη άποψη.  Βρισκόμασταν στις πλαγιές κάτω απ το τείχος απ την πίσω του πλευρά καθώς αυτές πέφτουν και είχαμε στα πόδια μας εκτεταμένα πεδία τα οποία δυτικά πέφτουν ανάμεσα στον όγκο της Αστράκας και απ την άλλη μεριά όπως πέφτει ο όγκος του Πλόσκου.  Κατά κει έπρεπε να κατευθύνουμε τα βήματά μας, αλλά φάνταζε πολύ μακρινό.  Βαδίζαμε ανάμεσα σε χαμηλά βράχια και ομαλές κλίσεις, όπου το καλοκαίρι είναι πρώτης τάξεως βοσκοτόπια.  Πέσαμε πάνω σε σημάδια μονοπατιού και χαρήκαμε.

Για να βρεις όμως το επόμενο, μέσα σε πυκνή ομίχλη πρέπει να διαθέσεις κάμποσο χρόνο.  Έτσι ήταν καλοδεχούμενα, μας χάρισαν ένα χαμόγελο και μια νότα αισιοδοξίας, αλλά για λίγο.  Μετά συνεχίσαμε την πορεία μας η οποία ήταν σε ομαλό πεδίο πετυχαίνοντας δύο σημάδια.  Γι αυτή την επιτυχία μας; θεωρήσαμε σκόπιμο να αφιερώσουμε λίγα λεπτά της ώρας να ρίξουμε κάτι μέσα μας, αφού το κρυφτούλι με την ομίχλη μας είχε ανοίξει την όρεξη.  Διαλέξαμε ένα βράχωμα μεγάλο που ήταν σταμπαρισμένος με σημάδι και ανοίξαμε τους σάκους να φάμε κάτι.  Ψωμάκι ζυμωτό που αντέχει, ελιές και από λίγο τυράκι.  Ευλογία.  Η Πηνελόπη κάτι μουρμούρισε πράγμα σπάνιο γιατί δεν το συνηθίζει.  Το νερό μας είχε σωθεί και το αναπληρώσαμε σκύβοντας στα κοιλώματα των βράχων, που κρατούσαν νερό, φρέσκο απ τη χθεσινοβραδινή βροχή.  Ήπιαμε και στυλωθήκαμε.  Έκανα μια βόλτα γύρω απ τον βράχο μέχρι που πέτυχα το επόμενο σημάδι, ένα άσπρο τετράγωνο.  Γύρισα, φώναξα της Πηνελόπης και είπαμε να ακολουθήσουμε το σημάδι.  Το πεδίο γινόταν πετρώδες και ανηφόριζε.  Άντε και θα βγούμε σε κανένα διάσελο, για να πέσουμε πίσω του σκέφθηκα.

Ανεβαίναμε – ανεβαίναμε και κάτι μας φαινόταν ότι δεν πήγαινε καλά.  Σημάδια στη συνέχεια της πορείας μας πουθενά.  Αρχίσαμε να λαχανιάζουμε, ανηφόρας προνόμιο.  Ξαναβγάλαμε την πυξίδα και είδαμε ότι πηγαίναμε βόρεια!.  Είχαμε πάρει και πάλι λάθος δρόμο, για άλλη μια φορά.  Έπρεπε να κάνουμε αριστερά, για δυτική πορεία, που όμως στα αριστερά μας είχαμε ανηφοριά.  Διαλέξαμε να κάνουμε πίσω για να αναπροσανατολιστούμε.  Κατηφορίσαμε πίσω και όπως καταλάβαμε δεν είχαμε κάτι και τίποτα άλλο απ το να έχουμε πλησιάσει τη κορυφή της Γκαμήλας!!

Αφού χάσαμε ύψος πάλι, βγάλαμε την πυξίδα και σημαδέψαμε δυτικά.  Τώρα είπαμε να σοβαρευτούμε γιατί αυτό το «παιχνίδι» ζικ –ζακ μεταξύ Μεγάλου Λάκκου και κορυφής Γκαμήλας, μόνο για γέλια δεν ήταν.

Συνεχίσαμε να βαδίζουμε δυτικά με την πυξίδας στο χέρι και η μορφολογία του εδάφους ήταν τώρα τέτοια που μας το επέτρεπε.  Ούτε ανηφορίζαμε ούτε κατηφορίζαμε.  Βαδίζαμε κάνοντας την πορεία όσο αυτή μας το επέτρεπε.  Αφού μπορούσαμε και βαδίζαμε, σήμαινε ότι δεν είχαμε βγει σε κάποιο αδιέξοδο, άρα η κίνησή μας θα μας έβγαζε κάπου, κάποτε..

12
..όπως πάνε τα νερά

Είχαμε παραδοθεί στην ομίχλη και τυλιγμένοι στο πέπλο της το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να βαδίζουμε.  Είχε περάσει ώρα πια, όταν ξαφνικά η κουρτίνα της ομίχλης υποχώρησε και άρχισαν να ξεπροβάλλουν μπροστά μας και δίπλα μας οι όγκοι των ψηλών κορφών.  Σταματήσαμε σαστισμένοι μη μπορώντας να πιστέψουμε στα μάτια μας, από πού είχαμε ξεφυτρώσεις εμείς!     Οι όγκοι όπως φαίνονταν εξέπεμπαν ένα φως, που τύφλωνε και ας ήταν η ομίχλη με την χαμηλή νέφωση από πάνω μας.  Κοιτάξαμε γύρω μας, όσο μας επέτρεπε τώρα η ομίχλη και αισθανθήκαμε απελευθερωμένοι, ως να μας είχαν βγάλει μόλις τώρα από κελί απομόνωσης και με τα μάτια να μην αντέχουν τόσο φως.. ελευθερίας..  Δεν θέλαμε πολύ για να προσδιορίσουμε τον τόπο και τη θέση μας.  Η επιλογή μας για δυτική πορεία είχε αποτέλεσμα.  Καθίσαμε σε μια πέτρα και απολαύσαμε εικόνες.  Τα λόγια είχαν χάσει την ουσία τους αφού τα μάτια δεν χόρταιναν ότι έβλεπαν.  Μακριά, νότια η Λάκα Ρομπόζη γυάλιζε καθώς η χαμηλή νέφωση σηκώθηκε.  Φιγούρες ανθρώπων σάλεψαν δίπλα στη λούτσα.  Ήταν όμως πολύ μακριά μας.  Στα δυτικά, τα ριζά της Αστράκας και στα ΒΑ ο Πλόσκος, με την εντυπωσιακή όψη του.  Στα πόδια μας το ομαλό πεδίο, χωρίς πέτρες με μικρές εδαφικές κλίσεις.  Στις λίγες εδώ και εκεί πέτρες διακρίναμε το γνώριμο σημάδι του μονοπατιού, που είχαμε συναντήσει και γελάσαμε.  «Τελικά μαζί βαδίζαμε με τούτα τα σημάδια..»  «Ναι μόνον που αυτά «ήξεραν» που οδηγούν, ενώ εμείς οργώναμε τον τόπο». Κατηφορίσαμε νωχελικά αφού μετά από ώρες περπάτημα είχαμε επιτέλους «σημαδέψει για τα καλά» την πορεία μας, που δεν θα αργούσε να πάρει τέλος.  Η Πηνελόπη μου έδειξε στην Αστράκα τη διαδρομή «Πέψη», που είχε κάνει με τον Α. Θεοδωρόπουλο στα 1985, – κατευθυνσιακά, μιας που δεν βλέπαμε τίποτα, απλώς υποπτευόμασταν κατά που πέφτει.  [Βλέπε αναρριχητικό οδηγό Αστράκας] – και εγώ θυμήθηκα την εντύπωση που μου είχε κάνει η   Ξερόλουτσα του Τσουμάνη, με τον όγκο της Αστράκας από πάνω της, πριν πέντε χρόνια όταν την πρωτοαντίκρισα.

Μονοπάτια οδηγούσαν τώρα όλο και πιο συχνά δυτικά, απ’ όλες τις κατευθύνσεις, ανάμεσα σε Αστράκα και Πλόσκου ριζά.  Καθώς κατεβαίναμε από ψηλά για να πέσουμε στα ρυάκια, που είχαν γεμίσει νερό ξανά μετά από ώρες βροχή, ξεπρόβαλλαν μέσα στο τοπίο δυο ανθρώπινες φιγούρες, απ’ την αντίθετη κατεύθυνση.  Μετά από μέρες ήταν η πρώτη φορά που μιλάγαμε σε ανθρώπους.  Ήταν ένα ζευγάρι Γερμανών, που διασχίζανε το πεδίο από τα δυτικά > ανατολικά για να βγούνε στο Τσεπέλοβο.  Βάδιζαν γερά κρατώντας στα χέρια γυροσκοπικά μπατόν, αλληλοκοιταχτήκαμε, κοιτάξαμε τις μαγκούρες που κρατάγαμε στα χέρια μας..  και με τα πολύχρωμα ρούχα τους έδιναν μια άλλη διάσταση στον χώρο.  Χαιρετηθήκαμε ευχόμενοι «καλό δρόμο»..

13
Στο χ. Πάπιγκο μετά από βροχούλα

Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε για τη Λάκκα Τσουμάνη.  Η Ξερόλουτσα στεγνή.. (δεν μπορούσα να πιστέψω ότι η Λούτσα ήταν στεγνή..)  όταν ακούστηκαν από γύρω φωνές.  Κόσμος ανηφόριζε για το καταφύγιο απ την πλευρά του Μικρού Πάπιγκου. (3)  Περάσαμε το καταφύγιο στο διάσελο Ραϊδόβολης, κάτω απ τον όγκο της Αστράκας, διασταυρωθήκαμε με συνοδοιπόρους που αλαλάζοντες έφταναν στο καταφύγιο.  «Μόνο προς τα δυτικά μένει ο τόπος ανοιχτός, ένα μικρό μέρος, η «Μάννα», όπου οι ντόπιοι παρατηρώντας το ηλιοβασίλεμα, προβλέπουν τον καιρό» (Παπαϊωάννου Γ. Ιωάννου1977:13,4).  Και εμείς, ακολουθώντας δυτική πορεία στο καλογραμμένο μονοπάτι που οδηγούσε με σιγουριά στο πλησιέστερο χωριό, Μικρό Πάπιγκο, νάσου ήλιος, μετά από μέρες,  βγήκε μπροστά μας, καλό σημάδι.

Τάκης Ντάσιος, Φθινόπωρο 1989

Παραπομπές

(1) Χ. Βρυσοχώρι (πρώην Λεσενίτσα), ύψ. 940 μ. στις πλαγίες της Τύμφης (Γκαμήλας) στα ΒΑ των Ιωαννίνων, νομού Ιωαννίνων, δήμου Τύμφης.  Στα 1028 είχε 330 κατοίκους, 1940 > 339, 1951 > 305, 1961 > 215, 1971 > 83, 1981 > 152, 1991 > 94.

 (2) «Τύμφη (Γκαμήλα), ύψους 2.499 μ.  Μεγάλο ορεινό συγκρότημα στο βόρειο τμήμα του Ν. Ιωαννίνων, στην περιοχή του Ζαγορίου.  Αποτελεί τμήμα του οροσυμπλέγματος της Βόρειας Πίνδου.  Η ονομασία Τύμφη είναι αρχαία.  Τα πετρώματά της είναι ασβεστόλιθοι και λίγος φλύσχης.  Το μεγαλύτερο μέρος της Τύμφης (Γκαμήλας), που έχει ανακηρυχθεί εθνικός δρυμός με την ονομασία εθνικός δρυμός Βίκου –Αώου έχει ενταχθεί στο δίκτυο προστατευομένων περιοχών Natura2000.  Έχει πολύ πλούσια χλωρίδα, όπως έλατα, μαυρόπευκα, ρόμπολα, οξιές, δρύες, γαύροι, φλαμουριές κ.ά.  Η ψηλότερη κορφή της είναι η Γκαμήλα, 2.499 μ..  Άλλες ψηλές κορφές είναι: Αστράκα ή Ραδοβόλι, 2.432 μ., Βαρελάκι ή Πλόσκος ή Πλόσκα 2.377 μ., Βρίχος 2.240 μ., Γκαμήλα ΙΙ, 2.480 μ., Καλόγερος 2.100 μ., Καρτερός ή Καρτερό 2.478 μ., Κάτω Τσούκα 2.160 μ., Κορυφούλα ή Τσουμάκο 2.155 μ., Κουτσομήτρος ή Λάπατο 2.200 μ., Κρεββάτι 2.360 μ., Λημέρια Κλεφτών 2.160 μ., Μεγάλα Λιθάρια 2.420 μ., Σαμάρι 2.297 μ., Στόμα ή Γκούρα 2.467 μ., Λάπατος ή Τσούκα 2.254 μ., Τσούκα Αφρόσια ή Τσιούκα Ρόσια ή Τσούκα Ρόσσα 2.377 μ.  Λόγω του απόκρημνου των ψηλών κορυφών της η Τύμφη έχει χαρακτηριστεί αναρριχητικός παράδεισος.  Στα διάφορα αναρριχητικά πεδία των κορφών έχουν «ανοιχτεί» πολλές διαδρομές, όπως στην Γκαμήλα ΙΙ, (από 9-6-1955), στην Τσούκα Ρόσσα ( από 17-6-1955, στη Μεσορράχη ( από 6-6-1956), στην Γκαμήλα Ι ( από 7/8-6-1956), στην Αστράκα ( από 1-8-1961), στους διάφορους πύργους της Αστράκας και του Πάπιγκου ( από 24-4-1964), στη Γκούρα ( από 27-7-1978) κ.ά.  Στη Ν.- ΝΔ. πλευρά της Τύμφης σχηματίζεται το φαράγγι του Βίκου, μήκους 20 χιλ., βάθος γύρω στα 800 μ. και πλάτος σε μερικά σημεία 3 – 4 μ.  Κοντά στον οικισμό Βίκος (Βετσικό ή Βιτσικό) υψ. 770 μ. μέσα στο φαράγγι υπάρχουν οι πηγές του Βοϊδομάτη ποταμού που καταλήγει στον Αώο, στην πεδιάδα ΝΔ. της Κόνιτσας.  Στα ΒΔ. της κορυφής Πλόσκος, σε υψ. 1.990 μ. υπάρχει η Δρακόλιμνη της Γκαμήλας   Περιοδικές λίμνες σχηματίζονται στη λάκκα βόρεια της Αστράκας, η Ξερόλουτσα, στη Λάκα Τσουμάνη, σε υψ. 1.760 μ. και στα ανατολικά της Αστράκας η Λούτσα Ρομπόζη, σε υψ. 1.960 μ.

Το εθνικό μονοπάτι Ο3 που έρχεται από το Μιτσικέλι, Δίκορφο, Κήποι, Κουκούλι, φαράγγι Βίκου, πηγές Βοϊδομάτη, Πάπιγκο, διασχίζει την Τύμφη, διέρχεται απ το καταφύγιο, τις λάκκες, οροπέδια μεταξύ Αστράκας – Γκαμήλας και μέσω του περάσματος του Καρτερού φτάνει στο χ. Βρυσοχώρι.

Καταφύγιο: στη θέση Ραϊδόβολη, διάσελο Αστράκας, σε υψ. 1.930 μ. υπάρχει καταφύγιο «Δημήτρης Γεωργούλης» που ανήκει στην Ε.Ο.Ο.Α. Κατασκευάστηκε με πρωτοβουλία του Ε.Ο.Σ. Ιωαννίνων και της ορειβατικής ομάδας Παπίγκου, το 1966.  Διαθέτει 53 θέσεις ύπνου.  Πληροφορίες στα τηλ. 26510-83906, κ. Γεώργιος Ροκάς υπεύθυνος καταφυγίου 6973223100. Τους καλοκαιρινούς μήνες το καταφύγιο λειτουργεί καθημερινά και προσφέρεται φαγητό, ενώ το χειμώνα κατόπιν συνεννόησης με τον υπεύθυνο».  (Νέζη Νίκου 2010: 345-6)

Η διαδρομή μας, όπως την περιγράφει ο Γιώργος Σφήκας τα βουνά της Ελλάδας, 1980, σ.62: «Η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο ενδιαφέρουσα, μη αναρριχητική διαδρομή, είναι αυτή που ξεκινάει από το χωριό Βρυσοχώρι και περνώντας κάτω από τις βόρειες ορθοπλαγιές των κορυφών Τσούκα Ρόσσα, Μεγάλα Λιθάρια και Καρτερός βγαίνει στην κορυφή Γκαμήλα, μέσα από το διάσελο – πέρασμα του Καρτερού.  Απαιτεί πορεία περίπου δέκα ωρών και περνάει από τις παρακάτω τοποθεσίες: Ξεκινώντας από το Βρυσοχώρι σε 0030ω. φτάνουμε στην πηγή Μπούτσα.  Άλλη 0030ω.και βγαίνουμε στη Νεραϊδόβρυση κοντά στη χαράδρα Ντος –Γιοτ.  Από τη Νεραϊδόβρυση, σε 0015ω. ήμαστε στο Ασκηταριό, ένα κοίλωμα σα σπηλιά στο βράχο.  Μετά από άλλες 0230ω. βγαίνουμε στο μικρό κι εγκαταλειμμένο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, με πολλά νερά που τρέχουν μέσα σε οργιώδη βλάστηση.  Άλλη 0100ω.  και βγαίνουμε στην πηγή Πυξάρι, όπου πρέπει να εφοδιαστούμε με νερό γιατί άλλη πηγή δεν υπάρχει πιο ψηλά.  Από το Πυξάρι ανεβαίνουμε άλλες 0200ω. ως το διάσελο Καλογερικό.  Μετά έχουμε 0100ω. ακόμα γερή ανάβαση ως τα Λημέρια των Κλεφτών, περνώντας από τη Σπηλιά Σάδι Μίγας, που βρίσκεται απέναντι στο δάσος της Αρκούδας.  Κοντά στα Λημέρια των Κλεφτών μέσα στην χαράδρα του Τσιρογιάννη βρίσκεται η Σπηλιά του Νταβέλη.  Τέλος ανεβαίνοντας άλλη 0100ω. βγαίνουμε στην τοποθεσία Κοπάνα, στα ανατολικά της κορυφής Γκαμήλα.    Σημείωση: Η τοποθεσία Κοπάνα χρησιμεύει σαν ορμητήριο και σε όσους θέλουν να κάνουν αναρριχητικές διαδρομές στις γύρω κορυφές.  Μπροστά μας έχουμε τώρα το πέρασμα του Καρτερού, ένα κουλουάρ όλο σάρες, που καταλήγει στο ομώνυμο διάσελο, ανάμεσα στις κορυφές Καρτερός και Γκαμήλα.  Η ανάβασή του απαιτεί 0130ω. και άλλη 0100ω. χρειαζόμαστε από εκεί ως την κορυφή Γκαμήλα.  Φυσικά, αυτή η απίθανης ομορφιάς διαδρομή πρέπει να γίνει μάλλον σε δύο δόσεις, με διανυκτέρευση στη μέση.  Πολλοί ορειβάτες την κάνουν νωρίς την άνοιξη, οπότε παρουσιάζει μεγάλο ορειβατικό ενδιαφέρον, λόγω του χιονιού και απαιτεί σχετική πείρα από χειμωνιάτικες αναβάσεις»  (Σφήκα Γιώργου1980: 64-66)

Η ίδια διαδρομή, όπως την περιγράφει ο Κώστας Τσίπηρας, στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, 1992, σ.66-67: «Διαδρομή Βρυσοχώρι, Νεραϊδόβρυση, Λούτσα Κάτσανου, Τσούκα Ρόσσα.  Αφετηρία, 1.050 μ. κορυφή 2.377 μ. υψομετρική διαφορά 1.327 μ. ώρες πορείας 0730ω.   Στο Βρυσοχώρι, που από γεωγραφικής πλευράς είναι σίγουρα το ομορφότερο Ζαγοροχώρι, κάτω από την πλατεία του χωριού, βρίσκουμε την αρχή του μονοπατιού.  Διασχίζουμε κατηφορίζοντας τα τελευταία σπίτια του χωριού, ανηφορίζουμε μια γυμνή ράχη, μπαίνουμε στο δάσος, συναντάμε δασικό δρόμο και ακριβώς απέναντι την αρχή του μονοπατιού, που οδηγεί σε 0200ω. στην περίφημη πηγή Νεραϊδόβρυση, ύψ. 1.250 μ., που είναι πνιγμένη κυριολεκτικά στη βλάστηση με τους τεράστιους υδρόφιλους πετασίτες.  Εδώ είναι το τελευταίο νερό που συναντάμε.  Απ την Νεραϊδόβρυση, το μονοπάτι ανηφορίζει σε 0200ω. στην ξερόλουτσα του Κάτσανου, ύψ. 1.700 μ.  Ανεβαίνουμε με νότια κατεύθυνση την όμορφη ρεματιά που κατεβαίνει από τα Λημέρια των Κλεφτών και σε 0200ω. φτάνουμε σε ένα αμφιθεατρικό οροπέδιο, γεμάτο βράχους, που κύλησαν σε εποχές ανύποπτες γεωλογικά και αντικρίζουμε στα  δυτικά τον Καρτερό, 2.478 μ., στα νότια τα Μεγάλα Λιθάρια, 2.467 μ., και στα ανατολικά την Τσούκα Ρόσσα (κόκκινη κορυφή), 2.377 μ. κορυφές που κρατούν χιόνι ακόμα και τους καλοκαιρινούς μήνες.  Σε 0130ω. πορεία και φτάνουμε στην κορφή της Τσούκα Ρόσσας.  Είναι μία από τις ωραιότερες πεζοπορικές διαδρομές που μπορεί να πραγματοποιήσει κανείς στην Ελλάδα και μία από τις ωραιότερες που έχω πραγματοποιήσει στα βουνά της Ευρώπης».

(3) Το Πάπιγκο, οικ. στις πλαγιές της Τύμφης (Γκαμήλας), υψ. 960 μ. Βρίσκεται στο Δυτικό Ζαγόρι, στις δυτικές πλαγιές της Αστράκας και απέχει 61χιλ. Από τα Ιωάννινα.  Στα 1928 είχε 332 κατοίκους, 1940 > 431, 1951 > 220, 1961 > 146, 1971 > 95, 1981 > 105, 1991 144.  Παραδοσιακός οικισμός.  Στο Πάπιγκο υπήρχε ελληνικό σχολείο από το 1780. Πρόσωπα: Γεννήθηκαν Αναγνωστόπουλος Γεώργιος, γλωσσολόγος καθηγητής Α.Ε.Ι., 1884, Αναγνωστόπουλος ή Ανάγνος Μιχαήλ, φιλόλογος, δημοσιογράφος, μελετητής της εκπαιδεύσεως τυφλών και κωφαλάλων, 1837.  Στο χωριό, ο Άγιος Βλάσιος, αρχοντικός ναός, ο οποίος κτίστηκε το 1852, στη θέση του παλιότερου ναού, του 912. Από την παλαιά εκκλησία σώζεται σήμερα μόνο ένα αριστουργηματικό κομμάτι του σκαλιστού τέμπλου, το οποίο φυλάσσεται στην Αγία Τράπεζα. Ο ναός είναι τρισυπόστατος (αφιερωμένος στον Άγιο Βλάσιο, στον Άγιο Δημήτριο και στην Αγία Τριάδα) και διαθέτει εξαιρετικό τέμπλο, σπάνια βιβλία, πολύτιμα ιερά και σκεύη και πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο. Στον προαύλιο χώρο του ναού σε κοντινή απόσταση, δεσπόζει το επιβλητικό και μεγαλοπρεπές καμπαναριό του (1887), το οποίο έχει ύψος 15 μ., εξαγωνικό σχήμα και μοιάζει με πύργο.

Μικρό Πάπιγκο, ύψ. 980 μ. απέχει 2 χιλ. από το Μεγάλο Πάπιγκο και είναι παραδοσιακός διατηρητέος οικισμός.  Κατά την απογραφή του 2011, κάτοικοι 77.

Βιβλιογραφία

  • Νικόπουλου Ηλία 1934: «Το βουνό Πάπιγκο» στο ΤΟ ΒΟΥΝΟ, έκδοση Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, σ. 271 -277, αριθ. 9, Σεπτέμβριος 1934
  • Θεσπρωτού Κοσμά & Ψαλίδα Αθανασίου1964: Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου εξ ανεκδότου χειρογράφου του Κοσμά Θεσπρωτού με τοπογραφικά σχεδιογραφήματα και γεωγραφικούς χάρτας του ιδίου, εκδ. Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα
  • Κρυστάλλη Κώστα1965: Τα πεζογραφήματα, τα μόνα γνήσια και αλάθητα λίαν κατάλληλα για την χαλύβδωσιν του εθνικού φρονήματος των Ελληνοπαίδων, τόμος Β΄ (Α΄ διηγήματα, Β΄ Ηπειρωτικαί  αναμνήσεις, Γ΄ κλέφτικες ιστορίες, Δ΄ λαογραφικά), κεφ. «Τρεις δρακολίμναι επί των κορυφών της Πίνδου», σ.267—277, εκδ. υπό του αδελφού του ποιητού Βασ. Δ. Κρυστάλλη, Αντιστρατήγου έ.ά., Αθήνα
  • Λαζαρίδη Π. Κώστα1970: Η δρακολίμνη στο Παπιγκιώτικο βουνό, σειρά: Μικρή Ζαγοριακή Βιβλιοθήκη, αριθ, 4, Γιάννινα
  • Λαζαρίδη Π. Κώστα1970: Ελάτε στο Ζαγόρι να θαυμάσετε του Βίκου τη Χαράδρα, σειρά: Μικρή Ζαγοριακή Βιβλιοθήκη, αριθ. 5, εκδ. «Ενώσεως Ζαγορίσιων Αθηνών», Γιάννινα
  • Campbell K.J.1976: Honour, Family, and Patronage, A Study of Istitutions and Moral Values in a Greek Mountain Community, Oxford University Press
  • Παπαϊωάννου Γ. Ιωάννου1977: Το Πάπιγκο, ένα από τα ωραιότερα χωριά του Ζαγοριού, τόμος πρώτος, Θεσσαλονίκη
  • Χατζή Δημήτρη1979: Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940-1950), κεφ. Δρακόλιμνη (παλιό ηπειρώτικος θρύλος), σ.99—102), εκδ. Κείμενα, Αθήνα
  • Νέζη Νίκου1979: Τα ελληνικά βουνά, ορεογραφία, οδηγός, Αθήνα
  • Σφήκα Γιώργου1980: Τα βουνά της Ελλάδας, εκδ. Π. Ευσταθιάδης & υιός Α.Ε., Αθήνα
  • Σφήκα Γεωργίου1981: «Απειλείται η χαράδρα του Αώου, ένα ορεινός βιότοπος εξαιρετικής σημασίας», έκθεση, στο περιοδικό ΒΟΥΝΟ του Ε.Ο.Σ. Αθηνών
  • Παμπέρη Λάζαρου1981: «Βίκος. Γκαμήλα, Σμόλικας», στο περιοδικό ΚΟΡΦΕΣ εκδ. Αχαρναϊκού Συλλόγου
  • Σφήκα Γιώργου1984: Ζαγόρι, πίσω απ τα βουνά, σειρά Μικρή Βιβλιοθήκη, Αθήνα
  • Εξάρχου Νίκου: Το Βρυσοχώρι του Ζαγορίου
  • Δημητράκη-Δημητρόπουλου Νίκου: Βρυσοχώρι, οι Άλπεις της Πίνδου
  • Ομάδα πρωτοβουλίας νέων1984: Τα ιστορικά μονοπάτια στο Ζαγόρι, έκδ. Τοπική ένωση δήμων και κοινοτήτων Ν. Ιωαννίνων, Υφυπουργείο Νέας Γενιάς και Αθλητισμού
  • «Οι Δρακόλιμνες της Πίνδου»1985:  ντοκιμαντέρ 30’ της τηλεoπτικής σειράς ΤΑ ΒΟΥΝA ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, του Γιώργου Κολόζη, ΕΡΤ 2, Μάϊος 1985.  Κείμενα –έρευνα Τάκη Ντάσιου
  • Barrett Susan & Peter1986: Travels with a wildlife artist, the living landscape of Greece, Columbus books, London
  • Salmon Tim1986: The mountains of Greece, a walker’s guide, Cicerone press, Harmony Hall, Milnthorpe, Cumbria, England
  • Dubin S. Marc1986: Greece on foot, mountain treks island trails, The Mountaineers Seattle
  • Σταματοπούλου Χαρούλα1987: Ζαγόρι, σειρά Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, εκδ. ΜΕΛΙΣΣΑ, Αθήνα
  • Μάλαμα Λάμπρου1988: Θωρώντας βουνά και πέλαγα, φυσιολατρικά & ιστορικά της Ηπείρου, τόμος πρώτος, περιηγητική λογοτεχνία, εκδ. Ελεύθερο Πνεύμα
  • Τσίπηρα Κώστα1992: Στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, σειρά: Πεζοπορία – ορειβασία, κεφ. Γκαμήλα, 5η και 6η διαδρομή, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη
  • Τσίπηρα Κώστα 1992: Στα Ελληνικά βουνά, οι 50 ωραιότερες πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, σειρά: Πεζοπορία –ορειβασία, κεφ. Γκαμήλα, 3η διαδρομή, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη
  • Δεσύλλα Νίκου1994: Ήπειρος, αισθητική περιπλάνηση στο χώρο, εκδ Σύνολο, Αθήνα
  • Ορειβατικός Σύλλογος Παπίγκου1994:Ορειβασία στα βουνά του Πάπιγκου, 54η Πανελλήνια Ορειβατική Συνάντηση,
  • Φυλλάδιο, Αστράκα, αναρριχητικός οδηγός των: Τ. Αδαμακόπουλου, Β. Χατζηρβασάνη, Π. Ματσούκα, Α. Θεοδωρόπουλου, Δ. Μπουντόλα. Φ. Γαληνού, έκδ. Ε.Ο.Ο.Σ.
  • Βερτόδουλου-Καψάλη Αγγελική (Επιμέλεια)1995: Ήπειρος πολιτιστική κληρονομιά και φύση, από το φωτογραφικό αρχείο του Απόστολου Βερτόδουλου,  σειρά: Ηπειρώτικη βιβλιοθήκη, εκδ. Δωδώνη
  • Χάρτης 2001: Τύμφη, Ήπειρος, 4/12 κλίμακας 1: 50.000 εκδ. Ε.Ο.Τ.
  • Δήμου Γιάννη (Επιμέλεια)2003: Ζαγορισίων βίος, Zagori: The life of a community, εκδ, Ριζάρειον Ίδρυμα / Ίδρυμα Σταύρου Σ. Νιάρχου, Αθήνα
  • Χεγκ Κάρστεν2006: Οι Σαρακατσάνοι, μια ελληνική νομαδική φυλή, μτφρ. Ελένη Τσουμάνη-Γιαννάκη, εκδ. Αδελφότητα Σαρακατσαναίων Ηπείρου, Ιωάννινα
  • Τσουμάνη Κ. Γεωργίου2010: Η καταγωγή των Σαρακατσαναίων, μύθος και πραγματικότητα.  Αναφορά στους Σαρακατσαναίους της Ηπείρου, Ιωάννινα
  • Νέζη Νίκου2010: Τα ελληνικά βουνά, γεωγραφική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 2, Ηπειρωτική Ελλάδα, (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη), εκδ. Ε.Ο.Ο.Α. & Κληροδότημα Αθ. Λευκαδίτη
  • Πεζοπορικός χάρτης 2017: Ζαγόρι, 3.1, κλίμακας 1: 50.000, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ

Φωτογραφικό ταξίδι

Απ το χ. Βρυσοχώρι, κοιτάμε κατά το «τείχος» της Γκαμήλας..  Η ματιά προσκρούει στον όγκο της Τσούκα Σάκκας, για αρχή.  Μετά χανόμαστε στη πυκνή βλάστηση και μετά βγαίνουμε σε κάτι δολίνες τοπίο απ άλλο πλανήτη.  Μετά συναντιόμαστε με ομίχλη για να φέρει βροχή και ν ακολουθήσει η νύχτα.  Βρισκόμαστε σ ένα χαμηλότερο διάζωμα και πρέπει ν ανέβουμε σε κάποιο ψηλότερα.  Βγαίνουμε και αλληλοκοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, «είμαι να μας κλαίνε οι ρέγγες».  Το νέο ψηλότερο διάζωμα είναι παράξενα όμορφο, εξώκοσμο, απ άλλο κόσμο, μέχρι που μας ξαναβρίσκει η ομίχλη και τα σκεπάζει όλα.  Παράξενο αυτό το ταξίδι στη καμπούρα της Γκαμήλας.. Λίγο πριν βγούμε στο επόμενο χωριό, το Πάπιγκο, προλαβαίνει και σκάει πάνω μας να ένας ήλιος..

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s